Ως… άρρωστος βιβλιοφάγος, όταν πέφτω πάνω σε κάποιο βιβλίο που για διάφορους λόγους θεωρώ ξεχωριστό νιώθω μια πραγματική αγαλλίαση. Παίρνω το μολύβι μου, υπογραμμίζω, κρατάω σημειώσεις και ξέρω πως θα επιστρέψω σε αυτό.
«Ο αγνοούμενος του Ματαρόα» του Νίκου Αμανίτη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο είναι ένα τέτοιο βιβλίο. Ή μάλλον είναι πολλά βιβλία μαζί!
Τα ερωτικά γράμματα ενός ζωγράφου, η ιστορία της ζωής του, η ιστορία της Ελλάδας, το μυθικό πια «Ματαρόα», η Αθήνα και το Παρίσι, η ιστορία μιας δύσκολης έρευνας…
Χωρίς να ακολουθεί ευθύγραμμη αφήγηση, με πολλά μπρος-πίσω, αφού μας παρουσιάζει σχολιασμένο το ντοκουμέντο / γράμμα, ο συγγραφέας όχι μόνο φτάνει στην ουσία, αλλά μας δείχνει και τον δρόμο που ακολούθησε.
Θα μπορούσε να είναι και το αστυνομικό μυθιστόρημα με έναν ντετέκτιβ που αναζητά τους μάρτυρες μιας υπόθεσης κι όλα φαίνονται να τον εμποδίζουν.
Θα βρείτε πολλά πράγματα που θα μιλήσουν μέσα σας διαβάζοντας το βιβλίο. Και δύσκολα θα το αφήσετε από τα χέρια σας.
Ακόμη κι όταν το κλείσετε, ο ζωγράφος Νίκος Μπαλόγιαννης, ο αγνοούμενος του Ματαρόα, θα τριγυρνά στη μνήμη σας…

Ποια ήταν η αφορμή για να ξεκινήσει η αναζήτησή σας σχετικά με τον ζωγράφο Νίκο Μπαλόγιαννη;
Ένας πίνακάς του, που βρισκόταν στο πατρικό μου και με ακολουθούσε σε κάθε σπίτι που μετακομίζαμε – μέχρι το δικό μου μετά τον θάνατο των γονιών μου. Λίγο πριν πεθάνει η μητέρα μου, μου αποκάλυψε ότι ο ζωγράφος ήταν συναγωνιστής της στο ΕΑΜ κατά την Κατοχή, ότι έφυγε με το Ματαρόα, κατέληξε στην Αμερική όπου άλλαξε το όνομά του σε Μπελ-Τζον και πέθανε στη Νέα Υόρκη το 1966, σε ηλικία 55 ετών. Κάτι τυχοδιωκτικό σε αυτήν τη βιογραφία και, βεβαίως το Ματαρόα, μαζί με το γεγονός ότι ο Μπαλόγιαννης ήταν τελείως άγνωστος στην Ελλάδα, με έκαναν να αρχίσω την αναζήτηση τις ημέρες της πρώτης, σκληρής καραντίνας – έπρεπε να βρούμε έναν τρόπο να επιβιώσουμε τότε, όπως θα θυμάστε.
Τι είναι αυτό που σας φαίνεται ξεχωριστό στη δική του προσωπικότητα;
Ο Νίκος Μπαλόγιανης, Bel-Jon, ήταν ένας άνθρωπος χωρίς μέτρο, που θέλησε να αρπάξει τη ζωή από τον λαιμό και να την κατακτήσει. Ένας ανικανοποίητος διώκτης της τύχης, ένας απόλυτος χαρακτήρας και ταυτόχρονα καπάτσος και καταφερτζής, ένας τύπος διονυσιακός, οξύθυμος και τρυφερός, συντηρητικός και ανατρεπτικός, έχοντας ταυτόχρονα όλα τα χαρακτηριστικά του μέσου Έλληνα που αγωνίζεται να επιτύχει. Ταυτόχρονα ήταν ένας ταλαντούχος καλλιτέχνης που κατάφερε τελικά, στην Αμερική, δουλεύοντας το μέταλλο, να δείξει την αξία του, χωρίς όμως, για άλλη μία φορά, αυτό να αναγνωρισθεί όσο εκείνος επιζητούσε με αγωνία και επιμονή.
Θα μπορέσουμε ίσως με αφορμή και το βιβλίο σας να γνωρίσουμε το έργο του, που είναι μάλλον άγνωστο στους περισσότερους;
Δεν είμαι κριτικός τέχνης και γι’ αυτό απέφυγα να περιγράψω και ακόμα περισσότερο να κρίνω το έργο του, ελπίζω όμως ότι χάρη στο βιβλίο θα πάψει να είναι αγνοούμενος. Αυτό που επιδίωξα να κάνω είναι να τον ακολουθήσω στη ζωή του και, μέσα από την πορεία του, να αναβιώσω μια τόσο ταραγμένη εποχή, να ζήσω κι εγώ τις ημέρες του Μεσοπολέμου στην Αθήνα ή στο Παρίσι εβδομάδες πριν ξεσπάσει ο πόλεμος. Και παράλληλα, να ανάψω το φαναράκι τόσων και τόσων αγνώστων σε εμάς ανθρώπων που συνάντησε στην πορεία της ζωής του ο Μπαλόγιαννης και να συναντήσω τους δικούς μου ανθρώπους, γονείς και παππούδες που έζησαν τότε. Και όχι μόνο τους δικούς μου, αλλά όλων μας, εκείνων που περπατούσαν κάτω από τις πιπεριές της Αθήνας, έπιναν ένα ποτήρι γάλα στα γαλακτοπωλεία της πόλης λίγο πριν ξημερώσει, έπαιζαν μπιλιάρδο στα σφαιριστήρια του Μαυροκέφαλου στα Χαφτεία, έγραφαν συνθήματα στους τοίχους της Κατοχής, ή χόρευαν ταγκό στο Ζάππειο υπό τους ήχους της μπάντας του Δήμου, με δυο λόγια τους γονείς, παππούδες και προγόνους όλων μας, αυτούς που βλέπουμε σε κιτρινισμένες οικογενειακές φωτογραφίες και δεν ξέρουμε ποιοι είναι, αυτούς που δεν τους ρωτήσαμε αυτά που θα θέλαμε όταν ήταν ακόμη ζωντανοί.
Επί μήνες βρισκόμουν μπροστά σε μια αμπαρωμένη πόρτα και προσπαθούσα να την ανοίξω, ψάχνοντας αρχεία, διαβάζοντας παλιές εφημερίδες, ρωτώντας τους τελευταίους μάρτυρες εκείνης της εποχής – και πολλοί από αυτούς, υπέργηροι, δεν πρόλαβαν να δουν το βιβλίο να κυκλοφορεί
Ποια υπήρξε η πιο σημαντική στιγμή αυτής της έρευνας;
Οι στιγμές που ανακάλυπτα κάτι που έψαχνα με μανία από καιρό. Γιατί δεν ήταν μία στιγμή. Όπως το γράφω στο βιβλίο, επί μήνες βρισκόμουν μπροστά σε μια αμπαρωμένη πόρτα και προσπαθούσα να την ανοίξω, ψάχνοντας αρχεία, διαβάζοντας παλιές εφημερίδες, ρωτώντας τους τελευταίους μάρτυρες εκείνης της εποχής – και πολλοί από αυτούς, υπέργηροι, δεν πρόλαβαν να δουν το βιβλίο να κυκλοφορεί. Και τι απίστευτη ήταν η χαρά όταν επιτέλους έβρισκα τον τρόπο να ανοίξω την πόρτα αυτή! Μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι είχα μπει σε μία καινούργια αίθουσα, και μπροστά μου βρισκόταν μια καινούργια πόρτα, θεόκλειστη. Δεν θα πω αν τελικά άνοιξα όλες τις πόρτες, το βιβλίο εξελίσσεται μέσα από αυτήν την –ας την πούμε αστυνομική– έρευνα. Αν πω ότι βρήκα τον δολοφόνο, θα χαλάσω όλο το σασπένς.
Όταν την ολοκληρώσατε και προχωρήσατε στο γράψιμο του βιβλίου, γιατί επιλέξατε αυτά το μπρος-πίσω στον χρόνο;
Πολύ καλή ερώτηση. Η δομή ήταν ένα από τα ζητήματα που με παίδεψαν περισσότερο. Υπάρχουν δύο ειδών χρονικά πηγαινέλα στο βιβλίο: Το ένα το θεώρησα απαραίτητο, ήταν αυτό της εναλλαγής μεταξύ της περιγραφής των ιστορικών περιόδων (1938-1939, Κατοχή, 1945-1946) και της περιγραφής της έρευνας σε ενεστώτα χρόνο, κυρίως την εποχή του Κόβιντ. Έγινε γιατί, πέρα από τη ζωή όπως ήταν πριν από 90 χρόνια, ήθελα ο αναγνώστης να παρακολουθήσει και την περιπέτεια της γραφής του βιβλίου – να το βλέπει να γράφεται την ώρα που το διαβάζει και να ζει μαζί μου την αγωνία της έρευνας. Αυτό που άργησα να αποφασίσω, και το έκανα έπειτα από πολλή σκέψη, είναι πού να τοποθετήσω το τρίτο μέρος, την Αθήνα του Μεσοπολέμου. Νομίζω ότι δεν υπήρχε άλλος τρόπος: Ή θα έμπαινε εκεί που βρίσκεται, σαν ένα μεγάλο flash back, ή δεν θα έμπαινε καθόλου. Όμως, αν το έβγαζα, θα ήταν σαν να διέγραφα για πάντα τις ζωές των προγόνων μας, σαν να έσβηνα αυτά τα φαναράκια που σας ανέφερα πιο πάνω. Δεν μπορούσα να το κάνω και χαίρομαι πολύ που το κράτησα. Ακούω μάλιστα από πολλούς αναγνώστες πόσο τους έχει συνεπάρει και συγκινήσει αυτή η περιγραφή της κοινής ζωής στα χρόνια του Μεσοπολέμου, στην Αθήνα. Τώρα που βλέπω το βιβλίο στο σύνολό του, βεβαιώνομαι ότι όλα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν.







































































