του Θανάση Μουσόπουλου*

Πολλές φορές αναρωτιέμαι γιατί κάποιοι λογοτέχνες ή καλλιτέχνες αποκτούν φήμη και η παρουσία τους είναι ιδιαίτερα έντονη μέσα στην κοινωνία, ενώ άλλοι είναι «άγνωστοι», με την έννοια ότι δεν ακούγεται συχνά το όνομά τους. Έχω διαπιστώσει μάλιστα ότι συχνά δεν συμβαδίζει η φήμη με την αξία. Σαν παραμορφωτικός φακός παρεμβαίνει ο μηχανισμός πληροφόρησης και προώθησης εμπορικών συναλλαγών. Παρόμοια μπορεί να λειτουργούν οργανώσεις και οργανισμοί πολιτικοί, οικονομικοί, θρησκευτικοί, πολιτιστικοί. Και, βέβαια, ο έντυπος και ο ηλεκτρονικός τύπος.

Ένας ποιητής που έχει σημαντικό και πρωτότυπο έργο, αλλά πολύ λίγο γίνεται λόγος γι’ αυτόν είναι ο Νίκος Καρούζος. Θα προσπαθήσω να προσεγγίσω το έργο του και να δείξω την αξία του.

Γεννήθηκε το 1926 στο Ναύπλιο και πέθανε στην Αθήνα το 1990. Σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τα οποία εγκατέλειψε για να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Στα χρόνια της κατοχής και της αντίστασης εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ και στο ΕΑΜ, μεταπολεμικά εκτοπίστηκε στην Ικαρία και στη Μακρόνησο. Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε το 1949 δημοσιεύοντας ποίηση. Από τότε ως το θάνατό του συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά, δημοσίευσε ποιήματα, πολλές ποιητικές συλλογές, ενώ κατά καιρούς εργάστηκε ως παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών, κυρίως όμως ζούσε από την ποίηση.

Το έργο του Νίκου Καρούζου το είχα υπόψη μου, σποραδικά –κυρίως σε ανθολογίες– διάβαζα ποιήματά του. Γύρω στο 1978 μελέτησα την ποίησή του, καθώς ετοίμαζα την εργασία μου «Η Σύγχρονη Ποίησή μας – Στοιχεία και Σκέψεις για τη θέση της στη Μ. Εκπαίδευση», που δημοσιεύθηκε στα «Θρακικά Χρονικά», τ. 34/1978 (κυκλοφόρησε και σε Ανάτυπο). Στη συνέχεια, καθώς προσπαθούσα να κατανοήσω και εμβαθύνω στην πρώτη μεταπολεμική ποιητική γενιά, διάβασα πιο συστηματικά ποιήματα του Νίκου Καρούζου.

Νομίζω, όμως, ότι πιο πολύ με συγκίνησε –συνταράχθηκα– από το θάνατό του, που συνέβη στις 28 Σεπτεμβρίου 1990. Γι’ αυτό μάλλον ενδιαφέρθηκα περισσότερο μετά το θάνατό του, να προσεγγίσω το έργο του.

Ψάχνοντας στο αρχείο μου, στο σχετικό φάκελο για τον ποιητή, βρήκα ένα δημοσίευμα του 2005 στην «Ελευθεροτυπία», γραμμένο από το Δημήτρη Γκιώνη με την ευκαιρία των δεκαπέντε χρόνων από το θάνατο του Νίκου Καρούζου. Ένα απόσπασμα του κειμένου αυτού, που αναφέρεται στα 1990, χρονιά που πέθανε ο ποιητής, θα παραθέσω. Εκ των υστέρων, βρήκα στο διαδίκτυο και το αρχικό δημοσίευμα του 1990, καθώς και άλλα στοιχεία. Εμείς εδώ θα χρησιμοποιήσουμε το μεταγενέστερο κείμενο:

«Ήταν Ιούλιος του 1990, όταν με προτροπή του συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλου βρέθηκα στο Λαϊκό Νοσοκομείο, όπου νοσηλευόταν, σοβαρά άρρωστος, χτυπημένος από καρκίνο, ο ποιητής Νίκος Καρούζος. Κι εκεί έμαθα με έκπληξη ότι νοσηλευόταν με χαρτί απορίας! Τέσσερα χρόνια πριν είχε γίνει γνωστό ότι είχε αρνηθεί την τιμητική σύνταξη του υπουργείου Πολιτισμού, γιατί τον είχαν τοποθετήσει στη Β΄ κατηγορία. Πράγμα που σημαίνει ότι αρνιόταν έναν σταθερό πόρο ζωής αφού, όντας ασχολούμενος μόνο με την ποίηση (και τι να βγάλει ως ποιητής;), ούτε άλλη σύνταξη είχε ή πρόσμενε, ούτε ιατρική περίθαλψη».

Μετά από το παραπάνω δημοσίευμα και τη συνέντευξη του ποιητή, ξέσπασε σάλος, το κράτος ανέλαβε να λύσει το θέμα της σύνταξης και της περίθαλψης. Ήταν όμως μάλλον αργά …

«Ο Νίκος Καρούζος πέθανε δύο μήνες αργότερα στις 28 Σεπτεμβρίου 1990, στα 64 χρόνια του, πριν προλάβει να πάρει σύνταξη», γράφει ο Δημήτρης Γκιώνης.

Νομίζω ότι αυτή η κατάληξη της ζωής του ποιητή, κατάληξη που δεν συμβαδίζει με την όλη δημιουργική του πορεία –όπως θα προσπαθήσω συνοπτικά να δείξω στη συνέχεια– ήταν ένα ισχυρό και ερεθιστικό κίνητρο για την απόπειρά μου τούτη, να μιλήσω για τον κόσμο του.

***

Στὴν ὕλη εἰσχώρησα οὐρλιάζοντας

Δυὸ θάλασσες μὲ κυνηγοῦν: ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος
δυὸ ρεύματα π᾿ ἀνάθεματα στὴν καρδιὰ μου…
Ψάχνω γιὰ νὰ βρῶ μέσ᾿ στὸ σκυλοπιωμένο κεφάλι μου
δεύτερη κτητικὰ ἀντωνυμία
δὲ βρίσκω – νοημοσύνη. Δὲ μαρμάρωσα τίποτα
Νὰ παίζουμε τοὺς ἀνέμους
νὰ παίζουμε γλυκὰ τοὺς κολασμένους
Τί βρέφος ἠδυνόμενο τὸ ποίημα
κι ὁ φουκαριάρης ὁ Ἰησοῦς
μ᾿ ἕνα πορτοκαλένιο σωβρακάκι
κρεμιέται κάθε χρόνο στὰ ἔαρα
Ἡ τέχνη μας ἡ φριχτότερη τοῦ ἐγὼ μεταμφίεση.

Ο Νίκος Καρούζος από το 1954 ως το θάνατό του δημοσίευσε πολλές ποιητικές συλλογές. Η πρώτη είναι «Η επιστροφή του Χριστού». Ακολούθησαν «Νέες Δοκιμές», «Σημεία», «Είκοσι ποιήματα», «Διάλογοι». Το 1961 έχουμε τον τόμο «Ποιήματα» με τις ως τότε συλλογές. Το 1962 κυκλοφόρησε η συλλογή «Η Έλαφος των Άστρων», στη συνέχεια «Ο Υπνόσακκος», «Πενθήματα», «Λευκοπλάστης για μικρές και μεγάλες αντινομίες», «Χορταριασμένα χάσματα», «Απόγονος της νύχτας». Το 1979 έχουμε τον τόμο «Ποιήματα» με τις συλλογές 1969-1974. Ακολουθούν οι συλλογές «Δυνατότητες και χρήση της Ομιλίας», «Ο Ζήλος του μη-σχετικού με παροράματα», «Μονολεκτισμοί και ολιγόλεκτα». Το 1981 έχουμε το συλλογικό τόμο (1961-1980) «Ποιήματα». Ακολουθούν «Φαρέτριον», «Η τέταρτη εποχή», «Αναμνηστική λήθη», «Αντισεισμικός τάφος», «Συντήρηση ανελκυστήρων», «Νεολιθική νυχτωδία στην Κροστάνδη», «Ερυθρογράφος», «Λογική μεγάλου σχήματος». Μετά θάνατο κυκλοφόρησαν «Ευρέσεις σε κυανό κοβάλτιο», «Θρίαμβος χρόνου». Το 1966 κυκλοφόρησε το δοκίμιό του «Μεταφυσικές εντυπώσεις απ’ τη ζωή ως το θέατρο» (μια προσωπική και πολύ οξυδερκής ανάγνωση του Μπέκετ), ενώ με τη συνεργασία του Δημήτρη Καλοκύρη μετέφρασε κείμενα του Μπόρχες. Επίσης κυκλοφόρησε ο τόμος του «Τα πεζά» (1955-1991).

Η ποίηση του Νίκου Καρούζου διακρίνεται για τη θρησκευτικότητα και τις μεταφυσικές αναζητήσεις σε συνάρτηση πάντοτε με την κοινωνική διάσταση της τέχνης.

Ο πόνος, η θυσία, η πίστη γίνονται μέσα για να λυτρωθεί ο άνθρωπος από την πτώση και το θάνατο, για να κερδίσει πνευματική ενότητα και ανάταση. Η αγάπη για τον κόσμο και τον άνθρωπο δίνει στον ποιητή τη δυνατότητα να οραματίζεται. «Η ποίηση του Νίκου Καρούζου έχει ουσία και ύφος αδιάκοπης προσευχής» σημειώνει ο Γιώργος Θέμελης, ενώ ο Τάκης Σινόπουλος θεωρεί ότι η ποίησή του εκφράζει την επιθυμία της λύτρωσης του ανθρώπου από την αγωνία της εποχής «αποδιώχνοντας το άγχος με τη χάρη της αγάπης».

Βέβαια, με την πάροδο του χρόνου η ποίηση του Καρούζου διαφοροποιείται. Στη δεύτερη φάση, μετά το 1962, ο ποιητής δίνει έμφαση στην αισθητική τελειότητα των στίχων του. Επιδιώκεται η μυστική βίωση των πραγμάτων, η συμφιλίωση με τη φύση, τη φθορά και τον θάνατο. Η κοινωνική διάσταση της ποίησης του Καρούζου επικρατεί, καθώς υπερισχύει η αντίσταση απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας και περιορισμού της ανθρώπινης σκέψης.

Σε γενικές γραμμές, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο ποιητής κατορθώνει να συμφιλιώσει την πραγματικότητα με τη φαντασία, το γνωστό με το άγνωστο, την επιφάνεια με το βάθος. Λυρισμός και κοινωνικότητα βρίσκονται σε διαρκή αλληλεξάρτηση.

Κατά κάποιο τρόπο, θα λέγαμε ότι είναι «Διγενής»: Από το δάσκαλο-αγωνιστή της αντίστασης πατέρα του πήρε την κοινωνική επαναστατική διάσταση, ενώ από τη μητέρα του –κόρη ιερέα– και τον θείο του αρχιμανδρίτη πήρε τις ορθόδοξες ριπές και τον λυρισμό της δημιουργίας του.

(Συνεχίζεται)

* Ο Θανάσης Μουσόπουλος είναι φιλόλογος, συγγραφέας, ποιητής

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!