«Θ.Ν.» ο αινιγματικός τίτλος του νέου βιβλίου της Νάντιας Βαλαβάνη με υπότιτλο «Ένα χρονικό για “τα παιδιά του Φλεβάρη” μισόν αιώνα αργότερα» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Τόπος.

Το Θ.Ν. ήταν τα αρχικά του συνθήματος «Θα Νικήσουμε». Μέσα στα ζοφερά χρόνια μια ακτίνα φωτός. Διαβάζοντας το βιβλίο γυρνάς πίσω και πάλι νιώθεις έναν κόμπο στον λαιμό, γνωρίζοντας τα όσα ακολούθησαν.

Η ατιμωρησία των ενόχων, τα απίστευτα βασανιστήρια, το γεγονός πως συνέβαιναν δίπλα εκεί που ζούσαμε…

Τις μέρες που η Νάντια Βαλαβάνη βρισκόταν φυλακισμένη μαζί με τους συντρόφους και τις συντρόφισσές της, οι φίλοι μου κι εγώ, έφηβοι τότε, ζούσαμε λίγα τετράγωνα πιο πέρα, πηγαίναμε στο διπλανό σινεμά και αγνοούσαμε ποια δράματα παίζονταν πίσω από τους τοίχους…

Ένα βιβλίο συγκλονιστικό κι αληθινό, με πολλά ντοκουμέντα και πράγματα που θα έπρεπε τουλάχιστον στις μέρες μας να έχουν βγει στο φως.

Την Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου στις 7 το απόγευμα, με αφορμή την 52η επέτειο του «χτυπήματος του Φλεβάρη», το βιβλίο θα παρουσιαστεί στον Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσός (Πλατεία Αγίου Γεωργίου Καρύτση 8, Αθήνα)

Πώς αποφάσισες «μισόν αιώνα αργότερα» να γράψεις για τα παιδιά του Φλεβάρη; Ποια ήταν αυτά τα παιδιά;

Έκλεισε μισός αιώνας (1974-2024) από το «χτύπημα του Φλεβάρη», όταν η Γενική Ασφάλεια Αθηνών επί Ιωαννίδη συνέλαβε εκατοντάδες νέους ανθρώπους προκειμένου ν’ αποφασίσει πόσους θα κρατήσει για πεντάμηνη ανάκριση – με όλα τα μέσα εξαναγκασμού που χρησιμοποιούσαν επί δικτατορίας. Τ’ αγόρια μεταφέρθηκαν επιπλέον μερικές βδομάδες στην ΕΣΑ (Στρατιωτικές Φυλακές Μπογιατίου, αρχιβασανιστής Αντισυνταγματάρχης Γκόρος). Εκατοντάδες καταζητούμενοι πέρασαν στην παρανομία. 41 από τους συλληφθέντες παραπεμφθήκαμε τον Ιούλιο στο Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών, που μας προφυλάκισε στον Κορυδαλλό: Μαζί μας θα δικάζονταν ερήμην και 59 απ’ τους καταζητούμενους σε μια «Δίκη των 100», που δεν έγινε ποτέ λόγω Μεταπολίτευσης.

Το 2014 ο δημοσιογράφος Λάμπρος Τόκας εξέδωσε ένα βιβλίο συνεντεύξεων με τίτλο «Τα παιδιά του Φλεβάρη». Έκτοτε το όνομα «κόλλησε».

Έγραψα για την πεντάμηνη ανάκριση με την ματιά ενός κοριτσιού 19,5 χρονών, που δεν ξέρει σχεδόν κανέναν απ’ όσους έχουν πιαστεί μαζί της και, επί τεσσεράμισι μήνες στην απομόνωση, τους γνωρίζει «μιλώντας» μέσα απ’ τους τοίχους. «Διόρθωσα» και συμπλήρωσα ότι θυμόμουν χάρη στον «φάκελο» μου, ανάμεσα στους ελάχιστους που δεν καταστράφηκαν το 1989, δημοσιοποιώντας και έγγραφά του – και χάρη σε έρευνα στο Στρατοδικείο και στα Βρετανικά Αρχεία.

Έγραψα αυτό το βιβλίο, πριν απ’ όλα επειδή διεξάγεται λυσσαλέος πόλεμος για την ιστορική μνήμη – και το «χτύπημα του Φλεβάρη», το συντριπτικότερο απ’ όσα δέχτηκε το ΚΚΕ στη διάρκεια της δικτατορίας, έχει ξεχαστεί. Επειδή την ίδια χρονιά γινόμουν 70 χρονών, κι αυτό έκανε «ευκολότερη» την προσέγγιση ενός θέματος δύσκολου και «λεπτού» για όλους μας, για τεχνικές βασανισμού από αμερικάνικες «ακαδημίες» ή για τους βασανιστές που έφυγαν απ’ τη Δίκη της Χαλκίδας (1975) χωρίς μια μέρα φυλακή. Αλλά και σαν έκκληση να μιλήσουν οι εναπομείναντες της γενιάς μου: Κάποιοι απ’ τους καλύτερους έχουν «φύγει» χωρίς να βρεθεί ένας ιστορικός ή δημοσιογράφος να τους θέσει μια ερώτηση – παίρνοντας μαζί τους ένα κομμάτι της βιωμένης ιστορίας, που χάνεται ανεπιστρεπτί.

Σώθηκε ο δικός σου φάκελος, όμως εκατομμύρια άλλοι φάκελοι χάθηκαν στην πυρά. Πώς εξηγείς το τι συνέβη τότε και πώς το κρίνεις;

Το νομοθετημένο κάψιμο 17 εκατ. φακέλων είναι παγκόσμια πρωτοφανές, αλλά και καταστροφικό για την ιστορική έρευνα στην Ελλάδα: Χάθηκε ανεπιστρεπτί η δυνατότητα να γραφτεί μια ιστορία από τη σκοπιά των «κάτω»: Τόσα εκατομμύρια φάκελοι σήμαιναν αναλυτική αστυνομική καταγραφή της πορείας ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων μέχρι (επισήμως) το 1981, καθώς δεν «φακελώνονταν» μόνο στελέχη ή πρωτοπόροι αγωνιστές, αλλά κάθε άντρας και γυναίκα που έστω για λίγο συνδέθηκε με το κίνημα.

Αυτό έγινε στο όνομα μιας «εθνικής συμφιλίωσης» στηριγμένης στη λήθη (!) – «φόρο» που πλήρωσε ο ενιαίος Συνασπισμός (ΚΚΕ+ΕΑΡ) στη Ν.Δ. για τη (Συγ)κυβέρνηση Τζαννετάκη.

Οι φάκελοι του πατέρα μου Γιώργου Βαλαβάνη και του συντρόφου μου Δήμου Τσακνιά –χαρακτηρισμένοι ως «κομμουνιστές Γ» (οι πιο επικίνδυνοι)– καταστράφηκαν. Δεν κατάλαβα ποτέ με τι κριτήρια ο δικός μου φάκελος συμπεριλήφθηκε στους 2.110 λεγόμενους «ιστορικούς φακέλους», που κρατήθηκαν.

Ποιοι από τους ανθρώπους που βρεθήκατε μαζί εκείνη την εποχή χαράχτηκε πιο έντονα στη μνήμη σου και γιατί;

Η φοιτήτρια της Ιατρικής Αγγελική Σωτήρη, που πρωτογνώρισα μέσω «αλληλογραφίας» στην τουαλέτα και μοιραστήκαμε το ίδιο κελί στον Κορυδαλλό: Επειδή πιάστηκε στο παράνομο τυπογραφείο της Αντι-ΕΦΕΕ, αρνήθηκε επί πεντάμηνο να πει ακόμα και τ’ όνομά της… Ο άλλος «τυπογράφος», ο Λάκης Σταθάκης, που όταν βρέθηκα σε διπλανό κελί, πρωτομίλησα μαζί του μέσω του τοίχου κι έγινε ο Μέντοράς μου για ζητήματα ανάκρισης. Θα πρέπει να διαβάσετε τις ιστορίες με τους Κώστα Κάππο, Θόδωρο Τζιαντζή, Δημήτρη Γόντικα, που τους λυπόμουνα θεωρώντας τους «άσχετα» λαϊκά παιδιά. Τις συγκρατούμενες μου φοιτήτριες Ιωάννα Μακρή, Κάλλια Τουρνάκη και Βίκη Σιδέρη που, όταν τελείωσε η ανάκριση και βρεθήκαμε στριμωγμένοι στο ίδιο κελί, επί ένα μήνα –μέχρι να βρεθούμε Κορυδαλλό– μιλούσαμε ασταμάτητα… Τη «Ρηγού» Μαργαρίτα Γιαραλή, που –καβάλα σε μια φανταστική Γιαμάχα– μας υπενθύμιζε ότι στην ανάκριση δεν λέμε τίποτα. Στον Κορυδαλλό, τις συγκρατούμενες μου Μαρία Χατζηνικολάου, Αρούς Αϊδινιάν, Μαρία Αποστολά και την «επικεφαλής» μας Μίνα Γιάννου, αλλά επίσης την αναρχική Κάτια Καμπιώτου και τις τροτσκίστριες Αγγελική και Ελένη Κουτσουμπού. Τους φοιτητές ΕΜΠ Στέφανο Πάντο και Γιάννη Μαρούκη και Σχολής Καλών Τεχνών Σπύρο Κουρσάρη και Άγγελο Βλάσση, που δεν τους γνώριζα, αλλά μάθαινα νέα τους απ’ τους τοίχους. Και, βέβαια, τη συνομήλικη μου πόρνη Ευαγγελία Ι. και τον ληστή τραπεζών Θόδωρο Βενάρδο – αξέχαστοι!

Η εικόνα του εξωφύλλου έχει κι αυτή τη δική της ιστορία. Θα ήθελες να μας την αφηγηθείς;

Είναι από το 1975, το τελευταίο πολιτικό σκίτσο που ζωγράφισα. Το γαρύφαλλο μες στο πλαστικό ποτήρι είναι μια απ’ τις ιστορίες του βιβλίου, γι’ αυτό και 50 χρόνια αργότερα το χρησιμοποίησα ως εικονογράφησή της. Άρεσε ωστόσο στο Εκδοτικό, κι έτσι έγινε επίσης εξώφυλλο.

Τι είναι η μουσική «σφήνα», που θα κάνει πρώτη εμφάνιση εμβόλιμα στην παρουσίαση του βιβλίου την Πέμπτη, 26 Φλεβάρη στον «Παρνασσό»;

Αυτή η μίνι μουσικοθεατρική εμβόλιμη «παράσταση» με επιλεγμένα αποσπάσματα τραγουδιών δεν ήταν δική μου ιδέα, αλλά μιας αναγνώστριας, καθώς μέσα απ’ τις σελίδες του βιβλίου «ακούγονται» τα τραγούδια που τραγουδούσαμε καθημερινά σε όλα τα κελιά σαν όπλο απέναντι στην αγωνία και τον φόβο. Ήταν όλων των ειδών, από έντεχνα των Θεοδωράκη, Λοΐζου, Σαββόπουλου, Μαρκόπουλου κ.ά. μέχρι λαϊκά και ρεμπέτικα, αλλά και πολιτικά, εργατικά, traditional – των Μπομπ Ντύλαν, Τζόαν Μπαέζ, Σάιμον & Γκαρφάνκελ, Ένιο Μορικόνε κ.λπ. Εγώ τραγουδούσα κι ένα παλιό Γερμανικό τραγούδι από τον Πόλεμο των Χωρικών: «Οι σκέψεις είναι ελεύθερες». Αλλά καθημερινά τ’ απογέματα, τη δυσκολότερη ώρα, άρχιζε ο συγκλονιστικότερος μουσικός ήχος μέσα στα κρατητήρια, η «συναυλία των σφυριγμάτων».

Είμαι απέραντα ευγνώμων στους εξαιρετικούς καλλιτέχνες – τραγουδιστές και μουσικούς. Συλλογικό αποτέλεσμα της δουλειάς και των εμπνεύσεων τους αποτελεί η σύντομη παράσταση «Τα κελιά τραγουδούν και σφυρίζουν», με συμμετοχή καθολικά εθελοντική, που θα εμφανιστεί για πρώτη φορά, εμβόλιμα στην παρουσίαση του βιβλίου στον, πολύ φιλόξενο πλέον, «Παρνασσό». Κάποιους τους γνώρισα για πρώτη φορά στο πλαίσιο του στησίματός της, κάποιοι άλλοι, πριν απ’ όλα η αφηγήτρια / τραγουδίστρια και η πιανίστρια, είναι παλιοί φίλοι. Η μουσική «σφήνα» έχει τη σφραγίδα όλων τους!

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!