του Φίλιππου Νικολόπουλου*
Χωρίς να πείσει τον ίδιο τον αμερικανικό λαό, όπως και τους ευρωπαϊκούς λαούς και τις ηγεσίες τους, η ηγεσία των ΗΠΑ, σε σύμπλευση με την ηγεσία του Ισραήλ, κήρυξε έναν πόλεμο κατά του Ιράν παραβιάζοντας για μια ακόμη φορά το Διεθνές Δίκαιο. Πριν από μερικούς μήνες βομβάρδισε για πρώτη φορά το Ιράν και ο ίδιος ο πρόεδρος των ΗΠΑ δήλωσε τότε ότι οι ΗΠΑ διέλυσαν τις τεχνολογικές υποδομές του που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην κατασκευή πυρηνικής βόμβας (με σχετικό εμπλουτισμό ουρανίου) πράγμα που, κατά τη γνώμη του, ήταν αναγκαίο για την ειρήνη και ασφάλεια της Μέσης Ανατολής. Και ήταν τότε ικανοποιημένος και έδωσε την εντύπωση ότι το ζήτημα έληξε.
Τώρα ξανά μας είπε ότι το Ιράν σε δύο εβδομάδες θα μπορούσε να κατασκευάσει πυρηνική βόμβα κι έτσι αναγκάστηκε να βομβαρδίσει ξανά με μεγαλύτερη επιθετικότητα. Επομένως, συν τοις άλλοις, στρέφεται και κατά της κοινής λογικής: Αφού πριν από μήνες ο κίνδυνος εξαλείφθηκε, πώς εμφανίστηκε ξανά απειλητικός; Εκτός αν ο ίδιος ψεύδεται ή διαθέτει ανεπαρκές σύστημα πληροφοριών (πράγμα που δεν νομίζω ότι μπορεί να συμβαίνει στις ΗΠΑ). Οι αντιφάσεις είναι εμφανείς!
Η κίνηση του Τραμπ, δυστυχώς για τις ΗΠΑ, μπορεί να αποδειχθεί «μπούμερανγκ» εναντίον του: μείωση της δημοτικότητάς του, δυσφορία του μεγαλύτερου μέρους του αμερικανικού λαού για έναν νέο πόλεμο, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε διεθνή πολεμική σύρραξη (ενώ προεκλογικά υποσχόταν ειρήνη), μείωση του γοήτρου των ΗΠΑ ως δύναμης που έμπρακτα μένει πιστή στο Διεθνές Δίκαιο, μεγάλο οικονομικό κόστος όσο ο πόλεμος συνεχίζεται, διαφωνίες και εντάσεις μεταξύ των δυτικών χωρών, μείωση της συνοχής του δυτικού κόσμου, αύξηση του μίσους ακραίων αντιδυτικών μουσουλμανικών οργανώσεων κατά της Δύσης κ.ά.
Μια μεγάλη δύναμη πρέπει να αποφεύγει τη συνεχή αύξηση των εχθρών της ή την ένταση των αρνητικών αισθημάτων εκείνων που τις αντιτίθενται, αλλ’ αντίθετα με συγκεκριμένες πολιτικές κινήσεις και ενέργειες –σε διεθνές επίπεδο– να κάνει τους λαούς συνειδησιακά να την αποδέχονται ή τουλάχιστον να την ανέχονται υπό όρους. Η συνεχής σύγκρουση με στοιχεία βίας αυξάνει τα προβλήματα και ενέχει τον σοβαρό κίνδυνο να οδηγήσει σε αποδιοργάνωση του όλου συστήματος των διεθνών σχέσεων –πολιτικά και οικονομικά– που με τη σειρά της μπορεί να καταλήξει σε ανεξέλεγκτες χαοτικές καταστάσεις (αυτό ισχύει και για τις ακραίες και βίαιες πολιτικές οργανώσεις, που νομίζουν ότι μόνο τα βίαια σχέδιά τους είναι ικανά να οδηγήσουν στο πολιτικό αποτέλεσμα που επιθυμούν). Η βία, αυτή η ίδια και οι επιπτώσεις της, αποτελούν πρόβλημα, αν δεν ασκείται από σώφρονες πολιτικούς και με όρους διεθνούς νόμιμης τάξης (π.χ. νόμιμη άμυνα).
Ήδη πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες, άλλοι με περισσότερη παρρησία, άλλοι πιο συγκρατημένα, έχουν εκφράσει τη διαφωνία τους με αυτόν τον πόλεμο, ενώ κι ο πρώην Πρόεδρος Κλίντον σε ομιλία του κριτικάρισε αυστηρά τις αποφάσεις του Τραμπ εκφράζοντας ανησυχίες πολλών Αμερικανών. Ο τελευταίος τοποθέτησε σωστά το ζήτημα: κατακριτέο φυσικά το καθεστώς της Τεχεράνης, αλλά το ερώτημα είναι πώς το ανατρέπεις. Με μια βίαιη επέμβαση; Θα ξεχάσουμε τι έγινε στο Βιετνάμ, στο Ιράκ και το Αφγανιστάν; Θα παραβιάσουμε τη θεμελιώδη αρχή της μη επέμβασης στα εσωτερικά μιας άλλης χώρας; Ακόμη και αξιωματούχοι τώρα του Ισραήλ δηλώνουν ότι το καθεστώς της Τεχεράνης, πρέπει ν’ ανατραπεί από τον ίδιο τον ιρανικό λαό.
Άλλη αποτυχία του προέδρου των ΗΠΑ ήταν ότι δεν προέβλεψε την αντίσταση των Ιρανών. Την περίμενε πολύ μικρότερη, πράγμα στο οποίο ενδεχομένως να συνετέλεσε και η αλαζονεία του χαρακτήρα του. Δεν αντελήφθη ακόμη ότι μπορεί πολλοί Ιρανοί να διαμαρτύρονται για το θεοκρατικό καθεστώς, αλλά πολλοί άλλοι μουσουλμάνοι (πιθανώς φανατικοί) το υποστηρίζουν. Φαίνεται επίσης ότι δεν έχει αναπτύξει, όπως και πολλοί άλλοι Αμερικανοί αξιωματούχοι, ουδεμία προβληματική γύρω από την πολιτική κουλτούρα των ανατολικών λαών και των διαφορών της από εκείνη των δυτικών, που μάλιστα λόγω των χαρακτηριστικών της καταναλωτικής κοινωνίας και του πνεύματος του νεοφιλελευθερισμού είναι πλέον αρκετά απομακρυσμένη από βαθιά «πιστεύω». Και η κουλτούρα ενός λαού πρέπει να κατανοείται και να ερμηνεύεται, ανεξάρτητα αν είναι καλή ή κακή σύμφωνα με τα δικά μας δυτικά κριτήρια (βασική θέση της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας).
Η ηγεσία των ΗΠΑ θα ήταν προτιμότερο να θυμηθεί το νόημα του αξέχαστου έργου του μεγάλου οικονομολόγου Τζ. Γκαλμπράιηθ «Ο Θρίαμβος» (στρατιωτικός θρίαμβος, αλλά με οδυνηρές ηθικές συνέπειες) και να πράττει αναλόγως. Και ν’ αντιληφθεί έγκαιρα ότι η παρακμή της Δύσης δεν αντιμετωπίζεται με τα όπλα, αλλά με σοβαρό προβληματισμό γύρω από στάσεις ζωής, δημιουργίες και δράση που στηρίζονται σε πνευματικές και ηθικές αξίες.
* Ο Φίλιππος Νικολόπουλος είναι Καθηγητής Κοινωνιολογίας, Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο, Λογοτέχν. Γραμ. των Σχολών και της Κοσμητείας του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» και επιστημονικός υπεύθυνος του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του








































































