Του Γιώργου Γιαλούρη

Ωδίνες, πρέπει να γεννάμε τις σκέψεις μας με ωδίνες είπε εκείνος ο μυστακοφόρος φιλόσοφος, ήξερε από ωδίνες, από τένις δεν ήξερε ωστόσο, ο Μπέκετ ίσως κάτι γνώριζε, μας δουλεύεις, μας δουλεύεις κύριε Μπέκετ για τριάντα πέντε ολόκληρα δευτερόλεπτα, ρε κερατά Μπέκετ, κάτι θα ήξερες όταν υποστήριζες ότι δεν υπάρχει σωτηρία σε αυτόν τον πλανήτη, πατάμε πάνω στη Γη, γεννηθήκαμε μετά τους δεινόσαυρους στη γη της απελπισίας, γεννηθήκαμε κι έκτοτε τα φύλλα και τα παλιόχαρτα κολλούν πάνω μας, περπατώ με τον φίλο Béla χωρίς να λέμε κουβέντα, φυσάει μία τραμουντάνα ανυπόφορη και δεν υπάρχει διαθέσιμος χρόνος, τίποτα δεν πρόλαβα, όλα τ’ άφησα μισά, πρέπει να είμαστε στην ώρα μας και να βάζουμε τελείες, τελεία και παύλα τώρα όλοι στοιχισμένοι, τώρα ήρθε η ώρα, σήκωσε ξανά το τουφέκι σύντροφε, εντάξει, ας πάμε με τους καιρούς, σήκωσε το ντρόουν σύντροφε, προληπτικά έστω, τον ξέσκισαν τον κακομοίρη, κοίτα πως μάσησαν οι έλικες τον λαιμό του, δεν το πιστεύεις ότι κυκλοφορεί τόσο αίμα μέσα στις φλέβες μας, άδειασε, πότισε το χιόνι, δέκα εκατομμύρια τόσοι ήταν, φύγανε, χάθηκαν, προχώρα ρε αλλιώς δεν θα ξαναδείς τη μάνα σου, έχω notification, παραγγελία ξηρά τροφή, νερό και captagon, μπουκωμένοι στα captagon και η σεροτονίνη στα ουράνια για ένα πλανήτη βυθισμένο στη μαύρη, εύφορη λάσπη, χορέψτε όσο προλαβαίνετε, εγώ συνομιλούσα με τα γιοφύρια, όχι έτσι ρε, όχι «σκνίπα» ρε, μην την εξευτελίζεις τη ζωή σου ρε μαλάκα, μην την εξευτελίζεις, εγώ δεν ξέρω απ’ αυτά, στις πλατείες, στις πόλεις και τα νησιά, έμεινα μόνος να φωνάζω στους Αθηναίους να φύγουν από τους Αιγός ποταμούς, μπείτε στα πλοία, πιάστε τα κουπιά, έρχεται ο Λύσανδρος με τους οπλίτες του, πάει ο στόλος, άθικτα τα πλοία, σφαγιάστηκαν όλοι, πρέπει να μισείς, πρέπει να έχεις ένα άλλο ήθος για να σκοτώνεις με το σπαθί, να λούζεσαι στο αίμα του απέναντί σου, τίποτα δεν το απέτρεψε όμως, ούτε η δημοκρατία, ούτε η τραγωδία, ούτε κανένα πρόταγμα αυτονομίας, σκοτωνόμαστε με όλους τους τρόπους που έχουμε διαθέσιμους, σφάξτε τους όλους, και τους τρεις χιλιάδες, κόψτε την καρωτίδα ή τη μηριαία αρτηρία, πόσα κόκαλα να τσακίσεις με τον σίδηρο και τον χαλκό, ένα σκίσιμο και αδειάζει το αίμα σε δευτερόλεπτα, λιγότερα από τριάντα πέντε δευτερόλεπτα, πολλά μας έδωσες κύριε Μπέκετ, δεν χρειάζεται και ακόνισμα το ξίφος, τους μαλακούς, τους μαλακούς ιστούς, χρόνια τώρα η ίδια ιστορία, ισχύς, πλούτος, συμφέροντα και προς Θεού, όποιου Θεού αγαπάτε αλλά προς Θεού, μην πατάτε τις ανεμώνες, θέρος, τρύγος, πόλεμος, τι απέμεινε από τότε, μια επίφαση δημοκρατίας, ούτε μία καινούργια τραγωδία δεν έχει γραφτεί τόσον καιρό, σημαίες, συνθήματα και xanax, ζούμε χωρίς ν’ ακούμε, πώς ν’ ακούσεις όταν όλοι γύρω σου φωνάζουν κι επικαλούνται την υπεροχή του ενός ή του άλλου, να θεσμίσουμε, να αυτοοργανωθούμε, ποιοι θα το κάνουν αυτό, άραγε ποιοι, εκείνοι που μπορούσαν – λάθος – εκείνοι που το πίστεψαν, χάθηκαν, ιδιωτική πρωτοβουλία, είμαστε όλοι τόσο έξυπνοι, τόσο μα τόσο έξυπνοι, πώς έγινε και τα γαμήσαμε όλα, μα όλα πάνε καλά, ο ελληνικός λαός με τη δύναμη της ορθοδοξίας και της παράδοσης θα ενωθεί και θα…καλά, καλά, κοίτα τι αμάξι οδηγάω, ολοκαίνουργιο PHEV, γαμάει, βάζω μέσα τα πιτσιρίκια και πηδάω και τη γκόμενα, σιγά μωρέ, εντάξει μωρέ, έχω και στο πορτ μπαγκάζ τα δώρα των παιδιών, όλα πάνε καλά και τα καφέ είναι γεμάτα, εντάξει, άμα τα καφέ είναι γεμάτα ησυχάστε, κανείς δεν θα βγει στον δρόμο, homo sestertius, η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες, σε πέντε, έξι δηλαδή που μένουν στον Λονδίνο, το υπόλοιπο το αλωνίζουν οι τουρίστες, οι γαμημένοι τουρίστες που τσαλαπατούν τις ανεμώνες, μην πατάτε ρε μουνιά τις ανεμώνες και μην τις βγάζετε φωτογραφία, να, ορίστε, την τράβηξε φωτογραφία ο μαλάκας, κοίτα ρε τον μαλάκα, ούτε ν’ ακούσει, ούτε να αισθανθεί, ούτε ν’ αφουγκραστεί τίποτα, φωτογραφία την τράβηξε μόνο.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!