Η έμπειρη 77χρονη Πολωνή σκηνοθέτρια και σεναριογράφος Ανιέσκα Χόλαντ, με αρκετές βιογραφικές ταινίες στο ενεργητικό της («Καταραμένη Σχέση / 1995» και «Αντιγράφοντας τον Μπετόβεν / 2006»), επιλέγει να ασχοληθεί και με τον εβραϊκής καταγωγής γερμανόφωνο Τσέχο συγγραφέα Φράντς Κάφκα (1883-1924). Στη νέα ταινία της «Φραντς Κάφκα» απομακρύνεται από τον ρεαλισμό και δημιουργεί μια πυκνή σκηνοθετική γραφή, μη γραμμικής αφήγησης, γεμάτη θεατρικά και συμβολικά στοιχεία, ώστε να αποδώσει πληρέστερα το λεγόμενο εφιαλτικό «καφκικό σύμπαν του αλλόκοτου και του παράλογου». Εκτός από μια αλλόκοτη δομή, γεμάτη πισωγυρίσματα σε παρελθόν, παρόν και μέλλον, η σκηνοθέτρια επιχειρεί να αποδώσει τον τεράστιο αντίκτυπο του έργο του στη σύγχρονη κουλτούρα, αλλά και ως τουριστική ατραξιόν για την Πράγα, όπου έζησε και έγραψε.

Δίχως να αποσαφηνίζεται πότε πρόκειται για φλασμπάκ παιδικής ηλικίας, για μυθοπλαστικά βιογραφικά αποσπάσματα ή για δραματοποιημένες σκηνές στα μυθιστορήματά του, όπως όταν διαβάζει δημόσια τη «Σωφρονιστική αποικία» (1919), δημιουργείται θελημένα σύγχυση σε μια χαοτική αφήγηση, γεμάτη συμβολισμούς και συνειρμούς, που ανακαλεί τη θεατρικότητα και τις αφηγηματικές τεχνικές του Χιλιανού σκηνοθέτη Ραούλ Ρουίζ, στην ταινία του «Ο ξανακερδισμένος χρόνος» (1999), (αποδίδοντας το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», του Προυστ), παράλληλα με κάποια στοιχεία από τους Ταβιάνι, που μετέφεραν κινηματογραφικά το έργο του Πιραντέλο, στις ταινίες «Χάος» (1984) και «Λεονόρα Αντίο» (2022).

Βασικά χαρακτηριστικά του έργου και της προσωπικότητας του Κάφκα μεταφέρονται σεναριακά, από αναφορές κοντινών του ανθρώπων. Ένας τυφλός οργανίστας περιγράφει πως «σκόνταφτε σε πράγματα και ανθρώπους, που δεν τους καταλάβαινε, παρά μόνο όταν τους φανταζόταν μέσα στο δικό του σύμπαν», ένας οδοντίατρος αναφέρει πως «ο Φρόυντ θα ούρλιαζε, επειδή πίσω από όσα του συμβαίνουν κρύβεται ο πατέρας του και όλο το οικογενειακό τσίρκο», ο λογοτέχνης φίλος του Μαξ Μπροντ -υπαρκτό πρόσωπο- που υπήρξε συμφοιτητής του και βιογράφος του, ενώ διέσωσε τα γραπτά του και τα εξέδωσε μετά τον πρόωρο θάνατό του, 40 ετών, από φυματίωση, θαυμάζει πως «ο Καφκά, που είχε την αθώα γοητεία ενός μάρτυρα, μπορούσε να χωρέσει σε μια πρόταση ό,τι ο ίδιος θα χρειαζόταν 12 σελίδες για να εκφράσει». Χαρακτηριστικές ατάκες ακούγονται δια στόματος του συγγραφέα «οι λέξεις έχουν ένα μοναδικό, αδιαμφισβήτητο βάρος», στο επεισόδιο που ο Κάφκα τσακώνεται με έναν επαίτη, επειδή δεν του έδινε ρέστα, με την σκηνοθέτρια να τον υπονομεύει, ως ψυχικά διαταραγμένο.

Με τον πατέρα του να εναντιώνεται στη σχέση του με την απένταρη Φελίτσε, συντρίβοντας μια κατσαρίδα πάνω στο τραπέζι, κατά τη διάρκεια οικογενειακού γεύματος, γίνεται αναφορά στην αλληγορική νουβέλα «Η μεταμόρφωση» (1915), όπου ο πρωταγωνιστής μεταμορφώνεται σε κατσαρίδα, μέσα σε ένα αλλοτριωμένο οικογενειακό περιβάλλον.

Η εκτός κάδρου αφήγηση μεταφέρεται μέσω κοντινών του προσώπων, που ενώ συνεχίζουν τις καθημερινές τους δραστηριότητες, ως κινηματογραφικοί χαρακτήρες, μιλούν για τον συγγραφέα, με το βλέμμα απευθείας στο φακό, σαν να απευθύνονται στους θεατές, σε μια αντι-κινηματογραφική σύμβαση, που καταργεί τον αόρατο «τέταρτο τοίχο». Έτσι, ο Μαξ μας κοιτάει, καθώς ξυρίζεται, αναφέροντας πως «ο Κάφκα έμεινε για πάντα ένα αγόρι που απαγόρευε στον εαυτό του να παραπονιέται, βλέποντας τον πόνο ως νέα προοπτική». Η αγαπημένη του αδερφή Όττλα αναφέρεται στις δυσκολίες του με τις γυναίκες, κοιτώντας μας ενώ μαγειρεύει ή ενώ χτενίζεται.

Η διάσταση πλατωνικού έρωτα στον Κάφκα επιβεβαιώνεται και από τα λεγόμενα μιας ξεναγού «Ερωτεύτηκε μια γυναίκα που είδε μονάχα μια φορά, της έγραψε τόνους γράμματα, αλλά δεν έσμιξε ποτέ μαζί της».

Αναφερόμενος στον Κίρκεγκωρ, που υποστήριζε πως «η αμφιβολία νικά την πίστη και όχι το αντίστροφο», ο Κάφκα σχολιάζει πως «δεν πρέπει να συγχέουμε πίστη με ευπιστίατο νόημα βρίσκεται στην αναζήτηση του Θεού και όχι στην εύρεσή Του».

Για την «καφκική» αίσθηση χρησιμοποιούνται λιγοστά ασπρόμαυρα πλάνα. Σε μικρή ηλικία, όταν ο πατέρας αφήνει νύχτα τον μικρό Κάφκα έξω από το σπίτι, το αγόρι παρακολουθεί σε ασπρόμαυρο τη σκοτεινή φιγούρα ενός άντρα με καπέλο στο δρόμο, που η σκιά του ολοένα μεγαλώνει, σκηνή που αποκαλύπτει παιδικούς φόβους, που έχουν τροφοδοτήσει την αγχωτική διάσταση απειλής στα γραπτά του.

Άλλοτε, όταν ο Κάφκα πλαγιάζει με μια πόρνη, η ερωτική του διάθεση διακόπτεται απότομα, φωνάζοντας πως «κλέβουν τη φωνή του», ενώ σε ασπρόμαυρο, εισάγεται πλάνο σημερινής εποχής, με πλήθος που στέκεται σε διάφορα επάλληλα επίπεδα επάλξεων ενός πύργου, αναφορά στο διάσημο μυθιστόρημά του «Πύργος» (1925). Μετά την εγκατάστασή του σε ένα μικρό διαμέρισμα, μόλις κάτσει στο γραφείο, η οθόνη μετακυλάει σε ασπρόμαυρο και ο Κάφκα αισθάνεται να τον κατασκοπεύουν μάτια, ενώ τελείται «μαγικά» χρονική μετάβαση απ’ το παρόν της εποχής του Κάφκα, στο σήμερα, με τους επισκέπτες του Μουσείου Κάφκα στην Πράγα να ανακαλύπτουν κρυφοκοιτάζοντας -στα όρια ηδονοβλεψίας- μέσα από τρύπες στους τοίχους, το αναδιαμορφωμένο με μεγάλη ακρίβεια γραφείο του, ανακαλώντας και την «Ζώνη Ενδιαφέροντος» (2023 / Τζόναθαν Γκλέιζερ). Σε εκτεταμένα έγχρωμα πλέον πλάνα, μια ξεναγός στο σήμερα, μας πληροφορεί πως ο Κάφκα έγραφε μονάχα χειρόγραφα και προτιμούσε να γράφει καθημερινά γράμματα στους οικείους του, παρά να τους συναντήσει. Η παρουσίαση κατά την ξενάγηση, ενός τοίχου γεμάτου χιλιάδες συγγράμματα, με θρησκευτικές, φιλοσοφικές, φιλολογικές και σημασιολογικές αναλύσεις του έργου του Κάφκα, από σημαντικούς συγγραφείς, ανάμεσά τους οι Βάλτερ Μπένγιαμιν, Αλμπέρ Καμύ, Χάνα Άρεντ, Φουκώ, Μπλανσό, Αντόρνο, Ντεριντά και Μίλαν Κουντέρα, με την ξεναγό να τονίζει τη συναρπαστική αναλογία των λέξεων που έγραψε ο Κάφκα, προς όσες γράφτηκαν γι’ αυτόν, που είναι 1 προς 10 εκατομμύρια, αποδίδει τον αντίκτυπο του έργου του. Παράλληλα, εισάγονται σκηνές με διάφορα αναμνηστικά αντικείμενα με την υπογραφή του ή καρικατούρες κουστουμαρισμένων αντρών με καπέλα, που κατακλύζουν την αγορά, αλλά και διάφορα «αυθεντικά» στέκια της παρουσίας του, στην Πράγα.

Ο ηθοποιός Ίνταν Βάις αποδίδει μοναδικά την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του Κάφκα, με πεταχτά αυτιά και διαπεραστικό βλέμμα, ενώ εμφανίζεται ντυμένος με μαύρο κουστούμι, λευκό πουκάμισο και μαύρο καπέλο, αρχετυπική φιγούρα υπαλλήλου, που συνοψίζει τη γραφειοκρατική ομοιομορφία. Αντίστοιχες «καφκικές» εικαστικές αναφορές διακρίνουμε στο εφιαλτικό σύμπαν του δυστοπικού «Μπραζίλ» (1985 / Τέρι Γκίλιαμ), ενώ άμεσος συσχετισμός υπάρχει και στα «ανθρωπάκια» του Γιάννη Γαΐτη.

Πολλά στοιχεία για τον συγγραφέα μεταφέρονται και με το ηχητικό πεδίο. Στον πανζουρλισμό της οικογενειακής εστίας, όπου πηγαινοέρχονται όλοι, σε ένα θεατρικού τύπου πανδαιμόνιο, ακούγεται η σονάτα «Αλά τούρκα» του Μότσαρτ, που παίζει κάποια από τις αδελφές του, με τον ίδιο, αντί να γράφει κείμενο, να σκιτσάρει καρικατούρες.

Η ασφυκτική διάσταση του εργασιακού περιβάλλοντος μεταφέρεται ηχητικά με κουδουνίσματα τηλεφώνων και χτύπους δακτυλογράφησης, ενώ όταν ο Κάφκα ζητάει προαγωγή, ο ευρυγώνιος φακός και οι ήχοι του ταβανιού που στάζει σε λεκάνες δημιουργούν χιουμοριστική ρυθμική συμφωνία, σε επαυξημένη ένταση, προκαλώντας του ασυγκράτητο και τελικά υστερικό γέλιο, άλλο ένα υπονομευτικό στοιχείο της ψυχικής του κατάστασης.

Η πρωτότυπη μουσική των Μαίρη Κομάσα και Αντόνι Λαζάρκιεβιτς μεταφέρει το αλλόκοτο σύμπαν μέσα από τζαζέ ενορχηστρώσεις, καθώς ο Κάφκα κάνει ποδήλατο στη Βιέννη, ενώ ακούγεται ο τηλεφωνητής του Μουσείου, με την οθόνη γεμάτη από το πολλαπλό είδωλο του προσώπου του, σαν από καλειδοσκόπιο, λίγο πριν γνωρίσει την Φελίτσε, η οποία τον απογείωσε σε μια δημιουργική συγγραφική περίοδο, όπου «μπόρεσε να μετατρέψει τις αμφιβολίες του σε λέξεις». Η Χόλαντ αποδίδει τη θετική επιρροή αυτού του έρωτα, αναδεικνύοντας μέσα από τους διαλόγους το εβραϊκό στοιχείο του Κάφκα, ενώ μεταφέρει την αρμονική σύζευξη μέσα από ένα πλάνο, με τους δυο να διαφαίνονται πίσω από τζαμιλίκι, που αντανακλά γαλάζιο ουρανό με λευκά σύννεφα, σαν να πρόκειται για σουρεαλιστικό πίνακα του Μαγκρίτ.

* Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, ifigenia.kalantzi@gmail.com

INFO
Το 26ο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου (24/3-2/4/2026) θα πραγματοποιηθεί ταυτόχρονα σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Λάρισα και Χανιά. Στην Αθήνα φιλοξενείται στις αίθουσες Δαναός, Άστορ, Ίδρυμα Γουλανδρή, Ταινιοθήκη της Ελλάδος, Γαλλικό Ινστιτούτο. Περισσότερα: https://fff26.gr/

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!