του Στέλιου Ροζάκη
Διάβασα πρόσφατα σε τοπικό ειδησεογραφικό ιστότοπο αναγγελία της κατασκευής μιας ακόμη μεγάλης τουριστικής μονάδας όπου που παρουσιάζει μια υδροβόρα επιλογή εκτεταμένου πλέγματος πισινών όχι ως πρόβλημα διαχείρισης υδάτινων πόρων, αλλά ως «νέα δεδομένα για την αισθητική και λειτουργική ταυτότητα»! Δηλαδή η έλλειψη νερού μετατρέπεται σε αισθητικό αφήγημα. Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ρητορικής βιωσιμότητας, όπου η περιβαλλοντική ευαισθησία υπερθεματίζει στο επίπεδο του λόγου, ενώ οι πρακτικές ακολουθούν την πεπατημένη, δηλαδή το τρέχον αναπτυξιακό πρότυπο. Η δημοσιογραφική αφήγηση γίνεται έτσι μέρος του μηχανισμού που μετατρέπει την κρίση σε ευκαιρία επένδυσης. Οι νέες επενδύσεις στον τουρισμό είναι ιδιαιτέρως κερδοφόρες για το κεφάλαιο, αλλά αν και δεν συνεπάγονται πια προστιθέμενη αξία για την εργασία (αρνητική ανεργία στον κλάδο, ανάγκη για εισαγωγή εργαζομένων από εξωτερικό για τις πρόσθετες μονάδες), επιδοτούνται αδρά προκαλώντας ανάπτυξη χωρίς όρια. που εξαντλεί τους ενεργειακούς, υδατικούς και περιβαλλοντικούς πόρους της Κρήτης.
Την ίδια στιγμή η Κρήτη βρίσκεται και πάλι στο επίκεντρο ενός ενεργειακού σχεδίου που παρουσιάζεται ως «αναγκαίο» και «αναπόφευκτο». Ο ΑΔΜΗΕ παρά τις αντιδράσεις πολιτών και φορέων και τις προσφυγές Δήμων στο ΣτΕ επιμένει στην κατασκευή νέας εναέριας γραμμής υψηλής τάσης, που θα ενώνει τα Χανιά με τη Δαμάστα στο Ηράκλειο για να «ολοκληρώσει» το ηλεκτρικό δίκτυο της διπλής διασύνδεσης της Κρήτης με την ηπειρωτική Ελλάδα. Όμως, πόσο πραγματικά αναγκαίο είναι αυτό το έργο;
Η ψευδαίσθηση της «αναγκαιότητας»
Η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) του ΑΔΜΗΕ προβάλλει δύο κύρια επιχειρήματα: την ασφάλεια του δικτύου και την ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ). Η ανάλυση των εναλλακτικών λύσεων στη ΜΠΕ περιορίζεται σε ελάχιστες σελίδες, όπου τα μειονεκτήματα των εναλλακτικών παρουσιάζονται ανυπέρβλητα, χωρίς ουσιαστική συγκριτική αξιολόγηση, προτάσεις που έχουν τεθεί στον δημόσιο διάλογο απορρίπτονται συνοπτικά, ενώ άλλες –ακόμη και από θεσμικούς φορείς– αγνοούνται πλήρως. Η «ασφάλεια του δικτύου» προβάλλεται ως απόλυτο και αυτονόητο επιχείρημα, χωρίς να συνοδεύεται από διαφανή ανάλυση σεναρίων ή αξιολόγηση εναλλακτικών τεχνικών λύσεων. Παράλληλα, η ανάγκη του έργου συνδέεται άρρηκτα με την «ασφαλή ανάπτυξη των ΑΠΕ», η οποία στην πράξη αφορά κυρίως τη διείσδυση Βιομηχανικών ΑΠΕ – επενδύσεων στις οποίες οι τοπικές κοινωνίες αντιτίθενται και για τις οποίες η ίδια η Περιφέρεια Κρήτης έχει απορρίψει σχετικές ΜΠΕ. Συνεπώς, η αναγκαιότητα του έργου στηρίζεται σε αναπτυξιακά σενάρια που δεν έχουν κοινωνική και θεσμική νομιμοποίηση.
Η χάραξη της νέας γραμμής διέρχεται από περιοχές μεγάλης οικολογικής αξίας, προκαλώντας εύλογες αντιδράσεις τοπικών κοινωνιών. Η έκθεση του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου το Δεκέμβριο 2025 επισημαίνει ασυμβατότητες με το ισχύον χωροταξικό και περιβαλλοντικό πλαίσιο και υπογραμμίζει ότι η τρέχουσα προτεινόμενη εναέρια γραμμή δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη αυτές τις συγκρούσεις και καταλήγει: Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται για να δικαιολογήσουν τη ΓΥΤ (π.χ. «ασφάλεια δικτύου», «περισσότερη ηλεκτρική ισχύς») δεν συνοδεύονται από πλήρη, συμμετοχική και συγκριτική ανάλυση εναλλακτικών λύσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, η έκθεση του ΕΜΠ δείχνει ότι η «αναγκαιότητα» του έργου δεν είναι μια αυτονόητη επιστημονική αλήθεια αλλά μια πολιτική και σχεδιαστική επιλογή που πρέπει να επανεξεταστεί με κριτήριο τη βιωσιμότητα και όχι απλώς την τεχνική λειτουργία. Τα επιχειρήματα της ΜΠΕ του ΑΔΜΗΕ εμφανίζουν χαρακτηριστικά αυτοεκπληρούμενης προφητείας: προεξοφλούν πολιτικές επιλογές και αναπτυξιακές εξελίξεις και στη συνέχεια χρησιμοποιούν αυτές τις προσδοκίες για να δικαιολογήσουν τον ίδιο τον σχεδιασμό του έργου. Ο όρος που εισήγαγε ο κοινωνιολόγος Robert Merton, αναφέρεται στην αρχαία και νεώτερη γραμματεία, στο «Σύνδρομο του Οιδίποδα», ή στην πρόκληση της βασιλοκτονίας στον Μάκβεθ του Σαίξπηρ, περιγράφει τέλεια ένα φαινόμενο που συχνά παρατηρείται στις ενεργειακές πολιτικές. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη ΜΠΕ, η «προβλεπόμενη μεγάλη ανάπτυξη μονάδων ΑΠΕ στην Κρήτη» καθιστά –κατά τον μελετητή– αναγκαία την πλήρη αξιοποίηση της εξαγωγικής ικανότητας μεταφοράς, άρα και την κατασκευή της νέας ΓΥΤ. Παράλληλα, η «ραγδαία αύξηση των ηλεκτρικών φορτίων λόγω οικιστικής, τουριστικής και βιομηχανικής ανάπτυξης» προβάλλεται ως δεδομένο και όχι ως επιλογή που μπορεί και οφείλει να επαναξιολογηθεί.
Ένα διαφορετικό ενεργειακό όραμα για την Κρήτη
Η διεθνής και εγχώρια επιστημονική έρευνα δείχνει ότι ένα διαφορετικό ενεργειακό τοπίο είναι εφικτό. Ερευνητικά αποτελέσματα από το Πολυτεχνείο Κρήτης και ευρωπαϊκά πανεπιστήμια αναδεικνύουν τα πλεονεκτήματα της διεσπαρμένης παραγωγής και της αυτοπαραγωγής, σε συνδυασμό με αποθήκευση ενέργειας. Η εισαγωγή μονάδων διεσπαρμένης παραγωγής στα συστήματα ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί (α) να μειώσει τις απώλειες και τις υπερφορτώσεις των γραμμών μεταφοράς, (β) να περιορίσει ή να αναβάλει την ανάγκη για νέες ενεργειακές υποδομές μεγάλης κλίμακας, (γ) να προσφέρει οικονομικά και περιβαλλοντικά οφέλη μέσω της μείωσης των εκπομπών, και τέλος να αυξήσει τη συνολική αξιοπιστία του συστήματος. Επιπλέον το τεράστιο δυναμικό ηλιακής ενέργειας επιτάσσει προτεραιότητα στην παροχή κινήτρων για την εγκατάσταση μικρών Φ/Β συστημάτων στις στέγες που περιορίζει την ανάγκη επενδύσεων σε νέες γραμμές μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Με εργαλεία την πολυκριτηριακή ανάλυση στην υποστήριξη αποφάσεων η επιλογή ενεργειακών έργων μπορεί να γίνεται με διαφάνεια, συμμετοχή επιστημόνων και τοπικών φορέων και με σεβασμό σε κριτήρια αξιοπιστίας, κοινωνικής αποδοχής και περιβαλλοντικής βιωσιμότητας.
Η Κρήτη μπορεί και πρέπει να πρωτοπορήσει σε ένα νέο ενεργειακό παράδειγμα με: 1) Απάλειψη της εξάρτησης από ορυκτά καύσιμα, 2) Ενεργειακή ανεξαρτησία με εγχώριες πηγές, 3) Δίκτυα μικρής κλίμακας, με έμφαση στην αποθήκευση και την αυτοπαραγωγή, 4) Ελαχιστοποίηση του συνολικού κόστους και των απωλειών και 5) Μετάβαση προς μια «κοινωνία των 2.000 W», δηλαδή ένα μοντέλο βιώσιμης κατανάλωσης και παραγωγής ενέργειας. Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα: Όχι να μεταφέρουμε περισσότερη ενέργεια, αλλά να την παράγουμε και να τη χρησιμοποιούμε έξυπνα, δίκαια και τοπικά. Η νέα γραμμή υψηλής τάσης δεν είναι αναπόφευκτη. Είναι μια επιλογή – και μάλιστα επιλογή που μας δεσμεύει σε ένα ενεργειακό μοντέλο του παρελθόντος. Αντί να επενδύσουμε σε πυλώνες και καλώδια, ας επενδύσουμε σε γνώση, καινοτομία και συμμετοχή.
* Ο Στέλιος Ροζάκης είναι καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης
** Αυτό το σημείωμα συνοψίζει δημοσίευση στην εφημερίδα Χανιώτικα Νέα (31/1/2026) και επικαιροποιεί παρέμβαση του συγγραφέα, στο πλαίσιο που έθεσε η αξέχαστη Βάνα Σφακιανάκη με την εμπνευσμένη ομιλία της με τίτλο «Γραμμή Μεταφοράς Υψηλής Τάσης Χανιά-Δαμάστα: Ένα αχρείαστο έργο. Στρατηγικός σχεδιασμός για την ενέργεια στην Κρήτη» στην Επιστημονική μερίδα «Αναγκαιότητα και Σκοπιμότητα του έργου Γραμμή Υψηλής Τάσης Χανιά- Δαμάστα», τον περασμένο Απρίλιο στα Χανιά που οργάνωσαν οι πρωτοβουλίες Αποκόρωνα, Κισσάμου και Σφακίων ενάντια στους πυλώνες και τις ΒΑΠΕ







































































