του Χοσουέ Βελόζ Σεράντε*
Η τρέχουσα ενεργειακή κρίση που βιώνει η Κούβα δεν είναι ούτε φυσικό ατύχημα ούτε απλή βλάβη των υποδομών. Είναι το αποκορύφωμα μιας γεωπολιτικής πολιορκίας που σχεδιάστηκε με χειρουργική ακρίβεια επί έξι δεκαετίες. Αυτό που βιώνει σήμερα το νησί είναι η θανατηφόρα σύγκλιση του παραδοσιακού οικονομικού πολέμου –του αποκλεισμού– και ενός νέου διεθνούς πλαισίου όπου, οι παράγοντες που θα έπρεπε να ισορροπούν τη ζυγαριά, έχουν επιλέξει αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «γεωπολιτική του ελάχιστου».
Ο αποκλεισμός υπάρχει επειδή η Κούβα εξακολουθεί να προκαλεί, εξακολουθεί να είναι ένα ενοχλητικό σύμπτωμα μέσα στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα. Αν η Κούβα δεν αντιπροσώπευε κάποια πραγματική απειλή, θα αρκούσε να την αγνοήσουν. Το γεγονός ότι πρέπει να την καταστρέψουν αποδεικνύει ότι αυτή καθαυτή η ύπαρξή της εξακολουθεί να είναι ανυπόφορη για την τάξη του Κυρίου.
Το ερώτημα που πλανάται πάνω από αυτό το κείμενο μπορεί να εξοργίσει αρκετούς, αλλά είναι αναπόφευκτο: τι απομένει από τη διεθνή αλληλεγγύη όταν οι συμβολικές χειρονομίες αντικαθιστούν τις χειροπιαστές δράσεις; Τι σημαίνει πραγματικά υποστήριξη της Κούβας όταν ο κλοιός σφίγγει και η ασφυξία γίνεται πραγματική; Και πάνω απ’ όλα: τι λέει για το σύνολο των γεωπολιτικών δυνάμεων που δηλώνουν ότι θέλουν έναν άλλο κόσμο, το γεγονός ότι είναι ικανές να παρακολουθούν αυτόν τον πνιγμό χωρίς να κουνήσουν το δάχτυλό τους;
ΣΕ ΑΥΤΕΣ τις ημέρες παγκόσμιων εντάσεων ξεσκονίζεται επίσης η θεωρία του «περιφερειακού ρεαλισμού», που περιγράφει την τάση των κρατών να δίνουν προτεραιότητα στα άμεσα συμφέροντά τους –εμπόριο, σταθερότητα των συνόρων, να μην ενοχλούν τον ηγεμόνα– έναντι ιδεολογικών ή ιστορικών συμμαχιών όταν αυξάνεται η πίεση της αυτοκρατορίας. Όμως ο περιφερειακός ρεαλισμός δεν αρκεί για να εξηγήσει πλήρως την τρέχουσα συμπεριφορά της Ρωσίας και της Κίνας απέναντι στην Κούβα. Εδώ λειτουργεί κάτι πιο βαθύ…
Παγιδευμένες στις δικές τους εξαντλητικές συγκρούσεις –την Ουκρανία για τη Ρωσία, την Ταϊβάν και τη Νότια Σινική Θάλασσα για το Πεκίνο– και οι δύο δυνάμεις έχουν εδραιώσει μια αμυντική στάση. Η υποστήριξή τους προς την Κούβα έχει περιοριστεί σε δηλώσεις σε πολυμερή φόρουμ και στην παροχή περιορισμένων πόρων, χωρίς να αμφισβητούν δομικά τον αποκλεισμό. Ίσως βαθιά μέσα τους να πιστεύουν ότι εγκαταλείπουν αυτούς που μπορεί να πέσουν πρώτοι, όχι αυτούς που θα πέσουν τελευταίοι. Επιτρέποντας όμως σε ένα κυρίαρχο σχέδιο να καταστραφεί από την αυτοκρατορία χωρίς συνέπειες, στέλνουν ένα μήνυμα: η αλληλεγγύη είναι μια πολυτέλεια που δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στον εαυτό μας…
Η ΣΤΑΣΗ της Βραζιλίας και της Κολομβίας είναι, ίσως, η πιο παραδειγματική της σύγχρονης χρεοκοπίας του προοδευτισμού. Ο Λούλα ντα Σίλβα και ο Γκουστάβο Πέτρο, δύο ηγέτες που οφείλουν το πολιτικό τους κεφάλαιο στη ρητορική της κοινωνικής μεταμόρφωσης και της περιφερειακής κυριαρχίας, έχουν επιλέξει ένα είδος συμβολισμού χαμηλού κόστους, με δηλώσεις ηθικής υποστήριξης, εκκλήσεις για διάλογο, ρητορική παρουσία στα διεθνή φόρουμ. Όμως, ενώ τα λόγια πάνε κι έρχονται, οι δομικές συνθήκες ασφυξίας παραμένουν ανέπαφες. Δεν πρόκειται για συνειδητή προδοσία, αλλά για μια προσαρμογή που, με την πάροδο του χρόνου, γίνεται συστατικό στοιχείο της ίδιας της ταυτότητας. Πρόσφατα ο Λούλα δήλωσε ότι υπήρχε κίνδυνος η Βραζιλία να υποστεί εισβολή «οποιαδήποτε μέρα». Θα μπορούσαμε να του απαντήσουμε: «Και όσο πιο μόνος μένεις, τόσο περισσότερες πραγματικές πιθανότητες υπάρχουν να συμβεί αυτό».
Αντί να ενωθούν για να σπάσουν τον κλοιό, οι κυβερνήσεις της περιοχής διασκορπίζονται, διαπραγματεύονται ξεχωριστά, και πέφτουν η μία μετά την άλλη. Αυτό που δεν καταλαβαίνουν είναι ότι η μακροπρόθεσμη επιβίωσή τους δεν εξαρτάται από το να ευχαριστήσουν τον Κύριο, αλλά από την ύπαρξη ενός κυρίαρχου περιφερειακού οικοσυστήματος. Διαφορετικά, η λογική του «εγώ σώζομαι» οδηγεί αναπόφευκτα στο «όλοι βουλιάζουμε». Όποιος επιλέγει να σώσει τον εαυτό του καταλήγει απομονωμένος, και στη συνέχεια υποταγμένος. Στο τέλος, τον περιμένει ούτως ή άλλως ο θάνατος – αλλά ένας μοναχικός θάνατος, χωρίς την αξιοπρέπεια που δίνει ο κοινός αγώνας.
Ο ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΣ στόχος του αποκλεισμού –αυτό που στη στρατιωτική ορολογία ονομάζεται πόλεμος τέταρτης γενιάς, ή αλλαγή καθεστώτος μέσω ασφυξίας– είναι να στερήσει από το κράτος την ικανότητα να ικανοποιήσει τις βασικές ανάγκες του πληθυσμού του, ώστε να είναι ο ίδιος ο πληθυσμός που τελικά θα ξεπεράσει τα όρια της αντοχής του κυβερνήτη του. Δεν υπάρχει τίποτα τυχαίο σε αυτή τη στρατηγική: είναι σκόπιμη, τεκμηριωμένη και εφαρμόζεται με διαφορετικούς βαθμούς έντασης για πάνω από έξι δεκαετίες. Κάθε ώρα χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, κάθε ουρά για να βρεις τρόφιμα, κάθε γιατρός που αδυνατεί να παράσχει θεραπεία, είναι μια υπενθύμιση του κόστους της αντίστασης…
Και όμως, μπροστά σε αυτό το αποκαρδιωτικό τοπίο, υπάρχει ένα αντίβαρο που η κλασική γεωπολιτική ανάλυση τείνει να υποτιμά. Η Κούβα διαθέτει κάτι που κανένας αποκλεισμός δεν μπορεί να στραγγαλίσει εντελώς: τους λαούς του κόσμου. Τα κράτη υπολογίζουν, μετρούν το κόστος, αξιολογούν τους κινδύνους, ζυγίζουν τις κυρώσεις. Οι λαοί, όταν είναι οργανωμένοι και συνειδητοποιημένοι, ενεργούν από πεποίθηση.
* Κουβανός κλινικός ψυχολόγος, ερευνητής και δοκιμιογράφος, υπεύθυνος της Έδρας Γκράμσι στο Ινστιτούτο Πολιτιστικών Ερευνών «Χουάν Μαρινέλο» (Αβάνα, Κούβα).





































































