Με όσα συμβαίνουν και είναι ιστορικής σημασίας, από τη Βενεζουέλα έως το Ιράν, και με δύο εν εξελίξει περιφερειακούς πολέμους σε Ουκρανία και Μ. Ανατολή/Ιράν, στο εσωτερικό της χώρας βρισκόμαστε (φραστικά και μόνο) μπροστά σε δύο επαναλήψεις:
– Πρώτη, μία σχετικά πρόσφατη εκδοχή της μεταπολεμικής νεοελληνικής ιστορίας, με τη φράση «βρισκόμαστε στη σωστή πλευρά της ιστορίας» που ειπώθηκε από τον Μητσοτάκη για τον πόλεμο της Ουκρανίας, και αποτελεί αναβαθμισμένη και επικαιροποιημένη έκφραση του «ανήκομεν στην Δύση» μιας παλιότερης εποχής.
– Η δεύτερη επανάληψη είναι τα συνθήματα και ο λόγος της επίσημης και εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, με συνθήματα κατά των ΗΠΑ, των βάσεων, της Ε.Ε., μαζί με υποστήριξη των δυνάμεων, αξόνων και όπλων διαφόρων χωρών ή αντιστάσεων.
Αλλά ενώ συμβαίνουν αυτές οι επαναλήψεις, ο γεωπολιτικός συσχετισμός μεταβάλλεται, οι εσωτερικοί όροι άσκησης πολιτικής αλλάζουν. Σκεφθείτε μόνο τρεις περιπτώσεις: η πανδημία το 2020, ο πόλεμος στην Ουκρανία και τι αλλαγές επέφερε από το 2022, και τώρα ο πόλεμος πρώτα στη Γάζα από το 2023, μέχρι σήμερα την επιδρομή εναντίον του Ιράν από ΗΠΑ-Ισραήλ. Ταυτοχρόνως είχαμε σημαντικότατες αλλαγές με τη δεύτερη θητεία του Τραμπ, ιδιαίτερα στον επαναπροσανατολισμό γύρω από τα ενεργειακά θέματα: αγνόηση της Ευρώπης και της «πράσινης μετάβασης», στροφή στους υδρογονάνθρακες και τώρα, εν μέσω μεγάλου περιφερειακού πολέμου, στροφή και προς τα πυρηνικά.
Έτσι η κυβέρνηση που έτυχε να έχει βάρδια, η κυβέρνηση Μητσοτάκη, έκανε τις ακόλουθες επιλογές (που δεν αμφισβητήθηκαν σοβαρά από την αντιπολίτευση):
– Ουκρανία: «σωστή πλευρά ιστορίας», ψήφιση όλων των κυρώσεων και εχθρική στάση ενάντια στη Ρωσία, πλήρης ευθυγράμμιση με ό,τι ζήτησε ο αμερικανικός και ΝΑΤΟϊκός παράγοντας.
– Παλαιστίνη/Γάζα: «δικαίωμα αυτοάμυνας του Ισραήλ», πλήρης στήριξη του σιωνιστικού κράτους και της γενοκτονίας, στρατιωτικές συνεργασίες και διευκολύνσεις κάθε είδους.
– Πόλεμος εναντίον του Ιράν: καμία καταδίκη της επιδρομής ΗΠΑ-Ισραήλ, συγκεκριμένα μέτρα (στρατιωτικά) για προστασία αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα (Πάτριοτ στην Κάρπαθο που προστατεύουν Σούδα, Πάτριοτ στη Β. Ελλάδα για προστασία αμερικάνικης βάσης στην Αλεξανδρούπολη), και αποστολή φρεγατών και αεροσκαφών στην Κύπρο για προάσπιση των εκεί βρετανικών βάσεων, ή και χρησιμοποίησή τους για άμυνα Ισραήλ-ΗΠΑ στην περιοχή της Ν.Α. Μεσογείου.
– Κι όχι μόνο: Συντονισμένη παραπληροφόρηση για τους λόγους που οδήγησαν στον νέο πόλεμο, ελλιπή στοιχεία για το τι πραγματικά συμβαίνει, δημιουργία εντυπώσεων ότι το Ιράν ευθύνεται για όλα, στήριξη κάθε κίνησης ενάντια στο ιρανικό καθεστώς.
Για τα μάτια του κόσμου
Όλα αυτά χωρίς να υπάρχει καμία σοβαρή αντίδραση από την αντιπολίτευση. Σαν να γνωρίζουν γιατί γίνονται αυτές οι κινήσεις, να θεωρούνται γενικά «λογικές», ή να καταγγέλλονται αλλά με τρόπο που να υποδεικνύει εμμέσως πλην σαφώς ότι δεν μπορεί να γίνει οτιδήποτε άλλο.
Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι οι ρίζες αποδοχής του νέου γεωπολιτικού πλαισίου, για όποιον κατανοεί, βρίσκονται στη γρήγορη προσαρμογή όλου του πολιτικού συστήματος στην πολιτική Τραμπ, από τις εκλογές του Νοεμβρίου 2024 και δώθε. Ακόμα πιο εμφανή σημάδια φαίνονται από την υποτονικότατη κριτική που έγινε (αν έγινε, και από ποιους έγινε) με την άφιξη της νέας ανθύπατου στη χώρα, την κ. Γκίλφοϊλ. Οι τόνοι δεν υπήρξαν υψηλοί από όσους κάτι ψέλλισαν, και σχεδόν έγινε αποδεκτός ο προσανατολισμός που η ομάδα Τραμπ χάραζε για την Ελλάδα: ενεργειακός κόμβος, βάσεις-ορμητήρια, παραγκωνισμός κινεζικής Cosco, κάθετος άξονας τροφοδότησης με LNG, ενδιαφέρον αμερικάνικων πολυεθνικών για θαλάσσια οικόπεδα (Chevron, Exxon), ώστε να ελέγχουν πλήρως τους υπό αναδασμό υδρογονάνθρακες και τους δρόμους ενέργειας στην περιοχή τώρα που αλλάζουν τα σύνορα με τους πολέμους.
Τα θέματα της πολιτικής αντιπαράθεσης στους τομείς αυτούς έχουν υποβαθμιστεί, ή καλύτερα έχει εκχωρηθεί το πεδίο στην κυβέρνηση Μητσοτάκη να «διαχειριστεί» τα ζητήματα. Οι υπόλοιποι κάτι θα ψελλίζουν για την τιμή των όπλων, αλλά δεν θα κάνουν τίποτα ουσιαστικό. Κάποιοι θα διαπιστώσουν ότι κάνει στροφές 180ο μοιρών ο Μητσοτάκης στο ενεργειακό (και είναι αλήθεια, αλλά δεν τον νοιάζει ούτε τον ενοχλεί ιδιαίτερα), κάποιοι άλλοι θα θυμίζουν ότι αυτοί άνοιξαν τον ενεργειακό δρόμο για τις γεωτρήσεις (π.χ. ΠΑΣΟΚ), και κάποιοι τρίτοι, ενοχλημένοι επειδή ο Μητσοτάκης «εισπράττει τον καϊμάκι του καφέ» και τις εντυπώσεις στέλνοντας φρεγάτες και αεροσκάφη στην Κύπρο, τον καλούν να ορκιστεί ότι δεν θα τα αποσύρει μόλις τελειώσει ο πόλεμος. Άλλοι πάλι θα τονίσουν ότι δεν υπάρχει «εθνική ενεργειακή πολιτική», και άλλοι θα θυμίσουν ότι υπάρχουν «δύο Ελλάδες», η μία του κεφαλαίου και η άλλη των εργαζομένων (ναι ακούστηκαν πάλι τέτοια και στην προχθεσινή συζήτηση για τη σύμβαση της Chevron στη Βουλή). Σε πανό σε πρόσφατη διαδήλωση καταδίκης του πολέμου εναντίον του Ιράν, υπήρχε σύνθημα ότι «Ο εχθρός βρίσκεται μέσα στη χώρα»…
Η κεντρική κατεύθυνση του μεταπρατικού και πολιτικού κόσμου είναι η συνειδητή εμπλοκή δίπλα στις επιτιθέμενες δυνάμεις, σε συμμαχία μαζί τους, σε στήριξη της προσπάθειάς τους και σε υπονόμευση, διαβολή, συκοφάντηση, δαιμονοποίηση, απομόνωση κ.λπ. όσων δυνάμεων αγωνίζονται εναντίον της Δυτικής και σιωνιστικής επιθετικότητας
Η σαφής γραμμή του ελληνικού μεταπρατικού κόσμου
Η γραμμή είναι: Στο πλάι των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ, της Δύσης, του Ισραήλ. Συμμετοχή σε ό,τι ζητηθεί. Οι καλές σχέσεις με αυτούς συνεπάγονται μια αναβάθμιση της θέσης της Ελλάδας, θωρακίζουν την κυριαρχία της από γειτονικές αμφισβητήσεις και απειλές (π.χ. Τουρκία). Όλα καλά αν είμαστε υπό τη φτερούγα, την ασπίδα, την ομπρέλα της «συμμαχίας». Αν έχουμε αυτές τις πλάτες είμαστε «ασφαλείς» (Βέβαια η ιστορία –και η πρόσφατη– δεν το αποδεικνύει, αλλά η γραμμή τις ξεπερνά τέτοιες λεπτομέρειες).
Σε αυτό πλαίσιο κινείται η Ν.Δ. (όλες της οι πτέρυγες, ακόμα και προσωπικότητες που ασκούν κριτική στον Μητσοτάκη όπως οι Σαμαράς και Καραμανλής, ακόμα κι όταν διαφοροποιούνται από τον «κατευνασμό» της Τουρκίας). Ακόμα και σχηματισμοί δεξιά της Ν.Δ. συμφωνούν με το πλαίσιο αυτό. Ο Βελόπουλος π.χ. υποστηρίζει με παρρησία τη συμμαχία με το Ισραήλ, τα μικρά πυρηνικά και όλα τα προγράμματα (συμβάσεις) για την εξόρυξη υδρογονανθράκων.
Προσωρινά, ο πόλεμος στο Ιράν δυναμώνει τη θέση του Μητσοτάκη, που κινείται σε ένα διπλό ταμπλό – το οποίο πιθανά να του στοιχίσει σε μια επόμενη στροφή: και με τις ΗΠΑ στα περισσότερα, με εναγώνια προσπάθεια να αποκτήσει καλή επαφή με περιβάλλον Τραμπ και να αποφύγει τρικλοποδιές, αλλά και με Ευρωπαίους, ειδικά με Μακρόν-Γαλλία σε στρατιωτική συνεργασία και πυρηνικά. Παράλληλα οι ειδικές σχέσεις με Ισραήλ αποτελούν έναν «πυλώνα» οποιασδήποτε κυβέρνησης τα τελευταία 15 χρόνια.
Το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει: γιατί θεωρείται ότι το μείγμα αυτής της εξωτερικής-γεωπολιτικής κατεύθυνσης απαντά στα μείζονα προβλήματα, και ειδικότερα στο Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας; Γιατί να μην τεθεί το ερώτημα: μήπως την εκθέτουν, τη στοχοποιούν, την αδυνατίζουν, της στερούν συνεργασίες και οικονομικές συνέργειες που θα ήταν επωφελείς (π.χ. με Ρωσία, αγροτικά προϊόντα, φθηνή ενέργεια), και αυξάνουν τις δυσκολίες στις σχέσεις με αραβικό κόσμο; Και φυσικά, πόσο εξασφαλίζεται η Ελλάδα ότι δεν θα υποστεί σημαντικές επιδράσεις από τον αναδασμό που είναι σε εξέλιξη στη Ν.Α. Μεσόγειο και τις αναμενόμενες αντιδράσεις της επεκτατικής Τουρκίας;
Η συζήτηση που έγινε για την κύρωση της σύμβασης με την αμερικανική Chevron (και η παράγραφος που προστέθηκε τελευταία στιγμή) αφορά δίχως άλλο την αμφισβήτηση της σύμβασης από τυχόν αλλαγή των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας κατόπιν πιέσεων που θα ασκηθούν από Τουρκία και Λιβύη, και από το σε ισχύ τουρκολιβυκό μνημόνιο. Μα δεν το ξέρει αυτό η Chevron; Φυσικά και το ξέρει, αλλά δεν τη νοιάζει τόσο. Επειδή δεν κάνει συμφωνίες μόνο με την Ελλάδα: κάνει συμφωνίες και με Λιβύη, με Ισραήλ, με Κύπρο κ.λπ. Οπότε η ρήτρα αυτή μάλλον τη διασφαλίζει, αφού θα μπορεί να συνάψει συμπληρωματικές συμφωνίες με τις γύρω ενδιαφερόμενες χώρες. Το ταπεινωτικό είναι ότι παρουσιάζουμε μια σύμβαση σαν κατοχύρωση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, και προσθέτουμε μια παράγραφο που υπονοεί ότι αυτό το status μπορεί να αλλάξει…
Οι ελπίδες του Μητσοτάκη
Επομένως η κεντρική κατεύθυνση του μεταπρατικού και πολιτικού κόσμου δεν είναι η απεμπλοκή ή η μη εμπλοκή στον πόλεμο. Αλλά το αντίθετο: συνειδητή εμπλοκή δίπλα στις επιτιθέμενες δυνάμεις, σε συμμαχία μαζί τους, σε στήριξη της προσπάθειάς τους και σε υπονόμευση, διαβολή, συκοφάντηση, δαιμονοποίηση, απομόνωση κ.λπ. όσων δυνάμεων αγωνίζονται εναντίον της Δυτικής και σιωνιστικής επιθετικότητας (Ρωσία, Παλαιστίνη, Ιράν – η Βενεζουέλα ή η Κούβα είναι μακριά…).
Εσωτερικά αυτό παρουσιάζεται ως ισχυροποίηση της Ελλάδας – όχι ως μετατροπή της σε Πόρτο Γκρέκο. Πάνω σε αυτή τη βάση γίνεται ένα παιχνίδι εντυπωσιασμού, υπευθυνότητας, σοβαρότητας, ασφάλειας, εν τέλει και δυνατότητας διακυβέρνησης μέσα σε ένα εξαιρετικά αβέβαιο περιβάλλον. Όσο και αν δεν θέλουν να το παραδεχθούν κάποιοι, αυτό έχει μια ορισμένη αποτελεσματικότητα. Οπότε χρησιμοποιείται και ως ένα σκηνικό για τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις ή πρωτοβουλίες. Ο Μητσοτάκης προσπαθεί να εκμεταλλευτεί το σκηνικό αυτό ώστε να αποφύγει τον εξοστρακισμό του. Τρέφει ελπίδες ότι μπορεί να βγει σχετικά αλώβητος από την κρίση και φθορά που είχε υποστεί. Δεν κινδυνεύει από ορισμένες αντιπολεμικές διαδηλώσεις, ούτε και τρέμει μπροστά σε μια ανύπαρκτη αντιπολίτευση. Εμφανίζεται λοιπόν ως παράγοντας σταθερότητας. Κλείνει το μάτι στο 20% που ταΐστηκε καλά στα 6,5 χρόνια διακυβέρνησής του, επικαλείται τις έκτακτες καταστάσεις για την ακρίβεια και τις ανατιμήσεις, αφανίζεται να καταπολεμά την «αισχροκέρδεια». Πιο πολύ τον προβληματίζουν εσωκομματικοί παράγοντες και δελφίνοι, παρά ένα οργανωμένο ρεύμα απαλλαγής από το καθεστώς του.
Το σκηνικό του πολέμου και των συνεπειών του μπορεί σε μεγάλο μέρος να απορροφήσει ή να αδυνατίσει την πίεση από την υπόθεση των Τεμπών ή του ΟΠΕΚΕΠΕ ή των υποκλοπών. Σκάνδαλα που κανονικά θα οδηγούσαν στην παραίτηση ή απομάκρυνση της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Αυτό θα προσπαθήσει να το εκμεταλλευτεί ο Μητσοτάκης, και ήδη κυκλοφορούν ξανά οι εισηγήσεις για επίσπευση των εκλογών.
Πολιτική απεμπλοκής από τον πόλεμο
Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να τεθεί και να επιχειρηματολογηθεί σοβαρά, κι όχι με σλόγκαν και συνθήματα μιας παλιότερης φάσης, είναι αν υπάρχει θέμα απεμπλοκής. Γιατί απεμπλοκή; Το καμία εμπλοκή είναι κάπως ξεπερασμένο από τα πράγματα. Το απεμπλοκή είναι δυσκολότερο και συνθετότερο, και έχει μπροστά του έναν συσχετισμό αρκετά ισχυρό που πρέπει να υπερνικηθεί, να τροποποιηθεί.
Η Ελλάδα, η ελληνική κοινωνία, ο ελληνικός λαός, γιατί κινδυνεύει και πώς από την εμπλοκή της χώρας στον πόλεμο (στους πολέμους, από 2022 μέχρι σήμερα); Πώς απαντιέται πειστικά το επιχείρημα των μεταπρατών, ότι η χώρα προστατεύεται καλύτερα μέσα από τη συμμαχία της με ΗΠΑ-Ισραήλ-Γαλλία; Και πώς θα μπορούσε να γίνει κάτι διαφορετικό; Να βασιστεί σε ποιες εσωτερικές δυνάμεις και σε ποιες διεθνείς συμμαχίες; Στην ουσία, είτε μας αρέσει είτε όχι, τίθεται το δύσκολο ζήτημα του πώς μπορεί να υπάρχει (και φυσικά σε τι κατάσταση) μια χώρα σαν την Ελλάδα σε έναν τόσο νευραλγικό χώρο, όπως αυτός της Ν.Α. Μεσογείου.
Η καταγγελία του πολέμου και της επιθετικότητας και βαρβαρότητας των ΗΠΑ-Ισραήλ, η γενική επίκληση της ειρήνης, το σύνθημα να κλείσουν και φύγουν οι βάσεις ΗΠΑ-ΝΑΤΟ κ.λπ. δεν αρκούν για να ανοίξουν έναν άλλο δρόμο, για να αγκαλιάσουν μεγάλα ακροατήρια, κι έτσι να υποσκάψουν την κουτσή έστω ηγεμονία του λόγου των κυβερνώντων. Χρειάζονται κάποιες δυναμογόνες τοποθετήσεις και προϋποθέσεις, που να δείχνουν με έναν ρεαλιστικό τρόπο ότι η Ελλάδα μπορεί αλλιώς. Αυτό δεν γίνεται πατώντας ένα κουμπί ή με ένα ποσοστό στις εκλογές. Απαιτεί κινητοποιήσεις κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων σε άλλη βάση από αυτήν του μεταπρατικού κόσμου. Σημαίνει ενεργοποίηση ενός εθνοκρατικού σχεδίου υπόστασης της χώρας (σε πολλούς τομείς: οικονομίας, κοινωνίας, άμυνας, πολιτισμού, παιδείας, δημογραφίας) που θα στηρίζεται σε μια εθνοκοινωνική συμμαχία. Άρα μέσα από την προβολή σχεδίου και στόχων που να περιγράφουν μια διαφορετική πορεία. Κι αυτό ξεκινώντας από την πραγματική κατάσταση συνείδησης και λαϊκής διαθεσιμότητας, κι όχι από το τι υπάρχει στις φαντασιώσεις διαφόρων συλλογικοτήτων-υποκειμένων.
Το πραγματικό ερώτημα
Πόσες είναι οι δυνάμεις που συνειδητοποιούν αυτήν την ανάγκη, πόσες είναι οι δυνάμεις που σκέφτονται και δρουν σε μια τέτοια κατεύθυνση; Διότι η απεμπλοκή (πριν υπάρξουν δραματικές εξελίξεις) δεν μπορεί παρά να είναι μια πολιτική που θα συνδυάζεται με πειστικά επιχειρήματα και θα συνδέεται ουσιαστικά με το Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας. Όσο αυτό παρακάμπτεται για διάφορες λύσεις ευκολίας και για χάρη της πεπατημένης, δεν θα αλλάζει ο βαθιά εξαρτημένος, μεταπρατικός κόσμος σε όλες του τις παραλλαγές και τους «εκσυγχρονισμούς» του.
Ανάμεσα στο «δύο Ελλάδες, του κεφαλαίου και των εργαζομένων, κι άρα του σοσιαλισμού ως λύση» υπάρχει μεγάλη απόσταση από τη σημερινή κατάσταση πνευμάτων και συσχετισμών. Μοιάζει με το να πετάς την μπάλα στην εξέδρα. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για το σύνθημα «Έξω από το ΝΑΤΟ, να φύγουν οι βάσεις». Όχι γιατί είναι λαθεμένο, αλλά επειδή πιο αποτελεσματική και πειστική (και ρεαλιστική) θα ήταν η απαίτηση να μην λειτουργήσουν ή να κλείσουν οι βάσεις όσο διαρκεί ο πόλεμος. Το να μην γίνει ορμητήριο και στόχος η χώρα μπορεί και πρέπει να ζυμωθεί ως στόχος, αξιοποιώντας και την πείρα από τον πρόσφατο πόλεμο, στον οποίο στοχοποιήθηκαν οι βάσεις των ΗΠΑ στην ευρύτερη περιοχή.
Η μη ψήφιση κυρώσεων εναντίον κυρίαρχων χωρών ή η μη αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων (και η ανάκλησή τους, όπου έχουν αποσταλεί) επίσης μπορεί και πρέπει να ζητιέται. Να τίθεται το ζήτημα των επιπτώσεων από τον πόλεμο (και της πολεμικής οικονομίας), και να προκαλούνται κινητοποιήσεις που να συνδυάζουν τα θέματα αυτά σε επίπεδο γειτονιάς, πόλεων, τόπων εργασίας. Να υπάρχει κατανόηση της ανησυχίας, ή ακόμα και των ερωτημάτων που έχει ο κόσμος για όλες αυτές τις εξελίξεις.
Συνολικά, χρειάζεται μια πιο σύνθετη, μαζική και συνολική κίνηση που πραγματικά να νοιάζεται για τη συμμετοχή και ενεργοποίηση και το φρόνημα του κόσμου. Χωρίς αυτή τη μαζική ενεργοποίηση μπορούν να γίνουν πράγματα, δεν θα αλλάξουν όμως συσχετισμοί, ούτε θα υπάρχει αποτελεσματικότητα. Εξάλλου όσοι πραγματικά νοιάζονται, δεν μπορούν να μην απαντούν στο γιατί δεν υπάρχει ένα φιλειρηνικό αντιπολεμικό μαζικό κίνημα.





































































