Ο Άλβαρο Γκαρσία Λινέρα, αντιπρόεδρος της Βολιβίας όταν ήταν πρόεδρος ο Έβο Μοράλες (ανατράπηκαν από το ολιγαρχικό-φιλοαμερικάνικο πραξικόπημα του 2019), είναι παλιός μας γνώριμος. Είχε συμμετάσχει στο Resistance Festival πριν δέκα χρόνια, τις κρίσιμες ημέρες εκείνου του καλοκαιριού, ενώ από τις εκδόσεις Α/συνεχεια έχουν κυκλοφορήσει δύο βιβλία του («Κράτος, Επανάσταση και Ηγεμονία», «Κράτος, δημοκρατία και σοσιαλισμός»). Η αποκατάσταση της δημοκρατικής τάξης ένα χρόνο μετά το πραξικόπημα ήταν ελλιπής, αφού προϋπέθετε την «αποστράτευση» τόσο του Μοράλες όσο και του Λινέρα. Είναι χαρακτηριστικό ότι η επιστροφή του Έβο Μοράλες στη Βολιβία και η πρόθεσή του να συμμετάσχει στις προεδρικές και βουλευτικές εκλογές του ερχόμενου Αυγούστου έχουν προκαλέσει τη διάσπαση του κυβερνώντος κόμματος MAS και αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ των υποστηρικτών του και αυτών της νυν κυβέρνησης – δηλαδή πρώην συντρόφων του Έβο Μοράλες που τώρα συναινούν στον εξοστρακισμό του…
Από την πλευρά του ο Άλβαρο Γκαρσία Λινέρα δεν δείχνει σημάδια επικείμενης επιστροφής στην ενεργό πολιτική. Όπως φαίνεται, όμως, υποστηρίζει δραστήρια την διωκόμενη σήμερα Κριστίνα Κίρχνερ και, πιο «διακριτικά», τον Έβο Μοράλες και άλλες φιγούρες του παρελθόντος προοδευτικού λατινοαμερικάνικου κύματος – το οποίο είχε τροποποιήσει σε σημαντικό βαθμό τους συσχετισμούς στην υποήπειρο και είχε βελτιώσει τη ζωή μιας «ξεχασμένης» πλειοψηφίας. Στο άρθρο του που δημοσιεύουμε σήμερα (την υποδειγματική μετάφραση από την αργεντίνικη εφημερίδα Página 12 έκανε ο Βασίλης Ξυδιάς – τον ευχαριστούμε!), ο Λινέρα αναφέρεται στο ρόλο των χαρισματικών ηγετών και στον τρόπο με τον οποίο αυτοί και αυτές αγγίζουν αλλά και εκφράζουν πλατιά λαϊκά στρώματα. Μέσα από αυτήν την προσέγγιση, βέβαια, ο Λινέρα πραγματοποιεί και μια έμμεση τοποθέτηση για όσα τεκταίνονται σήμερα τόσο στην πατρίδα του, τη Βολιβία, όσο και στην Αργεντινή και γενικότερα σε μεγάλο μέρος της Λατινικής Αμερικής. Το παρόν εισαγωγικό σημείωμα, όπως και το πλαίσιο με βασικές πληροφορίες για τις χαρισματικές προσωπικότητες που αναφέρονται στο άρθρο του Λινέρα, είναι της Σύνταξης.
Η χαρισματική ηγεσία στη Λατινική Αμερική
του Άλβαρο Γκαρσία Λινέρα
Ο Βέμπερ ήταν εκείνος που όρισε το χάρισμα σαν μία από τις μορφές συγκρότησης της εξουσίας και της κυβερνητικής νομιμοποίησης. Σε αντίθεση με τους παραδοσιακούς τύπους (καταγωγή) και τους ορθολογικο-νομικούς (γραφειοκρατία), η χαρισματική ηγεσία είναι η συλλογική αναγνώριση των εξαιρετικών ιδιοτήτων ενός προσώπου, που το καθιστούν απεριόριστο φορέα της πίστης και της ελπίδας μιας ευρείας κοινότητας υποστηρικτών του.
Πρόκειται για μια συλλογική εμπειρία σταθερής αφοσίωσης προς τον/την ηγέτη, όχι μόνο ιδεολογικής και πολιτικής, αλλά και συναισθηματικής. Δημιουργείται ένα είδος προσωπικού μαγνητισμού που κάνει τις πράξεις και τις αποφάσεις του ηγέτη ικανές να εκφράζουν το συλλογικό πεπρωμένο, να εμπνέουν σε επίπεδο εθνικό. Ο χαρισματικός ηγέτης αγγίζει τις πιο εσωτερικές χορδές των ανθρώπων, που βιώνουν τον ενθουσιασμό τους σαν μια ζωντανή συγκινησιακή κοινότητα και, κάποιες φορές σαν τρόπο αυτοαναγνώρισης. Βρισκόμαστε, αναμφίβολα, μπροστά σε έναν διαθλασμένο τρόπο συγκρότησης του λαού κατά την ώρα της ιστορικής του δράσης.
Η χαρισματική στιγμή
Το χάρισμα μπορεί να εκδηλωθεί εμβρυακά σε τοπικό επίπεδο, στο πλαίσιο της καθημερινότητας όπου δρα το άτομο, και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να το εκτοξεύσει στο πολιτικό προσκήνιο. Σε αυτό το πλαίσιο, αναδεικνύεται μια ακλόνητη βούληση και μια ισχυρή προσήλωση σε βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις. Εδώ όμως το χάρισμα είναι χίλιες φορές πιο ισχυρό, και εκδηλώνεται σαν ένα ολιστικό κοινωνικό γεγονός – και αυτό συμβαίνει μέσω της κρατικής διακυβέρνησης και εξαιτίας της, ανάλογα με τα κυβερνητικά μέτρα που υιοθετούνται. Η σύγχρονη χαρισματική ηγεσία, όπου κι αν εμφανίζεται, είναι παράγωγο του κράτους.
Η πολιτική εμπειρία του χαρίσματος δεν είναι αποκλειστικότητα της λατινοαμερικανικής πολιτικής ιστορίας· μπορεί να συμβεί σε όποια κοινωνία βιώνει βαθιές οικονομικο-πολιτικές κρίσεις, όπως συνέβη στις ΗΠΑ με τον Τραμπ. Μπορεί επίσης να πάρει διαφορετική πολιτική κατεύθυνση: σε κάποιες περιπτώσεις, δημοκρατική και προοδευτική· σε άλλες, αυταρχική και συντηρητική.
Αυτό που δεν μπόρεσε να δει ο Βέμπερ είναι ότι ο χαρισματικός ηγέτης δεν αναδύεται οποιαδήποτε στιγμή στην ιστορία μιας χώρας. Υπάρχει μια χαρισματική στιγμή· δηλαδή μια εξαιρετική συγκυρία που δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την εμφάνισή του. Πρόκειται για εκείνες τις στιγμές οικονομικών και κρατικών κρίσεων που υπονομεύουν τις βεβαιότητες με τις οποίες ζουν οι άνθρωποι, που αποδιοργανώνουν τις συνθήκες ύπαρξης ενός μεγάλου μέρους του λαού, ωθώντας το να διαχωριστεί από τις κυρίαρχες αφηγήσεις· και μέσα από συλλογικές δράσεις δείχνει τη διάθεση να υιοθετήσει νέες συλλογικές πεποιθήσεις που το κάνουν να αποκτήσει και πάλι εμπιστοσύνη και βεβαιότητα για ένα μέλλον καλύτερο από το παρόν. Μόνο εν μέσω μιας γενικευμένης κρατικής κρίσης μπορούν να αναδυθούν οι χαρισματικοί ηγέτες.
Ο Περόν, ο Βάργκας και ο Κάρντενας, ή, πιο πρόσφατα, η Κριστίνα Κίρχνερ στην Αργεντινή, ο Τσάβες στη Βενεζουέλα, ο Έβο στη Βολιβία και ο Λόπεζ Ομπραδόρ στο Μεξικό [βλ. πλαίσιο], εμφανίστηκαν ακριβώς σε στιγμές μετάβασης: από έναν κύκλο οικονομικής συσσώρευσης και πολιτικής νομιμοποίησης σε έναν νέο. Στον 20ό αιώνα, από έναν περιορισμένο φιλελευθερισμό και ένα οικονομικό μοντέλο βασισμένο στις εξαγωγές του πρωτογενούς τομέα, σε μια εθνικά προσανατολισμένη οικονομική ανάπτυξη. Στον 21ο αιώνα, από τον ολιγαρχικό νεοφιλελευθερισμό σε έναν μετα-νεοφιλελευθερισμό που δεν αποκλείει καμία κοινωνική ομάδα. Σε αυτές τις δύο ρήξεις, οι χαρισματικοί ηγέτες είναι μια έκφραση της κρίσης και ένας τρόπος επίλυσής της, μέσω μιας νέας κοινωνικής συνοχής, βασισμένης στη βελτίωση των υλικών συνθηκών ζωής των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων.
Η χαρισματική κοινότητα
Η χαρισματική ηγεσία αποτελεί μια μορφή συγκρουσιακής ενοποίησης της κοινωνίας, έναν τρόπο συγκρότησης των κοινωνικών τάξεων, των συμμαχιών τους και, κυρίως, του ποιοι θα θεωρηθούν αντίπαλοι, υπαίτιοι της κρίσης. Για τον λόγο αυτό, η χαρισματική ηγεσία είναι ένας προσωρινός τρόπος προσωποποίησης ενός νέου ενοποιητικού πυρήνα του έθνους –ή της πολυεθνικότητας– και της ρητής έκφρασης των αντιπάλων του.
Όταν ο εχθρός που πρέπει να εξοντωθεί είναι ένα ουσιώδες τμήμα της κοινωνίας, για παράδειγμα οι μετανάστες, τότε έχουμε να κάνουμε με μια συντηρητική και κατ’ ανάγκη αυταρχική ηγεσία, που επιδιώκει να απομονώσει τις κοινωνικές τάξεις που θεωρούνται «παθογόνες» για το εθνικό σώμα. Σε αυτήν την περίπτωση, το έθνος καλείται να συρρικνωθεί, να ακρωτηριαστεί, για να «σωθεί». Όταν όμως οι αντίπαλοι είναι οι ολιγαρχίες –τοπικές ή εξωτερικές– τότε προβάλλεται μια ανοικτή έννοια του έθνους, που αντιστοιχεί σε ηγεσίες προοδευτικές.
Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Λατινικής Αμερικής είναι πως η χαρισματική ηγεσία παρουσιάζεται σαν εμπειρία εκδημοκρατισμού της κοινωνίας και διεύρυνσης των φορέων συλλογικών δικαιωμάτων. Στον 20ό αιώνα, πρόκειται για τους μισθωτούς εργαζόμενους που οργανώνονται συνδικαλιστικά. Στον 21ο, για τους επισφαλώς εργαζόμενους, τους άνεργους, τις γυναίκες και, σε περιπτώσεις όπως η Βολιβία, για τους αυτόχθονες λαούς που αποτελούν την πλειονότητα.
Γι’ αυτό και δεν είναι περίεργο που σε αυτές τις περιπτώσεις το ιστορικό αποτύπωμα των χαρισματικών ηγετών είναι τόσο βαθύ και μακροχρόνιο. Για πλατιά κοινωνικά στρώματα, ο ηγέτης αποτελεί τη συμβολική φιγούρα και την ενσάρκωση της αναγνώρισής τους ως ανθρώπων με αξιοπρέπεια, φορέων δικαιωμάτων. Είναι η έξοδός τους από τον κοινωνικό αποκλεισμό και την εξαθλίωση. Είναι η αύξηση των καταναλωτικών τους δυνατοτήτων, η πρώτη δυνατότητά τους να έχουν κάποια οικονομική αποταμίευση, το πρώτο δικό τους σπίτι, το πρώτο τους παιδί που θα έχει δικό του επάγγελμα ή που μπόρεσε για πρώτη φορά να πάει σε ένα κανονικό σχολείο, χτισμένο από τούβλα. Είναι η εμπειρία να έχουν ίση πρόσβαση στην υγεία και σε άλλες κοινωνικές παροχές, ανεξαρτήτως επωνύμου ή χρώματος δέρματος. Το νικηφόρο εθνικο-λαϊκό μπλοκ οφείλει να στηρίζεται σε ένα αναδιανεμητικό εθνικό κράτος.
Η εμπειρία που αποκτούν οι λαϊκοί άνθρωποι από τη χαρισματική ηγεσία είναι θεμελιώδης· χαράζει ανεξίτηλα την πορεία των μελλοντικών τους πολιτικών δεσμεύσεων για το υπόλοιπο της ζωής τους. Από εκεί προέρχεται και η μακροβιότητα της χαρισματικής ιστορίας, ανεξάρτητα από τη μετέπειτα πολιτική κατάσταση του ηγέτη· αυτή διαρκεί μέχρι τον θάνατό του – και πολλές φορές ακόμη πιο πέρα.

Η διαδρομή του χαρισματισμού
Ακόμη κι όταν ο χαρισματικός ηγέτης έχει εγκαταλείψει την εξουσία ή όταν έχει παρέλθει η χαρισματική στιγμή που τον έφερε στην επιφάνεια, αυτός ή αυτή εξακολουθεί να ασκεί τεράστια πολιτική επιρροή στην κοινωνία και να διατηρεί το μονοπώλιο των αποφάσεων στον κομματικό χώρο στον οποίο ανήκει. Το τέλος της επικής φάσης του χαρίσματος ασφαλώς μειώνει την ακτινοβολία του ηγέτη· ωστόσο, θα συνεχίσει να συσπειρώνει μια σταθερή βάση υποστηρικτών, χωρίς την οποία το πολιτικό σχέδιο που τον ανέδειξε κάποτε δεν θα μπορέσει να συγκροτήσει μια νέα κοινωνική πλειοψηφία με κρατική επιρροή.
Σε περίπτωση θανάτου του ηγέτη, οι υποστηρικτές του θα επιδιώξουν να διεκδικήσουν την πολιτική του κληρονομιά, με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία, ανάλογα με τον τρόπο που θα διαχειριστούν τη συνέχεια του χαρισματικού του αποτυπώματος. Υπάρχουν επίσης μεταβάσεις που είναι προσυμφωνημένες ή εντάσσονται στη διαδικασία θεσμικής κανονικοποίησης του χαρίσματος, όπως στην περίπτωση του Ομπραδόρ στο Μεξικό, όπου ο ηγέτης μεταβιβάζει προσωπικά την εξουσία, περνά στο πολιτικό περιθώριο του νέου κυβερνήτη, αλλά διατηρεί χώρους επιρροής στη δομή του κράτους. Μέχρι στιγμής, αυτή είναι η πιο επιτυχής εμπειρία.
Η μεγαλύτερη πολυπλοκότητα προκύπτει όταν ο χαρισματικός ηγέτης επιδιώκει να επιστρέψει σε κυβερνητικά καθήκοντα αφού έχει παρέλθει η χαρισματική στιγμή. Ένας κίνδυνος είναι να το κάνει επαναλαμβάνοντας προτάσεις που παλαιότερα ήταν αποτελεσματικές για την αντιμετώπιση της κρίσης, αλλά πλέον αποδεικνύονται ανεπαρκείς μπροστά στα νέα κοινωνικά προβλήματα. Το αποτέλεσμα είναι η αυτοϋποβάθμιση και η κατάρρευση της χαρισματικής πολιτικής επιρροής, αφού δεν μπορούν έτσι να ικανοποιηθούν οι πραγματικές λαϊκές απαιτήσεις. Ένα άλλο εμπόδιο μπορεί να προκύψει από την ίδια την ομάδα των υποστηρικτών που ζητούν μια δική τους ευκαιρία να βρεθούν οι ίδιοι στην εξουσία, και εκμεταλλευόμενοι τη θέση τους στο κράτος αποκόπτονται από τον ηγέτη που τους ανέδειξε, αποκλείοντάς τον μέσω νομικών χειρισμών από την εκλογική αναμέτρηση – όπως συνέβη στον Ισημερινό και τη Βολιβία. Αυτοί οι εκφυλισμένοι επίγονοι θα πνιγούν τελικά στις αποτυχημένες κυβερνήσεις τους, αλλά θα έχουν προκαλέσει φθορά στο εθνικο-λαϊκό μπλοκ και θα το έχουν περιορίσει γύρω από τον χαρισματικό ηγέτη· με ισχυρή συσπείρωση, αλλά πλέον μη πλειοψηφικό, μη ηγεμονικό, χωρίς ιστορική πρωτοβουλία, αγκυλωμένο στην υπεράσπιση του παρελθόντος.
Μια άλλη εκδοχή είναι αυτή κατά την οποία οι συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις, τυφλωμένες από ταξικό φθόνο, επιδιώκουν να εξοντώσουν ή να απαγορεύσουν τον ηγέτη. Αυτή είναι η περίπτωση της Κριστίνα Κίρχνερ στην Αργεντινή. Αποκομμένες από την ψυχή του έθνους, αυτές οι ελίτ δεν μπορούν να κατανοήσουν ότι το να φυλακίσεις έναν χαρισματικό ηγέτη σημαίνει να φυλακίζεις ένα κομμάτι από την ίδια την ιστορία της πατρίδας – την πληβειακή της πλευρά. Όμως το έθνος είναι κάτι παραπάνω από τους θεσμούς που μπορούν να διαφθαρούν· είναι, πάνω απ’ όλα, μια μνήμη και ένα κοινό συναισθηματικό βίωμα του συλλογικού Εγώ που παραμένει στον χρόνο.
Για πολλούς, η προσβολή προς τη χαρισματική ηγέτιδα βιώνεται ως προσβολή της συλλογικής αξιοπρέπειας· και έτσι, αναπόφευκτα, στο ύστερο αυτό στάδιο του χαρίσματος, ξεσπά μια φάση επανένωσης του λαϊκού στοιχείου γύρω από τη συμβολική μορφή του θύματος.
Το μαρτύριο της ηγέτιδας ανακαλεί στη λαϊκή μνήμη την προσδοκία της λύτρωσης. Βοηθά στην ανασύσταση της χαρισματικής αυθεντίας και της προσδίδει νέα ζωντάνια, ώστε να διεκδικήσει ξανά μια κοινωνική εκλογική πλειοψηφία. Όλα θα εξαρτηθούν από πόσο ορατές θα γίνουν οι αδυναμίες της συντηρητικής διακυβέρνησης, και από την ικανότητα της ίδιας της χαρισματικής ηγέτιδας να αναβαθμίσει τη λαϊκή αφοσίωση, περνώντας από τη νοσταλγία στην ελπίδα – μια ελπίδα νέα, ανοικτή σε αυτό που έρχεται, ριζωμένη στο μέλλον.
Χαρισματικοί ηγέτες
Με τη σειρά που παρατίθενται στο άρθρο του Λινέρα:
- Ο Χουάν Περόν παραμένει μέχρι σήμερα ο δημοφιλέστερος πρόεδρος στην ιστορία της Αργεντινής. Ανήλθε στην εξουσία το 1946. Το 1955 ανατράπηκε από αιματηρό στρατιωτικό πραξικόπημα, με αεροσκάφη να βομβαρδίζουν συγκέντρωσή του δολοφονώντας σχεδόν 400 συμμετέχοντες. Εξορίστηκε, αλλά επανήλθε θριαμβευτικά στην Αργεντινή το 1973 και την κυβέρνησε έως τον θάνατό του (1974). Το κίνημα του περονισμού, που έχει διάφορες τάσεις, εξακολουθεί μέχρι σήμερα να αποτελεί σημαντική πολιτική δύναμη στην Αργεντινή.
- Ο Ζετούλιο Βάργκας ήταν πρόεδρος της Βραζιλίας το 1930-1945 και ξανά από το 1951 έως το 1954, οπότε αυτοκτόνησε υπό την απειλή μερίδας του στρατού που απαιτούσε την παραίτησή του. Σε μεγάλες περιόδους της προεδρίας του κυβέρνησε δικτατορικά, αλλά κέρδισε τη λαϊκή υποστήριξη προωθώντας ανολοκλήρωτες μεν αλλά βαθιές για τα δεδομένα της Βραζιλίας κοινωνικές μεταρρυθμίσεις.
- Ο Λάζαρο Κάρντενας εκλέχθηκε πρόεδρος του Μεξικού το 1934 και κυβέρνησε ως το 1940. Σε αυτήν την εξαετία προώθησε την αγροτική μεταρρύθμιση, εθνικοποίησε την πετρελαϊκή βιομηχανία, βελτίωσε την εργατική νομοθεσία και στάθηκε στο πλάι των Δημοκρατικών στον Ισπανικό Εμφύλιο. Με αυτά, σε συνδυασμό με την εξαιρετική τιμιότητά του, κέρδισε την εμπιστοσύνη της φτωχολογιάς του Μεξικού. Μέχρι τον θάνατό του το 1970 υποστήριξε φιλολαϊκές πολιτικές, συμπαραστάθηκε στην Κουβανική Επανάσταση και αντιτάχθηκε στην επέμβαση των ΗΠΑ στο Βιετνάμ.
- Η Κριστίνα Κίρχνερ εκλέχθηκε πρόεδρος της Αργεντινής το 2007 με την υποστήριξη του περονιστικού ρεύματος. Επανήλθε στην εξουσία ως αντιπρόεδρος το 2019-2023, επί προεδρίας του επίσης περονιστή Αλμπέρτο Φερνάντεζ. Σήμερα είναι επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης στον ακροδεξιό πρόεδρο Χαβιέ Μιλέι. Αντιμετωπίζει πολλαπλές δικαστικές διώξεις που υποστηρίζονται από τη σημερινή ακροδεξιά εξουσία.
- Ο Ούγκο Τσάβες, που είχε φυλακιστεί επειδή πρωτοστάτησε στο λεγόμενο «πραξικόπημα των φτωχών» το 1992 ενάντια στις νεοφιλελεύθερες κυβερνητικές πολιτικές και το ΔΝΤ, πρωτοεκλέχθηκε πρόεδρος της χώρας το 1998 επικεφαλής του PSUV (Ενοποιημένο Σοσιαλιστικό Κόμμα Βενεζουέλας). Επανεκλεγόταν διαρκώς μέχρι τον θάνατό του από καρκίνο το 2013, όντας το σύμβολο του «σοσιαλισμού του 21ου αιώνα» και της Μπολιβαριανής Επανάστασης, που έφερε βαθιές αλλαγές στη χώρα και προκάλεσε την εχθρότητα των ΗΠΑ και των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Επανειλημμένα επιχειρήθηκε, με Δυτική υποστήριξη, η ανατροπή και δολοφονία του, αλλά χωρίς επιτυχία.
- Ο Έβο Μοράλες, ιθαγενικής καταγωγής, εκτοξεύθηκε το 2006 στην προεδρία της χώρας μετά από σειρά λαϊκών ξεσηκωμών. Τέθηκε επικεφαλής του MAS (Κίνημα προς τον Σοσιαλισμό) και, με αντιπρόεδρο τον διανοούμενο Άλβαρο Γκαρσία Λινέρα, προώθησε ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις που έφεραν τη φτωχολογιά από το περιθώριο στο επίκεντρο της πολιτικής ζωής, προκαλώντας το μίσος της ελίτ. Σε αυτό προστέθηκε το μίσος των ΗΠΑ και γενικότερα της Δύσης εξαιτίας της αντιιμπεριαλιστικής στάσης του. Κυβέρνησε ως το 2019, οπότε ανατράπηκε από ολιγαρχικό πραξικόπημα με την υποστήριξη της Ουάσιγκτον. Σήμερα βρίσκεται σε ανοιχτή αντιπαράθεση με τους πρώην συντρόφους του που κυβερνούν τη Βολιβία και συναινούν στην απαγόρευση συμμετοχής του στις εκλογές.
- Ο Λόπεζ Ομπραδόρ εκλέχθηκε πρόεδρος του Μεξικού το 2018 με μια προοδευτική και πατριωτική ατζέντα, βάζοντας τέλος σε δεκαετίες ακραία διεφθαρμένων και αντιλαϊκών κυβερνήσεων. Κατηγορήθηκε ως «τοξικό για τις ΗΠΑ μείγμα Λατινοαμερικάνου λαϊκιστή και σοσιαλιστή» (Financial Times). Καθώς δεν δικαιούνταν να θέσει για δεύτερη φορά υποψηφιότητα, ο ίδιος και το πολιτικό του κίνημα (MORENA) υποστήριξαν την Κλαούντια Σεϊνμπάουμ, που εκλέχθηκε πανηγυρικά συντρίβοντας την κοινή υποψήφια όλου του παλιού και μαφιόζικου πολιτικού συστήματος, και συνεχίζει στη γραμμή του Ομπραδόρ.











































































