«Είμαι αυτό που είμαι». Το σύνθημα που κάποτε μπορούσε να σημαίνει χειραφέτηση έχει μετατραπεί σε ένα από τα πιο αποτελεσματικά εργαλεία ενσωμάτωσης.

Στη νεοφιλελεύθερη εκδοχή της αριστεράς, η πολιτική μετατοπίζεται από τη συλλογική αλλαγή –που παραμένει ευχή– προς τη διαχείριση της ταυτότητας. Το άτομο γίνεται project και η κοινωνία σκηνικό. Η εξατομίκευση των πάντων είναι το βασικό της μοτίβο. Η εργασία, η κατανάλωση, η δυστυχία, ακόμη και η πολιτική παρουσιάζονται ως προσωπικές διαδρομές. Αντί για κοινωνικές αντιθέσεις, μιλάμε για προσωπικές επιλογές. Αντί για εκμετάλλευση, για «προκλήσεις». Έτσι η πολιτική χάνει τη συγκρουσιακή της διάσταση και γίνεται ζήτημα ύφους και αυτοπαρουσίασης.

ΣΤΗΝ Ελλάδα αυτό εμφανίζεται συχνά μέσα από έναν αστικό προοδευτισμό που συνδυάζει πολιτικά φιλελεύθερες θέσεις με lifestyle κατανάλωσης: brunch κουλτούρα, ethical brands, vegan trends, οικολογική αισθητική. Ο πολιτικός λόγος είναι υπέρ των κοινωνικών δικαιωμάτων αλλά χωρίς ιδιαίτερη ενασχόληση με εργασιακά ή ταξικά ζητήματα διαμορφώνοντας ένα «προοδευτικό» lifestyle, αλλά πλήρως ενσωματωμένο στην αγορά.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ τύπου urban culture και μεγάλοι πολιτιστικοί φορείς λειτουργούν συχνά ως διαμορφωτές ενός προοδευτικού αλλά συμβατού με την αγορά δημόσιου λόγου: προβάλλουν ζητήματα δικαιωμάτων, ταυτότητας, πολιτιστικής καινοτομίας και κοσμοπολιτισμού, ενώ αποφεύγουν θέματα κοινωνικής ανισότητας, εργασιακής επισφάλειας ή οικονομικής ισχύος. Παράλληλα, τα μεγάλα ιδρύματα και οι πολιτιστικές χορηγίες συμβάλλουν και σε μια μορφή «ήπιας ηγεμονίας», όπου η πολιτική συζήτηση μετατοπίζεται από τη σύγκρουση και τη διεκδίκηση προς τον πολιτισμό, το event και τη διαχείριση εικόνας. Πρόκειται για ένα οικοσύστημα όπου πολιτισμός, media και αγορά συγκλίνουν σε έναν τρόπο θέασης της κοινωνίας λιγότερο συγκρουσιακό και περισσότερο lifestyle.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ στάση εκφράζεται περισσότερο μέσω επιλογών κατανάλωσης ή ψηφιακής «ηθικής» παρουσίας παρά μέσα από συλλογική δράση ή συνδικαλισμό. Ο ακτιβισμός μετατρέπεται εύκολα σε hashtag, repost με έντονη online δραστηριότητα για κοινωνικά θέματα (δικαιώματα, identity politics κ.λπ.) ή αισθητικό στίγμα και η πολιτική γίνεται ψηφιακή παρουσία.

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ, μεγάλα τμήματα της δημιουργικής εργασίας –media, design, marketing, πολιτισμός– ζουν σε συνθήκες επισφάλειας που παρουσιάζονται ως «ελευθερία». Ο freelancer γίνεται πρότυπο, όχι παρά το ρίσκο αλλά σχεδόν εξαιτίας του. Η επισφάλεια βαφτίζεται δημιουργικότητα.

ΣΕ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ επίπεδο το μοτίβο γίνεται ακόμη πιο εμφανές και ακόμη πιο ελκυστικό για τους αποικιοκρατικοποιημένους «προοδευτικούς» Έλληνες. Στις μεγάλες πόλεις της λεγόμενης creative class -Βερολίνο, Άμστερνταμ, Βαρκελώνη- η προοδευτική πολιτική συνυπάρχει με startup κουλτούρα, coworking spaces και gig economy. Η ελευθερία μεταφράζεται σε ευελιξία και η ευελιξία σε μόνιμη αβεβαιότητα.

Γι’ αυτό και είναι χαρακτηριστική η σχέση αυτής της αριστεράς με τα ευρωπαϊκά προγράμματα –Ταμείο Συνοχής, ΕΣΠΑ και συναφείς χρηματοδοτήσεις– τα οποία συχνά αντιμετωπίζονται όχι ως εργαλεία αναδιανομής ή παραγωγικής ανασυγκρότησης αλλά ως πεδίο διαχείρισης έργων, θέσεων και μικρο-επιχειρηματικών ευκαιριών για μια μορφωμένη μεσαία τάξη συμβούλων, ΜΚΟ, start-ups και πολιτιστικών φορέων. Η εξάρτηση από project-based χρηματοδότηση καλλιεργεί μια τεχνοκρατική λογική όπου η πολιτική αντικαθίσταται από «προγράμματα», δείκτες απορρόφησης και καινοτόμα pitches, ενώ τα βαθύτερα κοινωνικά προβλήματα –ανεργία, αποδιάρθρωση παραγωγής, στεγαστική κρίση– παραμένουν άλυτα. Έτσι η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση λειτουργεί συχνά περισσότερο ως μηχανισμός ενσωμάτωσης και επαγγελματικής αναπαραγωγής συγκεκριμένων στρωμάτων παρά ως μοχλός ουσιαστικής κοινωνικής αλλαγής. Ταυτόχρονα, για μια ολόκληρη γενιά, την Erasmus generation, τα ευρωπαϊκά Projects γίνονται ευκαιρία για ενός είδους «διεθνιστική» ανακούφιση απέναντι στην εθνική μας μειονεξία «που δεν περάσαμε διαφωτισμό».

Πρόκειται για μια cosmo-liberal mobility (κινητικότητα) των μορφωμένων νέων στην Ε.Ε. που διαπνέεται από προοδευτικές αξίες αλλά συχνά από σχετικά προνομιούχες θέσεις, οικοδομώντας έναν κοσμοπολιτισμό χωρίς κοινωνική ρίζα.

ΑΚΟΜΗ και η οικολογία, ένα βαθιά πολιτικό ζήτημα, συχνά περνά μέσα από την αγορά: sustainable fashion, ethical προϊόντα, πράσινη κατανάλωση. Η αλλαγή μοιάζει να περιορίζεται στο τι αγοράζεις, όχι στο πώς οργανώνεται η παραγωγή.

 ΤΗΝ ΙΔΙΑ στιγμή, η πολιτική όλο και ψυχολογικοποιείται ατομικά. Η εξουθένωση, το άγχος, η ανασφάλεια αντιμετωπίζονται κυρίως ως προσωπικά προβλήματα που λύνονται με therapy, self-care ή mindfulness. Η συλλογική διάσταση της κρίσης εξαφανίζεται πίσω από την ατομική ευεξία. Η πολιτική παίρνει τη μορφή ατομικής θεραπείας και η έμφαση δίνεται στο personal healing αντί της συλλογικής διεκδίκησης.

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ τυχαίο ότι η κοινωνικότητα οργανώνεται συχνά γύρω από μικρές ασφαλείς κοινότητες -πολιτιστικά events, Pride, festivals, climate marches, online δίκτυα, identity-based κύκλους με κάποιο πολιτικό χαρακτήρα αλλά και έντονη εμπορική διάσταση. Εκεί η σύγκρουση αντικαθίσταται από επιβεβαίωση. Η διαφωνία θεωρείται απειλή για την ψυχική ισορροπία και ο ακτιβισμός συνδυάζεται με lifestyle και branding.

ΑΥΤΗ η λεγόμενη lifestyle ή «boutique» αριστερά δείχνει συχνά μια αξιοσημείωτη αδιαφορία για όσους ζουν έξω από τον «φωτισμένο» κύκλο της μητρόπολης: τους ανέργους, τους επισφαλώς εργαζόμενους, όσους κάνουν δουλειές του ποδαριού, τους συνταξιούχους που μετρούν τα ευρώ πριν τελειώσει ο μήνας ή τις οικογένειες που βλέπουν τα σπίτια τους να περνούν σε funds χωρίς ουσιαστική προστασία. Η πολιτική της ματιά παραμένει στραμμένη κυρίως σε ζητήματα ταυτότητας, αισθητικής και προσωπικής έκφρασης, ενώ η υλική ανασφάλεια, η αποβιομηχάνιση, η περιφερειακή εγκατάλειψη ή τα εθνικά ζητήματα αντιμετωπίζονται είτε ως δευτερεύοντα είτε ως «παρωχημένα». Έτσι δημιουργείται ένα χάσμα: μια αριστερά πολιτισμικά προοδευτική αλλά κοινωνικά απομακρυσμένη από τα στρώματα που βιώνουν πιο έντονα την οικονομική πίεση και την απώλεια προοπτικής.

 ΓΙ’ ΑΥΤΟ και αυτή η «boutique» αριστερά τείνει να βλέπει τον φασισμό σχεδόν αποκλειστικά στο επίπεδο της ταυτότητας: στον ρατσισμό, στον εθνικισμό, στη ρητορική μίσους. Βλέπει τον φασισμό περίπου ως αισθητική που δεν της ταιριάζει. Είναι ο χώρος όπου μπορεί να διαφοροποιείται ηθικά και αισθητικά χωρίς να συγκρούεται με τις οικονομικές και θεσμικές δομές στις οποίες ήδη συμμετέχει ή από τις οποίες επωφελείται.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ, η πολιτική μετατρέπεται σε ταυτότητα και αισθητική, η κατανάλωση γίνεται μέσο «ηθικής στάσης», η συλλογική δράση υποχωρεί μπροστά στο άτομο, η επισφάλεια κανονικοποιείται ως lifestyle και η ψυχολογία αντικαθιστά τη δομική πολιτική ανάλυση και εν τέλει η πολιτική μετατοπίζεται από τη συλλογική αλλαγή στη διαχείριση ταυτότητας και… «περάσαμε εμείς καλά κι αυτοί καλύτερα» όπως τελειώναν κάποτε τα παραμύθια.

* Ο Αντώνης Ανδρουλιδάκης είναι MSc. Αναπτυξιακός και Κοινωνικός Ψυχολόγος

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!