Διατηρώντας με περίσσιο σαρκασμό τον παλμό ενός δυσεύρετου σήμερα φιλοσοφημένου πολιτικού αναστοχασμού στο σινεμά, ο 48χρονος Ρουμάνος σκηνοθέτης Ράντου Ζούντε καταφέρνει να εστιάσει και πάλι σε επίκαιρα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα, στη νέα του ταινία «Kontinental ’25», μεταξύ μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ.

Στο όμορφο και γραφικό Κλουζ της Τρανσυλβανίας, ένας 60άρης άστεγος ζητιάνος έρχεται σε απόγνωση και αυτοκτονεί, μετά την έξωση από μια σκοτεινή αποθήκη δημόσιου κτιρίου που του είχαν παραχωρήσει, λόγω επικείμενης ανέγερσης του πολυτελούς ξενοδοχείου «Κοντινένταλ Μπουτίκ». Συγκλονισμένη από το γεγονός αυτό, η καλοκάγαθη δικαστική επιμελήτρια Ορσολία (Εστέρ Τόμπα), που τον είχε βοηθήσει, πρώην Καθηγήτρια Δικαίου και μητέρα τριών παιδιών, εξιστορεί γεμάτη ενοχές το γεγονός αυτό σε συναδέλφους και φίλους, οι οποίοι της υπενθυμίζουν άλλες περιπτώσεις άστεγων, που αντιμετωπίστηκαν με αντίστοιχη αναλγησία. Συνειδητοποιώντας τη διαδεδομένη απάθεια της κοινωνίας, η Ορσολία πέφτει σταδιακά σε κατάθλιψη, μέχρι την τυχαία συνάντηση ενός παλιού φοιτητή της, του νεαρού Φρεντ (Άντονις Τάντα), πτυχιούχου νομικής, που βιοπορίζεται ως ποδηλάτης διανομέας, καταλήγοντας σε μια χαοτική τροπή, με ευχάριστες και απροσδόκητες αλλαγές στο αρχικό μακάβριο πλαίσιο.

Με συγγένειες με τον Ρούμπεν Έστλουντ, ως προς τις πρωτότυπες και πάντα ταξικές και χιουμοριστικές αιχμές στις ταινίες του, ο Ζούντε επικεντρώνεται σε θέματα ταμπού που στηλιτεύουν τις σύγχρονες καλλωπισμένες ευρωπαϊκές «δημοκρατίες». Ξεκινώντας από το στεγαστικό και το ανύπαρκτο πολιτικό πλαίσιο για άστεγους, ξεγυμνώνει μικροαστικές νοοτροπίες και άφθονη κοινωνική υποκρισία, όπως οι χρηματικές δωρεές σε ανθρωπιστικά ιδρύματα, ως εξαγορά κοινωνικής συνείδησης και ξέπλυμα της ενοχής στη συνενοχή, με κομβικό σημείο την καταλυτική επίδραση που είχε στην πρωταγωνίστρια η βίαιη αυτοκτονία ενός άστεγου, κάτι που θα πέρναγε απαρατήρητο από τους περισσότερους φιλήσυχους πολίτες. Μετά τα εξίσου παράλογα σουρεαλιστικά «Ατυχές πήδημα ή παλαβό πορνό» (2021) και «Μην περιμένετε και πολλά από το τέλος του κόσμου» (2023), ο Ζούντε τοποθετεί για άλλη μια φορά στο επίκεντρο μια μεσήλικη γυναίκα και τα εργασιακά, ερωτικά και υπαρξιακά της αδιέξοδα και δημιουργεί μια υπονομευτικά σαρκαστική ταινία, σχολιάζοντας σχεδόν τα πάντα: εθνικισμό, ρατσισμό, σωβινισμό, σεξισμό, θρησκευτική πίστη και ταξικές ανισότητες.

 

Κατασκευασμένη αποκλειστικά από σταθερά πλάνα, με μια στάσιμη κάμερα που καταγράφει ό,τι περνάει από μπροστά -ανακαλώντας το πρώιμο σινεμά- η ταινία δομείται κυρίως μέσα απ’ τους μακροσκελείς διαλόγους της πρωταγωνίστριας, που αποκαλύπτουν ενδόμυχα την υποκριτική λειτουργία φιλανθρωπίας, οίκτου και θρησκευτικής πίστης, με δωρεές ή προσευχές, για την εξαγορά γαλήνης και σωτηρίας της ψυχής, μέσα από έναν ψυχικό μηχανισμό άρνησης, απώθησης και μετάθεσης, παρακάμπτοντας κάθε ηθική, κοινωνική και πολιτική ευθύνη. Καθόλου τυχαία, ακούγεται δυο φορές από τον ιερωμένο η ρήση του Λούθηρου «Μάταια πιστεύουμε στη συγχώρεση των αμαρτιών εκτός αν πιστεύουμε βαθιά ότι οι αμαρτίες μας έχουν συγχωρεθεί».

Μερικά αστεία συμβάντα, όπως η έλευση ενός ρομπότ-σκύλου, σε κάποια πλατεία όπου η Ορσολία κουβεντιάζει με μια φίλη ή ένα τηλεκατευθυνόμενο αυτοκινητάκι στο διάβα του ιερωμένου, λειτουργούν ως μικρά ανακουφιστικά χιουμοριστικά επεισόδια. Εξίσου υπονομευτικά λειτουργούν μερικά κακόγουστα διακοσμητικά ευτράπελα στα διάσπαρτα πάρκα της πόλης, όπου περιδιαβαίνουν οι χαρακτήρες, όπως οι μηχανοκίνητοι δεινόσαυροι στην αρχή, αλλά και η επιγραφή της αγγλικής λέξης «untold» (ανείπωτο) στο τέλος, παραπέμποντας στα ανομολόγητα συναισθήματα της πρωταγωνίστριας.

Πλάι στην ιστορία της Ορσολία, που τελικά συνεχίζει -έστω και με βαριά καρδιά- να διεξάγει εξώσεις σε άστεγους και καταληψίες, όπως αποκαλύπτεται στον διάλογο με τον ιερωμένο, η πολεοδομική αισθητική αναδεικνύεται ως σχόλιο ενός καπιταλιστικού συστήματος δομημένου σε ένα απόλυτο ολοκληρωμένο σύνολο, όπου «οι πιο ευάλωτοι, είναι και οι πιο εκτεθειμένοι», όπως αντιλαμβάνεται η πρωταγωνίστρια. Ενδεικτική παραμένει και η επαναληπτική λειτουργία της μαρτυρικής αυτοχειρίας του άστεγου, που στοιχειώνει την Ορσολία. Αρχικά απεικονίζεται σε μια σοκαριστική σκηνή και στη συνέχεια ακούμε τη λεκτική περιγραφή της από την πρωταγωνίστρια, που δεν παραλείπει να την αναφέρει με κάθε αφορμή, ως μακάβρια ηθική υπενθύμιση.

Ωστόσο, η συνύπαρξη ενός ανελέητου, διαβρωτικού χιούμορ, μέσα από τα γκροτέσκα ανέκδοτα για βουδιστές καλόγερους, λειτουργεί ως αναγκαία ανακουφιστική χειρονομία, που ευθυμεί τον Φρεντ, παράλληλα με αρκετές λεπτομέρειες στο οπτικό και λεκτικό επίπεδο. Η αναγραφή «είμαι Ρουμάνος» στο σακίδιο του Φρεντ, για διαχωρισμό από τους μετανάστες συναδέλφους του από Μπαγκλαντές ή Σρι Λάνκα, τα αναπόδεικτα μαθηματικά αξιώματα και το Θεώρημα Μη Πληρότητας του Γκέντελ –αναφορά στον Λαρς Φον Τρίερ- που σχετίζονται με το αμφισβητούμενο τελικά δικαίωμα ζωής για όλους, καθώς και κάποια σχόλια και ανέκδοτα, φανερώνουν αντιδραστικά, ρατσιστικά, σεξιστικά και εθνικιστικά αντανακλαστικά, με αποκορύφωμα τα λεγόμενα για τον πόλεμο στην Ουκρανία, στη σκηνή όπου Ορσολία και Φρεντ κάθονται στο «Μνημείο Αντι-κομμουνιστικής Αντίστασης».

Ανά τακτά διαστήματα, τρυπώνουν στην αφηγηματική ροή σειρές διαδοχικών ολιγόλεπτων σταθερών πλάνων, με τις προσόψεις κτιρίων μια όμορφης πόλης, γεμάτης μνημεία και αγάλματα, ποιητών και έφιππων βασιλιάδων, προσδίδουν μεγαλείο, ενώ ανιχνεύουν και αρχιτεκτονικές ιδιαιτερότητες, αποκαλύπτοντας ταξική και κοινωνική διαστρωμάτωση. Ξεκινώντας από μια παράθεση κτιρίων αρ νουβό αισθητικής, που αναδεικνύει και έναν αλλοτινό κοσμοπολιτισμό, ο φακός αιχμαλωτίζει παλιά αρχοντικά και μεγάλα δημόσια κτίρια, καταλήγοντας σε πιο σύγχρονης αρχιτεκτονικής πολυκατοικίες, του ’80 και του ’90, με μερικές άκομψες λύσεις για τις ανάγκες μιας απότομης αστικοποίησης, όπως το ασφυκτικά περικυκλωμένο από πολυκατοικίες νεκροταφείο. Σταδιακά αισθητική και ποιότητα εκπίπτουν για χάρη της ποσότητας, αποθεώνοντας την ομοιομορφία, σε μια ανελέητη παράθεση προς στο τέλος, από τα νεόδμητα μεγάλα συγκροτήματα σύγχρονων πολυκατοικιών, με πανομοιότυπα -σε μικρές παραλλαγές- διαμερίσματα-κλουβιά. Ενίοτε ξεχωρίζουν περιφραγμένες περιοχές για ανώτερα βαλάντια, μέχρι η ταινία να κλείσει με την παράθεση εικόνων από οικοδομές και άδεια μεγάλα οικόπεδα, με διαφημιστικές πινακίδες «πωλούνται διαμερίσματα», σε μια αποθέωση της μεσιτικής μπίζνας και της αγοράς γης. Η τακτική θέαση αυτών των σταθερών πλάνων δίνει ρυθμό στην ταινία, ενισχύοντας με φιλοσοφημένη και υπαρξιακή διάσταση την πρωτοποριακή κινηματογραφική αισθητική.

Ως άλλος Καουρισμάκι, ο Ζούντε περικλείει στην ταινία τις σινεφιλικές αναφορές του και στη συνάντηση Ορσολία-Φρεντ, στο μπαρ ενός κινηματογράφου, με ηχητική υπόκρουση την πιανιστική σονάτα «Αλά Τούρκα» του Μότσαρτ, διακρίνονται πίσω τους κινηματογραφικές αφίσες των ταινιών «Kuhle Wampe: Σε ποιον ανήκει ο κόσμος» (1931/ Σλάταν Ντούντοβ) και «Europe ’51» (1952/ Ρομπέρτο Ροσσελίνι), ταινία που ομολογημένα ενέπνευσε τον Ζούντε, στην οποία παραπέμπει και ο τίτλος.

Ο Ζούντε υποστήριξε ηθελημένα την αφηγηματική ασυνέχεια, τονίζοντας ότι ήθελε να φρενάρει τη δράση, για να ενεργοποιήσει τη σκέψη, μέσα από τους διαλόγους και τις αντιδράσεις των χαρακτήρων. Δηλώνοντας οπαδός του πριμιτιβισμού, στην περσινή συνέντευξη τύπου της πρεμιέρας της ταινίας στην 75η Μπερλινάλε, ο σκηνοθέτης στόχευε να επιστρέψει στις απαρχές του κινηματογράφου και στην πρωτόγονη σκηνοθεσία των αδερφών Λυμιέρ, για να αγγίξει την ουσία της ιστορίας του. Διερωτώμενος πώς θα κινηματογραφούσαν οι Λυμιέρ σήμερα, αν είχαν κινητό, έκανε μια χαμηλού προϋπολογισμού ταινία, που γυρίστηκε μονάχα σε δέκα μέρες και κινηματογραφήθηκε από το κινητό του, με βασική ιδέα να προσεγγίσει την ανεπιτήδευτη απλότητα στο σινεμά του Ροσελίνι. Υποστηρίζοντας πως το σινεμά αποτελεί έναν τρόπο να βλέπουμε τον κόσμο, χρησιμοποιώντας συγκεκριμένα εργαλεία, όπως η κάμερα και τα μικρόφωνα, ο Ζούντε επισημαίνει: «αν το μικροσκόπιο βοηθάει να δούμε πολύ μικρά πράγματα για το ανθρώπινο μάτι, τότε μια κινηματογραφική κάμερα μας βοηθάει να αντιληφθούμε τι συμβαίνει στη σύγχρονη κοινωνία».

* Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, ifigenia.kalantzi@gmail.com

INFO:

  • Το ντοκιμαντέρ του Γιώργου Αυγερόπουλου «Mankinds folly/ Η Ύβρις της Ανθρωπότητας» για την κλιματική αλλαγή, προβάλλεται στους κινηματογράφους Τριανόν (15-21/1/2026) και Δαναό (17-18/1/2026) στην Αθήνα και στο Σινεάκ (16-17, 20-21/1/2026), στον Πειραιά.
  • Φεστιβάλ Ανεξάρτητου Ελληνικού Κινηματογράφου (15-21/1/2025), στον κινηματογράφο Studio New Star (Σταυροπούλου 33, πλ. Αμερικής) με παλιότερες και σύγχρονες ελληνικές ταινίες και ντοκιμαντέρ. Μετά τις προβολές, ακολουθεί συζήτηση με σκηνοθέτες και κοινό.
  • «Φεστιβάλ κινηματογράφου Ethnohauntology vol.1» (21-29/1/2026), στον κινηματογράφο NEWMAN. Θα προβληθούν 31 παλαιότερες και νεότερες πειραματικές, πρωτοποριακές, υβριδικές και καλτ ταινίες, του Λατινοαμερικάνικου κινηματογράφου, που αναδεικνύουν ιστορικά τραύματα και καταπιεσμένες μνήμες, στοιχειώνοντας τη σύγχρονη πολιτισμική μνήμη.
Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!