του Θεόδωρου Βάσση*

Παραθέτω κάποιες, σκόρπιες, σκέψεις για την ποίηση του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, ενός από τους πιο σημαντικούς ποιητές, κατά τη γνώμη μου πάντα, όχι μόνο της «Γενιάς του ’70» αλλά και της νεοελληνικής (και σύγχρονης) ποίησης.

Παρουσιάζω κάποια δομικά χαρακτηριστικά της ποιητικής τέχνης του, που υφαίνονται σιγά-σιγά, υπομονετικά κι επίμονα, όπως η αράχνη φτιάχνει τον ιστό της. Ήδη, μ’ αυτήν την (αυθόρμητη) παρομοίωση, εκκινεί και το πρωταρχικό χαρακτηριστικό της ποίησής του: μαύρο, σκοτεινό, απαισιόδοξο, φρικώδες, όπως η αράχνη, που –όμως– σε τυλίγει «ανεπαισθήτως» (κατά Καβάφη) στον τόσο λεπταίσθητο, καλλιτεχνικά σμιλευμένο, ιστό της (=στο ποιητικό σύμπαν του).

Καταρχήν, η ποιητική βιο/κοσμοθεώρηση (Άτομο-Φύση-Κοινωνία) είναι μαύρη. Ως ψυχοσύσταση και ως καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία, ο άνθρωπος-ποιητής Κώστας Γ. Παπαγεωργίου μ’ αυτόν τον τρόπο θεάται και βιώνει τη ζωή. Μιλώντας με ιστορικογραμματολογικούς όρους∙ όρους καλλιτεχνικών τεχνοτροπιών / ρευμάτων, ο Κώστας Γ. Παπαγεωργίου είναι Εξπρεσιονιστής (1) (με ρίζα του το μαύρο Ρομαντισμό). Το απαισιόδοξο στοιχείο, το βιβλικό «Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης» είναι το motto του. Απ’ αυτόν τον εγγενή (κι επίκτητο) Εξπρεσιονισμό εκβάλλει η σκοτεινή θέαση του κόσμου. Νησίδες αντίστασης / απαντοχής εντός αυτού του μαύρου πλαισίου αποτελούν κάποιες νότες (πρόσκαιρης) αγνότητας, ομορφιάς, ευαισθησίας, που δεν έχουν λερωθεί ακόμα ή που, ακόμη, αντιστέκονται στο λερωμένο, γύρω του, (βιομηχανοποιημένο, καπιταλιστικό) πολιτισμό.

Έπειτα, η ενδιάθετη εξπρεσιονιστική (ποιητική) ιδιοσυγκρασία του λειτουργεί ιμπρεσιονιστικά: το ποιητικό βλέμμα αρπάζεται από μιαν εντύπωση (υπό την ευρεία έννοια: φυσική, κοινωνική, συνειρμική / ονειρική) και, εν συνεχεία, μετασχηματίζεται –επί τη βάσει του ερεθίσματος που (αυτή) ασκεί στο σώμα / στην ύλη / στις αισθήσεις– σε καλλιτεχνική πράξη. Το σωματικό βίωμα («Das Erlebnis»: W. Dilthey) μεταποιείται σε καλλιτεχνικό / ποιητικό: η σωματικοποίηση της εντύπωσης αισθητικοποιείται. Συχνά, κατά τη διαδρομή αυτή, in fondo chiaroscuro πάντοτε, υπεισέρχεται η διαλεκτική συνύπαρξη των αντιθέτων, χωρίς ποτέ να προκύπτει η (διαλεκτική) σύνθεση / υπέρβαση: όλα αφήνονται μετέωρα / αιωρούμενα / ανοιχτά.

Πανταχού παρών ο (φιλοσοφικός) οντολογικός (μαύρος) Υπαρξισμός (ύπαρξη ↔ ανυπαρξία), όπως έξοχα τον μετέγραψε ο Κ.Γ. Καρυωτάκης (1896-1928) –Κ.Γ. κι αυτός!–, εμμονικός θιασώτης του οποίου υπήρξε (στα νιάτα του, οπωσδήποτε) ο Κ.Γ. Παπαγεωργίου, γράφοντας «Με το Μηδέν και το Άπειρο να συμφιλιωθούμε». (2)

Προς τον, ακανθώδη σίγουρα, δρόμο της ποιητικής του ανέλιξης, ο Κώστας Γ. Παπαγεωργίου αξιοποιεί το «πνεύμα» και το «γράμμα» της Ψυχανάλυσης και του Υπερρεαλισμού (με τη συνδρομή της Λογοτεχνικής Θεωρίας), εγκιβωτίζοντάς τα στη δική του σκοτεινή θεώρηση της ζωής, με «αιχμή του δόρατος» –πάντα– το σώμα / την ύλη / τις αισθήσεις (συνεπής μαθητής, τουλάχιστον ως προς τα καθ’ ημάς, του Σολωμού και του Σεφέρη).

Πάντα σε μετάβαση, πάντα αιωρούμενη ανάμεσα στο χείλος της «Άβυσσος» και της «Παράδεισος» (= εν και τ’ αυτό), πάντα στην κόψη νοητού κι α-νόητου κόσμου, (με τη «μεταφυσική της ύλης» πανταχού παρούσα), η ποίηση του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου –πρωτότυπο αμάλγαμα, τουλάχιστον για τα ελληνικά δεδομένα, λεπτεπίλεπτης καλαισθησίας και ψυχοδιανοητικής ευαισθησίας/ ενόρασης σε μαύρο πλαίσιο– θα μας φιλοδωρεί με το δροσερό αεράκι της μέσα σ’ έναν ασφυκτικό κόσμο∙ θα μας φιλοδωρεί με την («πράσινη») «χλόη» της μέσα σ’ ένα άνυδρο τοπίο, όμοια με το μονάκριβο (πολυσήμαντο) χαμογελάκι του.

* Ο Θεόδωρος Βάσσης είναι νεοελληνιστής φιλόλογος (μ.δ.), συγγραφέας

Παραπομπές

1) Μετά τον Μίλτο Σαχτούρη (1919-2005: Α’ Μεταπολεμική Γενιά. Οπωσδήποτε πρωτοπόρο στην εισαγωγή του Εξπρεσιονισμού στη νεοελληνική ποίηση), ο Κώστας Γ. Παπαγεωργίου είναι, εμφανώς, από τους πιο γόνιμους αφομοιωτές του Εξπρεσιονισμού. Σε μελέτη για το ποιητικό έργο τού Κώστα Γ. Παπαγεωργίου πρόκειται, προφανώς, να συμπεριλάβω τη διακαλλιτεχνική επικοινωνία εντός της ποίησής του και, φυσικά, τα ιδιαίτερα μορφικά χαρακτηριστικά της. Ο τίτλος του παρόντος κειμένου ας εκληφθεί, απλώς, ως μια «λιλιπούτεια» υπόμνησή τους.

2) Ο Κ. Γ. Καρυωτάκης φιλοτεχνεί αυτή τη φράση του με μία νεκροκεφαλή (= Μηδέν) και, από κάτω, με δύο κόκαλα «χιαστί» (= Άπειρο). [Βλ. Κ. Γ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά, επιμέλεια: Γ. Π. Σαββίδης, Αθήνα: Εστία / Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, 1993 [α΄ έκδοση: Ερμής, 1972], σ. 62.

Τυχαίο που ο Κώστας Γ. Παπαγεωργίου είχε στο σπίτι του (Αθήνα, Κερασούντος 8), στον προσωπικό χώρο εργασίας του (= στο γραφείο του) μία (γυναικεία, ελληνιστικής / ρωμαϊκής εποχής) νεκροκεφαλή; Οπωσδήποτε, ο ίδιος υπήρξε συνεχιστής μιας μακράς, ανά τους αιώνες, παράδοσης με έμβλημα το «memento mori».

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!