Είναι ολοφάνερο πως βρισκόμαστε ενόψει σημαντικών πολιτικών εξελίξεων και διεργασιών. Επιταχυνόμενων. Η «φούσκα» σκανδάλων-πολιτικών υποθέσεων (Υποκλοπές-Τέμπη-ΟΠΕΚΕΠΕ) σκάει σχεδόν ταυτόχρονα, τη στιγμή μάλιστα που το καθεστώς Μητσοτάκη κάτι «τσιμπούσε» στις δημοσκοπήσεις λόγω πολέμου. Παράλληλα έχουμε εισέλθει για τα καλά σε προεκλογική περίοδο· ο πειρασμός των εσπευσμένων πρόωρων εκλογών μεγαλώνει (και με τον ΟΠΕΚΕΠΕ πολύ περισσότερο), ενώ όπου να ’ναι φθάνει ένα τσουνάμι μέτρων και ανατιμήσεων λόγω του πολέμου. Ακόμα και στα όργανα της Ε.Ε. γίνεται λόγος για καύσιμα με δελτίο, καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και περιορισμούς. Η αβεβαιότητα της σύνολης κατάστασης συναντιέται με μια εντεινόμενη ρευστότητα και με την πολιτική κρίση στη χώρα. Την ίδια στιγμή η κοινωνία αντιμετωπίζει τεράστιες οικονομικές δυσκολίες και νοιώθει ασφυξία και δέος για ό,τι έρχεται. Καθηλωμένη. Ο πόλεμος δεν είναι μακριά, η τσέπη αδειάζει γρήγορα, το σκηνικό άθλιο, η ελπίδα χαμηλή. Σε αυτά τα πολύ δύσκολα πλαίσια πρέπει να κινηθεί η κοινωνική διαθεσιμότητα και να ανοίξει δρόμους. Στο παρόν σημείωμα θα αρκεστούμε στον σχολιασμό των πολιτικών διεργασιών πάνω σε αυτόν τον εξελισσόμενο καμβά.

Από τις θριαμβολογίες στον λάκκο των σκανδάλων: Μια υπόδικη κυβέρνηση

Λίγες μέρες πριν σκάσουν τα σκάγια των 3 σκανδάλων που συμπίπτουν χρονικά, η κυβέρνηση και τα ελεγχόμενα από αυτήν ΜΜΕ πανηγύριζαν για… την πορεία της οικονομίας και «την ισχύ της χώρας που εκπέμπεται και πέραν των συνόρων μας» (Μητσοτάκης 26/3 στο υπουργικό συμβούλιο, εν μέσω πολέμου, και εξαγγέλλοντας την αύξηση –της πλάκας– στον κατώτατο μισθό). Κατά το αφήγημα της κυβέρνησης, η ισχύς πέραν των συνόρων στηρίζεται στην εσωτερική ενότητα και την οικονομική ανάπτυξη που εξασφαλίζει η χρηστή διαχείριση που γίνεται από την ίδια. Παράλληλα διαβεβαιώνει ότι είναι πανέτοιμη να αντιμετωπίσει τις συνέπειες του πολέμου με ιδιαίτερα μέτρα όπως… τη φορολόγηση επί των κερδών στα τυχερά παιχνίδια(!), τη στιγμή που άλλες κυβερνήσεις στην Ευρώπη πήραν σχετικά πιο δραστήρια μέτρα.

Η αλαζονεία της κυβέρνησης Μητσοτάκη και των λειτουργών του επιτελικού κράτους ήταν τεραστίων διαστάσεων, μεταξύ άλλων επειδή δεν είχε την παραμικρή ενόχληση από την υπάρχουσα «αντιπολίτευση» ΠΑΣΟΚ και γαλαξία Συριζικών μικροκαταστάσεων, ίσως και από τις εξελίξεις στο κίνημα των Τεμπών (βλ. τρυφερό εναγκαλισμό-διαχείριση από το ΚΚΕ και τα «σκληρά» συνδικάτα). Στις έκτακτες συνθήκες (π.χ. πανδημία χθες, τώρα πόλεμος) η κάθε κυβέρνηση νοιώθει πως μπορεί να διαχειριστεί ευκολότερα κάποια «εσωτερικά» ζητήματα, αφού το βάρος των γεγονότων τέτοιου μεγέθους συνήθως υπερκαλύπτει τις «εσωτερικές» προστριβές.

Με τη στάση «ναι σε όλα» προς τον αμερικάνικο παράγοντα και την προσπάθεια εκμετάλλευσης των ευρωπαϊκών στηριγμάτων (κυρίως Μακρόν), ο Μητσοτάκης, ετοιμάζοντας ένα νέο προεκλογικό πακέτο εξαγοράς ψήφων, νόμιζε ότι μπορούσε να παίξει είτε με εκλογικό αιφνιδιασμό άμεσα, είτε με εκλογές το φθινόπωρο με τέτοιους όρους ώστε να είναι παρών και με σημαντική δύναμη στο νέο σκηνικό που θα δημιουργούνταν στις διπλές εκλογές. Η αυτοδυναμία ήταν πλέον ανέφικτη. Εργαλείο προπαγανδιστικό θα ήταν η διαχείριση, η σοβαρότητα, οι συμμαχίες, ο κατακερματισμός της αντιπολίτευσης, η έλλειψη μιας αξιόπιστης εναλλακτικής.

Προσδοκούσε να ρυμουλκήσει τμήμα του ΠΑΣΟΚ στην ατζέντα του· το συνέδριο του οποίου όμως πήρε μια απόφαση που δυσκολεύει κάπως την προσέγγιση, οπότε μια πιο ακροδεξιά εκδοχή τού ξανοιγόταν. Αυτό ήδη διαφαινόταν από το στυλ Φλωρίδη και την επιθετικότητα Γεωργιάδη. Η τάση προς την πόλωση και τον αυταρχισμό είναι ιδιαίτερα δυνατή και δομικό στοιχείο του συστήματος. Μέχρι τώρα είχε την ευχέρεια (γιατί;) να μπαζώνει, να κουκουλώνει, να συγκαλύπτει, να προστατεύει όλο τον μηχανισμό που διεύθυνε ο ίδιος και άμεσοι συνεργάτες του. Νόμιζε λοιπόν ότι αυτό θα συνεχιζόταν μέχρι την προκήρυξη των εκλογών. Η επίκληση μεγάλων ζητημάτων όπως ο πόλεμος θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως βοηθητικός παράγοντας.

Τώρα φιγουράρει ως κυβέρνηση υποδίκων, ως «Νέα Δικογραφία», ως «κυβέρνηση της διαφθοράς» όπως είπε ο Α. Σαμαράς μέσα στη Βουλή. Ο ανασχηματισμός 3 υπουργών δεν βελτιώνει την κατάσταση. Η ώρα των εκλογών ίσως να επισπεύδεται, και κάτι θα ήξερε ο κ. Χατζηδάκης όταν, απαντώντας στον Ανδρουλάκη που ζήτησε εκλογές, του είπε «πρόσεχε γιατί καμιά φορά τέτοια αιτήματα γίνονται δεκτά».

Η κυβέρνηση αυτή έπρεπε εδώ και καιρό να έχει φύγει. Αυτό δεν συνέβη για πολλούς λόγους. Ακόμα και τώρα κανένα κόμμα δεν λέει ένα καθαρό «Φύγετε! Παραιτηθείτε!». Το «γιατί» υποδηλώνει ενοχή όλων των συστημικών κομμάτων, και μικροπολιτική στάση όλων των «μικρών» κομμάτων που «αντιπολιτεύονται» την κυβέρνηση.

Για να πέσει η κυβέρνηση δεν χρειάζεται τακτική αναμονής και «ώριμου φρούτου», αλλά πρωτοβουλίες εντός και εκτός Βουλής που θα την εξανάγκαζαν σε παραίτηση. Το «θα νικήσουμε με μία ψήφο διαφορά τον Μητσοτάκη στις εκλογές» παραπέμπει σε άλλο «τρόπο», μαλθακό, συστημικό, συνδιαχειριστικό. Το «θα μεγαλώσουμε τα ποσοστά μας στις εκλογές» (στόχος άλλων κομμάτων) παρομοίως δεν οδηγεί σε ξεμπλοκάρισμα από ένα πολιτικό σύστημα ρυθμισμένο να κινείται εντός του πλαισίου μετανεωτερικής αποικίας και μνημονιακών δεσμεύσεων.

Τσίπρας-Ανδρουλάκης: Κεντρώος χώρος με αριστερές πινελιές

Η έκρηξη του ΣΥΡΙΖΑ σε κομματίδια που διαρκώς συρρικνώνονται ή διασπώνται, οδήγησε σε μια νέα επιστράτευση του Τσίπρα με την «Ιθάκη» του. Η χρόνια κρίση στο ΠΑΣΟΚ, που μοιάζει με αεροπλάνο ανίκανο να απογειωθεί, συγκαλύπτονταν κάπως με τον ρόλο αξιωματικής αντιπολίτευσης που απέκτησε – όχι λόγω δικού του ποσοστού, αλλά εξαιτίας διασπάσεων του ΣΥΡΙΖΑ. Πρόσφατα γνώρισε άλλη μία πίεση για την υπόθεση περί κυβερνήσεων συνεργασίας. Κάτω από το αντιδεξιό ένδυμα οι Δούκας-Γερουλάνος πίεσαν και πέτυχαν μια απόφαση του συνεδρίου που αρνείται κατ’ αρχάς τη συνεργασία με τη Ν.Δ. Αυτό δυσκολεύει χειρισμούς που θα ήθελε να κάνει μετεκλογικά ο Ανδρουλάκης. Η σύγκλιση ΠΑΣΟΚ-ΣΥΡΙΖΑ (ή, σωστότερα σχήμα, Τσίπρα) δυσχεραίνεται από τη δύσκολη σχέση δύο αρχηγών, καθώς ο ένας έχει μεγαλύτερο ποσοστό τώρα, ενώ ο άλλος μεγαλύτερη εμβέλεια ως πρώην πρωθυπουργός. Δύσκολη μια συστέγαση με τέτοιους όρους.

Αν τώρα η Ν.Δ. θα ήθελε μια προσέγγιση με τμήμα του ΠΑΣΟΚ (το σοβαρό, όπως το αποκαλεί) για μετεκλογικές συνεργασίες, και παράλληλα αν υπάρχει μια πτέρυγα μέσα στο ΠΑΣΟΚ που θα ήθελε συνεργασία με ΣΥΡΙΖΑ, αλλά με ηγεμονικό ρόλο της πασοκικής πλευράς, όλα αυτά δυσκολεύουν προς στιγμήν. Εδώ να σημειωθεί ότι από το 2023 εκφρασμένη πολιτική από όλους τους ΣΥΡΙΖΑ (ο πληθυντικός είναι κυριολεκτικός, δηλαδή τα θραύσματά του: Τσίπρας, Φάμελος, Χαρίτσης κ.λπ.) ήταν η συνεργασία των «δημοκρατικών δυνάμεων», περιλαμβάνοντας ως αναγκαίο όρο τη συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ.

Ο Τσίπρας περιοδεύει, προετοιμάζεται, αλλά ακόμα περιμένει και δεν εξαγγέλλει τον φορέα. Η καθυστέρηση έχει και μια υποκειμενική πλευρά. Το εγχείρημα δεν τραβά, δεν έχει ρεύμα. Οι δημοσκοπήσεις το δείχνουν να έρχεται σχεδόν τέταρτο ή πέμπτο κόμμα. Πίσω από ΠΑΣΟΚ, πίσω από κόμμα Καρυστιανού, πίσω από Βελόπουλο ή και ΚΚΕ. Αυτό η ιδιοσυγκρασία του Τσίπρα δεν το σηκώνει. Παραιτήθηκε από πρόεδρος με 17%, δεν μπορεί να γυρίσει με ένα 7% ή έστω 11%. Διότι σε τέτοια κλίμακα κινείται, και το ξέρουν όλοι. Ούτε διαφαίνεται η συγκρότηση ενός μετώπου με το ΠΑΣΟΚ και άλλα κόμματα και με 2-3 ή και 4 συναρχηγούς (όλα μπορούν να τα μηχανευτούν!). Πάντως μια γρήγορη φθορά του Μητσοτάκη –υπό το βάρος των σκανδάλων– μπορεί να αυξήσει τον ρυθμό του Τσίπρα. Δυσκολεύεται όμως αρκετά από την παρουσία της κ. Καρυστιανού.

Για γέλια

Σε πρόσφατη συνέντευξη στον κ. Χατζηνικολάου (2/4/2026) ο Τσίπρας εκστόμισε δυο-τρεις παρόλες που αξίζουν έναν σχολιασμό. Εμφανίστηκε εντελώς συστημικός στα βασικά σημεία. Ο έπαινος από μεριάς του Αρχιεπισκόπου ήταν εντελώς ενδεικτικός. Υπερασπίστηκε όλη την πολιτική του: Πρέσπες (πάντα περήφανος για αυτό), δημοψήφισμα (διότι οδήγησε σε συμφωνία ανασυγκρότησης της οικονομίας και διαχείρισης του χρέους!), άρνηση ότι υποθηκεύτηκε για 99 χρόνια ο πλούτος της χώρας. Είπε το αμίμητο: «Κάθε εταιρεία όταν συγκροτείται αναφέρει μια διάρκεια ζωής της, έτσι και το ΤΑΙΠΕΔ και το Υπερταμείο. Συγκροτήθηκαν όχι για να εκποιήσουν, αλλά για να αξιοποιήσουν. Και μόνο έτσι βγήκαμε το 2018 από τα μνημόνια».

Αυτά είναι για γέλια, δεν αντέχουν σε καμία σοβαρή κριτική. Ξεχνά ότι για να κρατηθεί και να ψηφίσει το 3ο και επαχθέστερο μνημόνιο λίγο μετά το «ΟΧΙ» του λαού, χρειάστηκε τα σωληνάκια και την αιμοδοσία των άλλων κομμάτων (Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ-ΑΝΕΛ-Ποτάμι). Το τρίτο μνημόνιο ψηφίστηκε από 220 βουλευτές. Μόνος του ο ΣΥΡΙΖΑ + οι ΑΝΕΛ δεν μπορούσαν να το περάσουν. Αλλά είπε και κάτι άλλο ο «σκληρός» Τσίπρας: ότι τα capital controls έπρεπε να μπουν από την πρώτη μέρα! Δεν είναι χωρίς σημασία αν παίρνονταν αποφάσεις μεγάλης σημασίας από την αρχή κι όχι μετά από 6 μήνες εξουθένωσης και αποστράγγισης της χώρας προς τους (κι από τους) Δανειστές κατά τη «διαπραγμάτευση». Αλλά πάλι υπάρχει ένα πρόβλημα που καταπίνει ο Τσίπρας: Γιατί δεν πήρε αποφασιστικά μέτρα από την αρχή, όπως έλεγχος των τραπεζών, των ροών καταθέσεων στο εξωτερικό και άλλα τέτοιας φύσεως; Γιατί ο ίδιος και η ομάδα του είχε εντελώς άλλη γραμμή, συμβιβασμού με την ευρωκρατία; Η οποία φυσικά τον τηγάνισε όσο χρειαζόταν…

Στην εν λόγω συνέντευξη το «απόγειο» ήταν η αναφορά του Τσίπρα στα Τέμπη: Αφού είπε τα γνωστά και τετριμμένα, αμέσως το έστριψε καταπώς έχει διδάξει ολόκληρη η λοιπή αριστερά. Αντί δηλαδή να αναδείξει την κορυφαία σημασία του εγκλήματος και του πολιτικού σκανδάλου της συγκάλυψης και του παράνομου φορτίου (που όλοι έχουν ξεχάσει), άρχισε τα κλισέ του στυλ «Τέμπη είναι και τα σούπερ μάρκετ με την ακρίβεια». Ακριβώς όπως η λοιπή αριστερά λέει ότι «Τέμπη είναι όλες οι ιδιωτικοποιήσεις», «Τέμπη είναι η αστυνομία στα ΑΕΙ», «Τέμπη είναι τα πειθαρχικά στα σχολεία» κ.ο.κ. Ιδού η μετάπτωση του μείζονος πολιτικού γεγονότος σε ζήτημα συνηθισμένης οικονομικής-πολιτικής διαχείρισης σε συνθήκες καπιταλισμού και κερδοφορίας του κεφαλαίου, κατά κ. Κουτσούμπα ή Λιάνα Κανέλη…

Τα υπόλοιπα κόμματα

Η αταραξία του ΚΚΕ κτυπάει στο μάτι όποιου θέλει να διακρίνει. Καταγγελίες ένα σωρό, περιχαράκωση του χώρου του, ουδεμία πρωτοβουλία συσπείρωσης, αποφυγή κινήσεων που δυσκολεύουν την κυβέρνηση, επίθεση στο κίνημα των Τεμπών μέχρι να ελέγξει κάπως τον σύλλογο συγγενών θυμάτων και με την εμπλοκή των συνδικάτων στην 3η επέτειο, και «αγώνας» για τη διατήρηση του ποσοστού του.

Τα άλλα κόμματα, κυρίως προσωποπαγή (Βελόπουλου, Κωνσταντοπούλου) προσπαθούν να κρατηθούν σε ένα υψηλό σχετικά ποσοστό (7-11%) ανεβάζοντας τους αντιπολιτευτικούς τόνους.

Τα μικρά, μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, αγωνίζονται για μια θέση στον ήλιο: Νατσιός, Λατινοπούλου, Βαρουφάκης, Κασσελάκης, υπόλοιπο Νέας Αριστεράς που δεν θα προσχωρήσει στον κόμμα Τσίπρα.

Η ανεξάρτητη μεταβλητή κ. Καρυστιανού

Μέχρι στιγμής αναμένονταν 3 νέα κόμματα: Του κ. Σαμαρά (από Σεπτέμβριο αναμένουμε, χωρίς κάποιο σήμα από τότε, πέρα από τις γνωστές αιχμηρές παρεμβάσεις του), του κ. Τσίπρα που κάτι κινεί, και της κ. Καρυστιανού, που από την αρχή της χρονιάς έδειξε ότι θα προχωρήσει – και από 1η Απριλίου έκανε εμφάνιση με ένα πρόπλασμα της νέας κίνησης/κόμματος που ετοιμάζει. Η παρουσία της στην πολιτική σκηνή και τις εκλογές θα είναι μια μεταβλητή που θα αλλάξει πολλά και σε επίπεδο ποσοστών (ποια κόμματα θα χάσουν επιρροή και πόση). Αλλά το μέγεθος της αηδίας που νοιώθει η κοινωνία συνολικά προς το πολιτικό σύστημα μπορεί να εκδηλωθεί και μέσω μιας ψήφου τιμωρίας του, την οποία μπορεί να εκφράσει η κ. Καρυστιανού.

Φυσικά δεν έχουμε δει ακόμα το πολιτικό προφίλ, τις θέσεις, την πλαισίωση, τους στόχους του νέου εκκολαπτόμενου σχηματισμού. Θα είναι άλλο ένα προσωποκεντρικό κόμμα (σαν αυτά που γνωρίζουμε), ή θα εκφράσει μια κοινωνική δυναμική; Αν ένας σχηματισμός θέλει «να τα αλλάξει όλα» πρέπει να έχει κατακτημένες σε ένα βαθμό και τις προϋποθέσεις μιας μεγάλης αλλαγής. Δεν είναι δύσκολο να δεις αν κάτι τέτοιο γίνεται, συντελείται, ή απλώς κινείται στα γνωστά πρότυπα της πολιτικής και της επικοινωνίας. Η σχέση με τον κόσμο, οι δεσμοί με τους απλούς ανθρώπους, η έκφραση με συνέπεια του κινήματος των Τεμπών, η συνεχής πολιτικοποίησή του, η δημιουργία δομών, μορφών και διαδικασιών συμμετοχής –άμεσης κι όχι απλά ψηφιακής– είναι κάτι που δεν έχει φανεί ακόμα καθαρά στον ορίζοντα του νέου σχηματισμού.

Η αναγγελία όμως της 1ης Απριλίου θα οδηγήσει όλους σε αντιμετώπιση αυτής της ανεξάρτητης μεταβλητής. Ο πόλεμος και το κουτσούρεμά της θα επιχειρηθεί από όλες τις πλευρές. Επειδή όσοι βολεύονται στο υπάρχον πολιτικό σύστημα –με όποιο ποσοστό και καταμερισμό εργασίας εντός του– ενοχλούνται όταν παρεμβαίνει ένας παράγοντας σχετικά ανεξάρτητος που μπορεί να εκφράσει μια λαϊκή πίεση και οργή, που ταράζει τα θολά νερά του πολιτικού συστήματος. Ακόμα και ως δυνατότητα να εκφραστούν με μια φωνή υπαρκτές κοινωνικές αντιδράσεις και κινήματα, ενοχλεί το σύστημα. Από την άλλη, η είσοδος στο πολιτικό σκηνικό, και ειδικά στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες, πιέζει προς τη «σύνεση», άρα πιέζει για μια εγκατάλειψη του ριζοσπαστισμού και της βούλησης για πραγματική αλλαγή.

***

Μπαίνουμε λοιπόν σε ένα τοπίο πολιτικών εξελίξεων. Δεν μπορεί κανείς να κάνει αφαίρεση του γενικού πλαισίου των εξελίξεων. Κρίση, πόλεμος, γεωπολιτικός αναδασμός, πλήρης εξάρτηση της χώρας (άρα και του πολιτικού συστήματος), γενική κατάσταση της λαϊκής διαθεσιμότητας (άλλο ο Φεβρουάριος του 2025, άλλο ο Απρίλης του 2026).

Μεγάλη η ανάγκη και η πίεση μιας εναλλακτικής που λείπει, και δεν διαμορφώνεται εύκολα. Κεντρικό ζήτημα παραμένει: Να ανοίξει ο δρόμος της εναλλακτικής για τη χώρα και την κοινωνία. Με αυτό το βλέμμα θα παρακολουθήσουμε και θα πράξουμε στο νέο τοπίο πολιτικών εξελίξεων.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!