Όσοι βρέθηκαν τη Δευτέρα 23/3 στη Λάρισα, στην πρώτη δικάσιμο της δίκης για το έγκλημα στα Τέμπη, είδαν από πρώτο χέρι τι θα πει επιχείρηση συγκάλυψη και εμπαιγμός. Δεν ήταν μόνο η αίθουσα που ήταν ακατάλληλη, μην μπορώντας να χωρέσει όλους τους ενδιαφερόμενους (συνηγόρους και συγγενείς θυμάτων), δεν ήταν μόνο η προκλητική απουσία των κατηγορουμένων (μόνο τεσσάρων εξ αυτών παρόντες στο δικαστήριο), δεν ήταν μόνο η προκλητική συμπεριφορά των δικαστών, που έκαναν ξεκάθαρο ότι δέχονται πιέσεις άνωθεν για να «καθαρίσουν» την υπόθεση. Ήταν όλα τα παραπάνω, μαζί με την αίσθηση μιας οργανωμένης προσπάθειας απαξίωσης της δικαιοσύνης, έτσι που να εμπεδωθεί στην κοινωνία ότι δεν έχει νόημα να το παλέψει.
Η δίκη αυτή, ήδη πριν την έναρξή της, μοιάζει να λειτουργεί υπονομευτικά προς την αποκάλυψη της αλήθειας και την απόδοση δικαιοσύνης. Αφήνοντας απ’ έξω όλα τα εμπλεκόμενα πολιτικά πρόσωπα, μη περιλαμβάνοντας στη δικογραφία την πυρόσφαιρα και την πυρκαγιά, που προκάλεσε τον θάνατο σημαντικού αριθμού των θυμάτων, και τώρα με τον κίνδυνο να διεξαχθεί εξαρχής υπό συνθήκες ασφυκτικών συστημικών πιέσεων (δήθεν στο όνομα της θεσμικότητας).
Η μεθόδευση Φλωρίδη
Αμέσως μετά την αναβολή της δίκης για την ερχόμενη Τετάρτη 1 Απριλίου, ο αρμόδιος υπουργός κ. Φλωρίδης δήλωσε πως «η εικόνα δεν ήταν καλή», υπεραμυνόμενος παρ’ όλα αυτά της επιλογής να συνεχιστεί η δίκη στη Λάρισα, και επιρρίπτοντας ευθύνη για τον συνωστισμό στους ίδιους τους συγγενείς! Πρόκειται για τον ίδιο υπουργό που δήλωνε πως όλα ήταν έτοιμα, και διαφήμιζε (πουλώντας καθρεφτάκια σε ιθαγενείς) τη «μεγαλύτερη δικαστική αίθουσα της Ευρώπης». Θυμίζουμε πως για τη διαμόρφωση των χώρων του πρώην ΤΕΙ Λάρισας χρειάστηκαν περισσότερα από 1,5 εκατ. ευρώ, για να καταλήξουμε με έναν χώρο εκ των πραγμάτων μη επαρκή για μια δίκη αυτής της έκτασης και σημασίας. Προκειμένου να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα, ο κ. υπουργός και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έκαναν χρήση δημιουργικής στατιστικής, συνυπολογίζοντας ως διαθέσιμες θέσεις όχι μόνο αυτές της κύριας αίθουσας (η οποία, και με τα δικά τους δεδομένα, χωράει οριακά τους κρατούμενους και τους συνηγόρους)… Είχαν μάλιστα τόση βαρύτητα τα λεγόμενά τους, που μετά την κατακραυγή φαίνεται να εξετάζουν ως λύση την αφαίρεση γυψοσανίδας που χωρίζει την κύρια αίθουσα με τον βοηθητικό χώρο των δικηγόρων.
Είναι εμφανής η μεθόδευση του κ. Φλωρίδη, να δημιουργήσει εντός της αίθουσας μια κατάσταση χάους, ώστε στη συνέχεια να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό, αρχικά των ΜΜΕ, στη συνέχεια του κοινού (των πολιτών, αλληλέγγυων στους συγγενείς και μη, που θέλουν να παρακολουθήσουν μια δίκη δημόσιου ενδιαφέροντος), και στο τέλος ακόμη και των συγγενών των θυμάτων και όσων επέζησαν από το έγκλημα. Είναι χυδαία, ειδικά αυτή η τελευταία επιδίωξη. Οι συγγενείς και οι επιζήσαντες εκτός της κυρίως αίθουσας, σε «ειδικά διαμορφωμένο βοηθητικό χώρο» με οθόνες υψηλής ευκρίνειας και καλή ακουστική, σύμφωνα με το υπουργείο! Να βλέπουν την τραυματική ιστορία ενός εγκλήματος από τις οθόνες. Θέλουν να βγάλουν εκτός αίθουσας, τις «ενοχλητικές φωνές» των συγγενών. Στην επόμενη δικάσιμο, στη ¼, θα δούμε αυτό το σχέδιο να λαμβάνει σάρκα και οστά, με ανάπτυξη αστυνομικών δυνάμεων, αυστηρούς «ταξιθέτες», αυστηρές συστάσεις από την έδρα, και τόνους προπαγάνδας από τα ΜΜΕ.
Άρειος Πάγος και Ένωση Δικαστών
Ο κ. υπουργός ξεδιπλώνει την μεθόδευσή του αυτή και με τις πλάτες, της πολλαπλά συνένοχης, δικαστικής εξουσίας – η ηγεσία της οποίας διά των οργάνων της τοποθετήθηκε για την εξέλιξη της δίκης, ρίχνοντας το βάρος των ευθυνών για τις όποιες αστοχίες στους ίδιους τους συγγενείς και τους δικηγόρους τους που… πιέζουν ασφυκτικά τους δικαστές, εμποδίζοντας τους δήθεν να ολοκληρώσουν ελεύθερα το έργο τους. Πρώτη χτύπησε η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, που δεν βρήκε όλα αυτά τα χρόνια τίποτα να πει για τα κενά στις έρευνες και τα πρωτόκολλα που έγιναν λάστιχο – αλλά θίχτηκε από τη συμπεριφορά των συγγενών κατά τη δίκη για τα «χαμένα βίντεο» (για την ίδια την υπόθεση των «χαμένων» βίντεο, καμία καταγγελία). Η εν λόγω Ένωση μίλησε για… «παράνομες βιντεοσκοπήσεις», «τραμπουκισμούς», «καταλήψεις δικαστικών χώρων», ασκώντας έτσι περαιτέρω πίεση στους συγγενείς να σταματήσουν να ζητούν από τη δικαιοσύνη να κάνει τη δουλειά της, και να ανέχονται στωικά λάθη και παραλείψεις.
Στο ίδιο μήκος κλίματος και ο Άρειος Πάγος, αυτή τη φορά για τη βασική δίκη. Αφού τα βρίσκει όλα καλώς καμωμένα με την υποδομή στην Λάρισα, καλεί «όλα τα εμπλεκόμενα μέρη να συμβάλουν στην ομαλή διεξαγωγή της δίκης». Συνεχίζει βέβαια, στρέφοντας τα βέλη του στη μία μόνο πλευρά, προειδοποιώντας πως «δεν θα γίνουν ανεκτές συμπεριφορές αγανακτισμένων πολιτών». Άξιος ο μισθός και του Αρείου Πάγου!
Ποιος έχει συμφέρον από μια δίκη μπάχαλο;
Από κοινού κυβέρνηση, ΜΜΕ, ηγεσία της δικαιοσύνης, κάνουν ό,τι μπορούν για να ρίξουν την ευθύνη της δυσλειτουργίας των θεσμών στους ίδιους τους συγγενείς. Η φράση των τρολ του διαδικτύου, «η δίκη θα γίνει όσο κι αν φωνάζουν ο Ρούτσι, η Καρυστιανού και η Κωνσταντοπούλου», γίνεται κοινή γραμμή στις επίσημες δηλώσεις των θεσμικών παραγόντων. Λες και έχουν οι συγγενείς κάποιο συμφέρον από μια δίκη μπάχαλο, από μια διαδικασία με διακοπές και καθυστερήσεις.
Ο μόνος που έχει συμφέρον να τιναχτεί η δίκη στον αέρα είναι η κυβέρνηση. Το «μπάχαλο» ως κανονικότητα, επιβεβαιώνει την αίσθηση της κοινής γνώμης ότι δεν θα βγει άκρη στην υπόθεση, αποθαρρύνει την κοινωνία από το να αναζητά την αλήθεια, συσκοτίζει έτσι και τις όποιες προσωποποιημένες ευθύνες. Μια μακρόσυρτη διαδικασία, με συνεχή εμπόδια, λειτουργεί ως διαρκές βασανιστήριο στους ήδη τραυματισμένους συγγενείς, και επιτρέπει στον προπαγανδιστικό μηχανισμό της κυβέρνησης να εμπεδώσει στην κοινωνία το αφήγημά του. Όσο πιο μακριά φεύγουμε από την ημέρα του εγκλήματος, τόσο ελπίζουν ότι θα μπορέσουν να διαχειριστούν το μεγάλο κοινωνικό (και βαθιά ηθικό) ρήγμα των Τεμπών.
Ζητούμενο: Μια δίκαιη δίκη
Είναι στο χέρι της ίδιας της κοινωνίας να εμποδίσει αυτή την μεθόδευση. Έξω από τη «δικαστική αίθουσα» της Λάρισας βρέθηκαν την προηγούμενη Δευτέρα μερικές εκατοντάδες πολιτών, ένα μικρό μόνο μέρος από τα εκατομμύρια πολιτών που συμπαραστέκονται ενεργά στους συγγενείς των Τεμπών. Μεταξύ των συγκεντρωμένων και ο Γιάννης Μάγγος, με ένα μικρό πλακάτ και τη φράση «ΔΙΚΑΙΗ ΔΙΚΗ». Αυτό το μήνυμα, τόσο απλό και αυτονόητο, συμπυκνώνει την απαίτηση της κοινωνίας. Είναι ένα αίτημα όχι μόνο για τη δικαίωση των θυμάτων και την τιμωρία των ενόχων, αλλά και για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης της κοινωνίας στους θεσμούς και στον ίδιο της τον εαυτό. Η εγρήγορση, και η παρουσία της κοινωνίας, να γίνει εμπόδιο στις μεθοδεύσεις κυβέρνησης και δικαστικής εξουσίας! Να γίνει στήριγμα στον αγώνα των συγγενών, να δημιουργήσει αντίβαρο στις πιέσεις του καθεστώτος συγκάλυψης και ατιμωρησίας.






































































