Η πρόσφατη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν παρουσιάστηκε ως ακόμη ένα βήμα «εξομάλυνσης» των ελληνοτουρκικών σχέσεων, στο γνωστό πλέον αφήγημα των «ήρεμων νερών». Η ατζέντα, όπως αποτυπώθηκε στις δηλώσεις, κινήθηκε γύρω από τη συνέχιση του διμερούς διαλόγου, την προώθηση της θετικής ατζέντας, τη συνεργασία σε οικονομία, εμπόριο και μεταναστευτικό και τη διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας.

Το βασικό μοτίβο των δηλώσεων ήταν προβλέψιμο: χαμηλοί τόνοι, αμοιβαίες φιλοφρονήσεις, διακηρύξεις καλής θέλησης και μια γενική αναφορά στη σημασία της σταθερότητας στην περιοχή. Όμως πίσω από αυτήν την επιμελώς σκηνοθετημένη εικόνα, το πολιτικό ισοζύγιο γέρνει ξεκάθαρα υπέρ της Τουρκίας. Η Άγκυρα εμφανίζεται –και αναγνωρίζεται διεθνώς– ως παράγοντας σταθερότητας και «λογικής», χωρίς να έχει αποσύρει ούτε μία από τις αναθεωρητικές της αιτιάσεις, ούτε να έχει κάνει βήμα πίσω από τα τετελεσμένα που έχει επιβάλει τα τελευταία χρόνια στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Ουσιαστικά, η Τουρκία λαμβάνει ένα άτυπο συγχωροχάρτι. Συνεχίζει να αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα, να εργαλειοποιεί το μεταναστευτικό, να διατηρεί το casus belli και να επενδύει σε ένα δόγμα «Γαλάζιας Πατρίδας», ενώ ταυτόχρονα συνομιλεί ως ισότιμος και υπεύθυνος συνομιλητής. Και όλα αυτά χωρίς κανένα απτό αντάλλαγμα για την Ελλάδα. Καμία πρόοδος σε πραγματικά ανοιχτά ζητήματα, καμία δέσμευση, καμία αλλαγή στάσης.

Την ίδια στιγμή, ενώ δημοσίως «δεν λύνεται τίποτα», υπογείως σχεδιάζονται λύσεις και διευθετήσεις με κέντρο τις ΝΑΤΟϊκές προτεραιότητες, τις ενεργειακές διαδρομές και τις μπίζνες της περιοχής. Η ειρήνη και η σταθερότητα δεν αντιμετωπίζονται ως δικαιώματα των λαών, αλλά ως παράπλευρα προϊόντα γεωπολιτικών συναλλαγών.

Τα ήρεμα νερά ως εικονική πραγματικότητα

Έχουμε κάθε λόγο να ισχυριζόμαστε ότι η ψήφος εμπιστοσύνης στον απευθείας διμερή διάλογο που έδωσαν κατά τις δηλώσεις τους οι Μητσοτάκης και Ερντογάν είναι μια πλασματική εικόνα. Οι εξελίξεις στις διμερείς μας σχέσεις λίγο κρίνονται στις συναντήσεις υπουργών, και στα ευχολόγια για «ήρεμα νερά» και «θετική ατζέντα». Υπάρχουν τρεις κρίσιμοι παράγοντες που απουσιάζουν εμφατικά από τις επίσημες δηλώσεις:

  • Πρώτον, τα τουρκικά τετελεσμένα σε χρόνο ενεστώτα. Δεν πρόκειται για θεωρητικές απειλές ή ρητορικές εξάρσεις του παρελθόντος, αλλά για καθημερινές πρακτικές «γκριζαρίσματος» της κυριαρχίας. Κανένας διάλογος δεν μπορεί να κρύψει τις επαναλαμβανόμενες NAVTEX που δεσμεύουν το μισό Αιγαίο, επαναφέροντας ως αξίωση την αποστρατιωτικοποίηση ελληνικών νησιών, ή την πρόσφατη αντι-NOTAM που εξέδωσε η Άγκυρα με αφορμή το πολύνεκρο ναυάγιο ανοικτά της Χίου, επιχειρώντας να παρουσιάσει ως «δικής της αρμοδιότητας» περιοχή έρευνας και διάσωσης, μετατρέποντας μια ανθρώπινη τραγωδία σε εργαλείο προβολής αξιώσεων. Καμιά φιλοφρόνηση δεν μπορεί να κρύψει την επιχειρούμενη περικύκλωση με το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Καμιά θετική ατζέντα δεν μπορεί να κρύψει την επιχειρούμενη τουρκοποίηση της Κύπρου. Καμιά δήλωση για «άρση του casus belli» δεν μπορεί να κρύψει την πραγματικότητα στο Αιγαίο, όπου η ελληνική κυριαρχία έχει στην πράξη (από το επεισόδιο στην Κάσο, και την παρεμπόδιση ερευνών για το καλώδιο Ελλάδας Κύπρου από τουρκικά σκάφη) περιορίσει την άσκηση της κυριαρχίας της αποκλειστικά εντός των 6 ναυτικών μιλίων.
  • Δεύτερον, αποσιωπάται πλήρως ο συνολικός αναδασμός ισχύος στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, όπου οι ισορροπίες ανατρέπονται και οι συμμαχίες συγκροτούνται με όρους στρατιωτικής, ενεργειακής και γεωπολιτικής ισχύος, και όχι διεθνούς δικαίου. Σε αυτό το περιβάλλον, η Τουρκία επιχειρεί να αναβαθμιστεί σε «αναγκαίο εταίρο» της Δύσης, αξιοποιώντας τη γεωγραφική της θέση, τον έλεγχο μεταναστευτικών ροών και τη δυνατότητα παρέμβασης από τη Μαύρη Θάλασσα έως τη Μέση Ανατολή, και από τα Βαλκάνια στη Β. Αφρική. Στον αντίποδα, οι εμφανιζόμενοι ως «σύμμαχοι» της Ελλάδας, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ, παρά την αντιπαράθεση (Συρία, Γάζα), επιδιώκουν πραγματιστικές ισορροπίες με την Άγκυρα, με γνώμονα τη σταθερότητα του ΝΑΤΟ και τις ενεργειακές διαδρομές. Σε αυτή τη συνθήκη, η Ελλάδα και η Κύπρος κινδυνεύουν να αντιμετωπιστούν όχι ως κυρίαρχα υποκείμενα, αλλά ως ζωτικός χώρος εξυπηρέτησης αμερικανικών και ισραηλινών προτεραιοτήτων, με τον κίνδυνο τυχοδιωκτικών διευθετήσεων να μετακυλίεται εις βάρος των δικών τους δικαιωμάτων.
  • Τρίτον, παραγνωρίζεται το λεγόμενο «μοντέλο Τραμπ» στις διακρατικές συμφωνίες, σύμφωνα με το οποίο οι θεσμοί και οι κανόνες υποχωρούν και στη θέση τους κυριαρχούν οι ωμές συναλλαγές, οι πιέσεις και τα παζάρια πίσω από κλειστές πόρτες. Δεν είναι τυχαίες οι δημόσιες παρεμβάσεις και δηλώσεις Αμερικανών αξιωματούχων και παραγόντων (βλ. δηλώσεις του πρέσβη των ΗΠΑ στην Άγκυρα κ. Μπάρακ, και της αγαπητής στους κύκλους των ελίτ των Αθηνών κας Γκίλφοϊλ) που προϊδεάζουν για «λύσεις» οι οποίες σχεδιάζονται ερήμην των κοινωνιών και με αποκλειστικό γνώμονα τη συνοχή του ΝΑΤΟ, τη διαχείριση των ενεργειακών διαδρομών και τη διασφάλιση των συμφερόντων των ΗΠΑ στην περιοχή. Σε αυτό το πλαίσιο, η πίεση για διευθετήσεις δεν στοχεύει στην άρση των τουρκικών διεκδικήσεων, αλλά στη διαχείρισή τους με τρόπο που να μην ενοχλεί τους ισχυρούς.

Εσωτερικές αναταράξεις

Κλείνοντας, αξίζει να σημειωθεί ότι παράλληλα με τη συνάντηση εκδηλώθηκαν και εσωτερικές αναταράξεις, που –αν και όχι ευθέως συνδεδεμένες– φωτίζουν τη ρευστότητα του πλαισίου. Στην ελληνική πλευρά, η απουσία της υφυπουργού Εξωτερικών Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου (αρμόδιας για τον λεγόμενο πολιτικό διάλογο) από το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας, εξηγήθηκε λόγω ασθένειάς της, όμως πληθαίνουν τα σενάρια που θέλουν την ίδια να βρίσκεται σε τροχιά αποστράτευσης (κατ’ εντολή Τραμπ).

Την ίδια στιγμή, στην Τουρκία σημειώθηκε αιφνίδιος μίνι ανασχηματισμός μέσα στη νύχτα, με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να αντικαθιστά τους υπουργούς Εσωτερικών και Δικαιοσύνης: ο Αλί Γερλίκαγια και ο Γιλμάζ Τουντς απομακρύνθηκαν, με νέο υπουργό Εσωτερικών τον κυβερνήτη του Ερζερούμ, Μουσταφά Τσιφτσί, και νέο υπουργό Δικαιοσύνης τον γενικό εισαγγελέα Κωνσταντινούπολης, Ακίν Γκιουρλέκ – πρόσωπο που έχει πρωτοστατήσει στις διώξεις κατά του δημάρχου Κωνσταντινούπολης Εκρέμ Ιμάμογλου. Ο ανασχηματισμός αυτός, με σαφή έμφαση στον καθολικό έλεγχο του εσωτερικού μετώπου από το καθεστώς του AKP, δεν είναι απίθανο να σχετίζεται και με την σε τεντωμένο σχοινί εξωτερική πολιτική της Τουρκίας και το διαρκές παζάρι ισχύος με τη Δύση.

Είχαμε τέλος και μια παραφωνία στο κλίμα «φιλίας» και «διαλόγου», με τον Τούρκο ΥΠΕΞ Χακάν Φιντάν να βάλλει για μια ακόμη φορά, λίγες ώρες πριν την συνάντηση, εναντίον του κ. Δένδια, χαρακτηρίζοντας ούτε λίγο ούτε πολύ τον Έλληνα υπουργό Άμυνας ως όχι εξίσου ικανό και πρόθυμο για διάλογο όσο το δίδυμο Μητσοτάκη-Γεραπετρίτη, επιχειρώντας να διαχωρίσει συνομιλητές «διαλλακτικούς» από «σκληρούς» και να παρέμβει εμμέσως στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο της Ελλάδας.


Το χρονικό της «φιλίας»

  • Σεπτέμβριος 2019 – Νέα Υόρκη: Πρώτη συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Η ατμόσφαιρα είναι ήδη βαριά, καθώς η Άγκυρα έχει αρχίσει να επαναφέρει ανοιχτά αναθεωρητικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο και την Αν. Μεσόγειο.
  • Φεβρουάριος-Μάρτιος 2020 – Έβρος: Η Τουρκία εργαλειοποιεί μαζικά μεταναστευτικές ροές στα χερσαία σύνορα. Παράλληλα, συνεχίζεται η διπλωματική επικοινωνία, χωρίς καμία αναστολή της επιθετικής πρακτικής.
  • Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2020 – Oruc Reis: Το τουρκικό ερευνητικό, συνοδεία πολεμικών πλοίων, δρα για μήνες στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι στόλοι των δύο χωρών βρίσκονται σε παρατεταμένη αντιπαράθεση, ενώ εκδίδονται διαδοχικές NAVTEX που αμφισβητούν ελληνική υφαλοκρηπίδα.
  • Μάιος 2022: Μετά την ομιλία Μητσοτάκη στο Κογκρέσο, ο Ερντογάν προχωρά στο «Μητσοτάκης γιοκ», παγώνοντας πολιτικά τον διάλογο, την ώρα που συνεχίζονται υπερπτήσεις, παραβιάσεις και αμφισβητήσεις.
  • Φεβρουάριος 2023 – Σεισμοί στην Τουρκία: Ακολουθεί περίοδος αποκλιμάκωσης. Οι παραβιάσεις μειώνονται δραστικά, αλλά δεν αποσύρονται οι τουρκικές θέσεις περί casus belli και «ειδικών συνθηκών» στο Αιγαίο.
  • Ιούλιος 2023 – Σύνοδος ΝΑΤΟ στο Βίλνιους: Τίθεται το πλαίσιο επανεκκίνησης του δομημένου διαλόγου και της «θετικής ατζέντας». Παράλληλα, η Τουρκία συνεχίζει να εκδίδει NAVTEX που δεσμεύουν μεγάλες θαλάσσιες περιοχές, φτάνοντας να καλύπτουν σχεδόν το μισό Αιγαίο.
  • Δεκέμβριος 2023 – Διακήρυξη των Αθηνών: Θεσμική αναβάθμιση των «ήρεμων νερών». Λίγους μήνες αργότερα, η Άγκυρα επαναφέρει το πρακτικό της Βέρνης (1976), επιχειρώντας να επιβάλει μορατόριουμ δραστηριοτήτων στο Αιγαίο. Στα λόγια άρνηση της Αθήνας, στην πράξη αποδοχή, πίσω από το επιχείρημα αποφυγής «μονομερών ενεργειών».
  • 2024 (διαδοχικές συναντήσεις) – Παράλληλη κρίση Κάσου: Συναντήσεις κορυφής (Άγκυρα, Ουάσινγκτον/ΝΑΤΟ, Νέα Υόρκη), αλλά στο ενδιάμεσο η «κρίση της Κάσου» οδηγεί σε de facto ακύρωση/μπλοκάρισμα του Great Sea Interconnector κοντά στα 6 ν.μ., δείχνοντας πώς η Τουρκία μετατρέπει την αμφισβήτηση σε έργα-τετελεσμένα.
  • 2024-2025 – Λιβύη: Η Άγκυρα προχωρά σε νέες συμφωνίες για έρευνες υδρογονανθράκων με βάση το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο, μετατρέποντας μια νομικά αμφισβητούμενη συμφωνία σε γεωπολιτικό τετελεσμένο.
  • Δεκέμβριος 2025: Πρώτη εμπλοκή μαχητικών μετά από σχεδόν τρία χρόνια, υπενθυμίζοντας ότι η στρατιωτική πίεση παραμένει διαθέσιμο εργαλείο.
  • Δεκέμβριος 2025 – Φεβρουάριος 2026: Στις ΗΠΑ ακούγονται ανοιχτά σχήματα «διαμεσολάβησης» με τις ΗΠΑ σε ρόλο γεφυροποιού (συνοδευόμενα από ανάλογη δράση των πρεσβειών σε Αθήνα και Άγκυρα), ενώ στις 11/2/2026, στην Άγκυρα, οι ηγέτες επαναβεβαιώνουν το πλαίσιο συνεργασίας και το στόχο ενίσχυσης σχέσεων/εμπορίου – την ώρα που οι δομικές διαφορές και οι αναθεωρητικές θέσεις παραμένουν άθικτες.

Επικίνδυνος εφησυχασμός

Η ελληνική εξωτερική πολιτική κινείται σε μια αδιέξοδη τροχιά εφησυχασμού. Αναγνωρίζει ως εχθρούς μόνο αυτούς που της υποδεικνύουν (και όταν τους της υποδεικνύουν) οι «σύμμαχοι» ΗΠΑ και Ισραήλ, όχι όμως εκείνους που απειλούν άμεσα και διαρκώς τη χώρα. Δεν οικοδομεί σταθερά επίπεδα αποτροπής, δεν επενδύει σε πραγματική ισχύ (παρά τα πολυδιαφημισμένα εξοπλιστικά προγράμματα), δεν διαμορφώνει μια συνεκτική στρατηγική άμυνας και διπλωματίας.

Ταυτόχρονα, δεν προετοιμάζει την κοινωνία. Η εξωτερική πολιτική ασκείται ως υπόθεση Ι.Χ. από το Μαξίμου, χωρίς διαφάνεια, χωρίς δημόσιο διάλογο, χωρίς εθνική στρατηγική με διάρκεια. Σε αυτό το περιβάλλον, τα «ήρεμα νερά» όχι μόνο δεν αποτελούν εγγύηση ειρήνης και σταθερότητας, όπως λέγεται, αλλά τείνουν να καταστούν πρόσφορο έδαφος για την ενίσχυση των αναθεωρητικών βλέψεων της Τουρκίας. Και η ιστορία δείχνει ότι τέτοιου είδους εφησυχασμοί σπάνια καταλήγουν ανώδυνα.

Η επιμονή στον «διάλογο» δεν είναι στρατηγική. Απαιτείται άμεσα ένας ευρύς διάλογος για την ανάπτυξη εθνικής στρατηγικής για την αποτροπή της τουρκικής επεκτατικής πολιτικής, για την υπεράσπιση της κυριαρχίας και των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων. Μια τέτοια πολιτική δεν μπορεί παρά να είναι αυτόφωτη. Με τις σχέσεις και τις συμμαχίες της να καθορίζονται από το αμοιβαίο συμφέρον και το διεθνές δίκαιο και όχι την «πατρωνία» της «σωστής πλευράς της ιστορίας». Μια τέτοια πολιτική δεν μπορεί παρά να βλέπει ως άμεση προτεραιότητα την κοινή στρατηγική Ελλάδας-Κύπρου, και όχι να αποδέχεται τη μετατροπή και των δύο χωρών σε «ΝΑΤΟϊκό χώρο» και στρατηγικό βάθος του Ισραήλ. Μια τέτοια πολιτική θα είχε στο επίκεντρο την ενημέρωση και την ενεργοποίηση της κοινωνίας, και δεν θα εξοβέλιζε ως εθνικά επικίνδυνη κάθε φωνή που ζητά συμμετοχή της κοινωνίας και διαφάνεια.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!