του Ντάντε Μπαροντίνι*
Τα αρχεία Επστάιν αποκαλύπτουν, καλύτερα από πολλές σοβαρές αναλύσεις, σε τι συνίσταται ανθρωπολογικά η δυτική καπιταλιστική «εξουσία». Ο Επστάιν δεν ήταν ένας οποιοσδήποτε πλούσιος άεργος με «εθισμούς», αλλά ένας σημαντικός χρηματιστής της Γουόλ Στριτ. Έξι εκατομμύρια έγγραφα αρχειοθετημένα στον «ελεύθερο χρόνο» του υποδηλώνουν μια έγνοια που μοιάζει με πρακτικές μυστικών υπηρεσιών. Άλλωστε οι φήμες για τη στενή του σχέση με τη Μοσάντ συνόδευαν πάντα την ταχεία άνοδό του στον «κόσμο που μετράει». Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι το να «κρατάς από τα αρχίδια» μερικές εκατοντάδες ή χιλιάδες επιχειρηματίες, πολιτικούς, γόνους βασιλικών οικογενειών, δημοσιογράφους κ.λπ., αποτελεί ένα περιουσιακό στοιχείο σαφώς πιο σημαντικό από τα δολάρια. Τα αρχεία Επστάιν περιέχουν πληροφορίες χρήσιμες για εκβιασμό, για σύναψη συμφωνιών, για «ευνοϊκές μεταχειρίσεις», για συλλογή άλλων πληροφοριών, ακόμη και για να επηρεάζουν τη διεθνή πολιτική των ΗΠΑ. Όσο εμπλουτιζόταν το αρχείο, τόσο αυξανόταν η εξουσία, συνεπώς και οι τραπεζικοί λογαριασμοί.
Σε αυτά τα αρχεία υπάρχουν όλοι όσοι «μετράνε». Το πρώτο κοινό χαρακτηριστικό είναι φυσικά η κοινωνική τάξη. Σε αυτόν τον κύκλο μπαίνεις μόνο εάν είσαι πλούσιος και ισχυρός. Το δεύτερο εξίσου ισχυρό χαρακτηριστικό είναι η πεποίθηση υπεροχής. «Μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε, για εμάς δεν υπάρχουν κανόνες, εκτός από αυτούς που μας επιτρέπουν να παραμένουμε σε αυτόν τον κλειστό κύκλο». Αυτοί είναι οι άνθρωποι που το πρωί, αφού έχουν κυνηγήσει όλη τη νύχτα ανήλικους, ανεβαίνουν στη σκηνή και φλυαρούν για «ανθρώπινα δικαιώματα», «ελευθερία» (του επιχειρείν, δηλαδή η δική τους), «κανόνες», «ηθική», «αξίες», «θυσία» ή, οι πλέον κακοήθεις, για «πατρίδα». Αυτοί είναι οι άνθρωποι που βομβαρδίζουν χώρες, όπως έκαναν στο Ιράκ, και έπειτα εξηγούν ότι «μισό εκατομμύριο νεκρά παιδιά είναι ένα αποδεκτό τίμημα για να απαλλαγούμε από έναν δικτάτορα». Κι αμέσως μετά στέλνουν μηνύματα για να κλείσουν ένα ραντεβού ακόμα «πιο ξέφρενο».
Δεν είναι ένα πολύ πρωτότυπο θέαμα: μοιάζει λίγο με την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, κάπου ανάμεσα στην αυλή του Καλιγούλα και το δείπνο του νεόπλουτου Τριμαλχίωνα, ικανοποιώντας τη φαντασία αυτών που ξέρουν ότι είναι υπεράνω τιμωρίας, σχεδόν παντοδύναμοι (επειδή αυτοί, και όχι άλλοι, είναι «οι Ηνωμένες Πολιτείες»). Αυτό που συμβαίνει εκεί μέσα το είχε κατά κάποιο τρόπο φανταστεί και μεταφέρει στον κινηματογράφο το 1989 ο Μπράιαν Γιούζνα. Δεν είναι τυχαίο ότι ο τίτλος της ταινίας του, που τότε θεωρήθηκε κάπως παρατραβηγμένη, ήταν «Κοινωνία – Ο Τρόμος». Κακώς θεωρήθηκε παρατραβηγμένη. Όπως πάντα, η φαντασία δεν μπορεί να ανταγωνιστεί την πραγματικότητα του σύγχρονου καπιταλισμού.
* O Ντάντε Μπαροντίνι είναι συντάκτης της ιταλικής ηλεκτρονικής εφημερίδας Contropiano (www.contropiano.org). Εδώ αποδίδονται περιληπτικά αποσπάσματα από το άρθρο του, που δημοσιεύθηκε στις 2/2/2026.







































































