Στην τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του «Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ», που έλαβε στο 66ο ΦΚΘ πολλές διακρίσεις -Βραβείο ΠΕΚΚ, ΦΙΝΟΣ ΦΙΛΜ και βραβείο ΕΡΤ πρωτότυπης μουσικής- ο Γιώργος Γεωργόπουλος, μέσα από την ιστορία μιας 18χρονης αθλήτριας του τζούντο, καταπιάνεται με το σπάνιο για το ελληνικό σινεμά είδος της αθλητικής ταινίας, που εμπλουτίζει με μια ομοερωτική σχέση και αναφορά στο κίνημα MeToo. Ακολουθώντας το γνωστό σχήμα του είδους, με καταγραφή σκληρών προπονήσεων, που κορυφώνονται με την απόδοση στους τελικούς, παρακολουθούμε τον αγώνα ενός αουτσάιντερ, να βρει τη θέση του στον ανταγωνιστικό χώρο του πρωταθλητισμού στις πολεμικές τέχνες. Εκτός από τις δυνατές ερμηνείες, η ταινία βρίθει από εξαιρετικά κινηματογραφημένες αναμετρήσεις σώμα με σώμα, ενώ οι συναισθηματικές στιγμές υπογραμμίζονται με τα ποπ τραγούδια «Χαμένο νησί» και «Άνοιξη» των Ανδρέα Μικρούτσικου και Σοφίας Βόσσου, «Μια τέτοια μέρα» Μαρίνα και «Βροχή και δάκρυα» Τάμμυ.
Συναντήσαμε από κοντά τον Γεωργόπουλο και μιλήσαμε για την ταινία του, που προβάλλεται στις αίθουσες.
Γιατί επέλεξες το τζούντο;
Έκανα τζούντο από παιδί μέχρι το τέλος της εφηβείας και το θεωρώ οικείο. Για τη συγκεκριμένη ταινία ήθελα παλαιστικό άθλημα με σωματική επαφή και αυστηρές αρχές. Μας βοήθησε η Ομοσπονδία του Τζούντο, με πρόσβαση σε σχολές, δασκάλους και αθλητές. Το σενάριο γράφτηκε μέσα σε ένα μήνα, το 2017, στα πλαίσια ευρωπαϊκού εργαστηρίου του Sundance στην Ελλάδα. Όταν το σενάριο μπήκε σε διαδικασία προ-παραγωγής, λαμβάναμε συνέχεια πληροφορίες για το άθλημα και η έρευνα δεν σταματούσε.
Η αθλητική ταινία είναι σπάνιο είδος στον ελληνικό κινηματογράφο…
Είμαι λάτρης του είδους και ήθελα να κάνω μια τυπική αθλητική ταινία, κρατώντας τη βασική δομή, ακόμα και με τα κλισέ. Ό,τι και να συμβεί στις αθλητικές ταινίες, στο τέλος λύνονται όλα στον τελικό. Ήθελα να έχει σημερινές προβληματικές και ελληνικά στοιχεία, αλλά να μην πειράξω την καταγωγή της. Η προετοιμασία, να στήσεις σενάριο, να κάνεις έρευνα, να δεις ταινίες, να βρεις ηθοποιούς, να κάνεις πρόβες, είναι μια δημιουργική διαδικασία, που την προτιμώ από το γύρισμα, που έχει πολύ άγχος.

Πώς σκέφτηκες να συμπεριλάβεις το ελληνικό MeToo;
Ο αθλητισμός έχει δύο βασικές μάστιγες, τις ιστορίες κακοποιήσεων και το ντόπινγκ, δυο στοιχεία που δεν μπορείς να παραβλέψεις. Στις ταινίες μου φτιάχνω γκρίζες ζώνες, γιατί θεωρώ ότι έτσι ανοίγονται οι κουβέντες, έστω και αν τσιγκλάει ιδεολογικά. Ήταν μια διαδικασία που τη συζήτησα πολύ, έκανα έρευνα και μίλησα με ανθρώπους, που ήταν ανοιχτοί και φέραν τις ιστορίες τους. Κάπως έτσι γεννήθηκε ο χαρακτήρας της Ιουλίας.
Πώς κατάφερες να καταγράψεις αγώνες και σώματα σε κίνηση;
Χρειάστηκαν ιδιαίτεροι χειρισμοί της κάμερας, που δεν τους είχα ξανακάνει, καθώς ήθελα μεγαλύτερης διάρκειας καταγραφή, ώστε να νιώσουμε την ένταση και την ανάσα των αθλητών. Χρησιμοποιήσαμε trinity steadycam, που μπορεί να κάνει κινήσεις πάνω στον άξονα και αυτά τα πλάνα ήταν και τα πιο χρονοβόρα, γιατί είναι ολόκληρη χορογραφία σε επίπεδα. Ήταν ευκολότερο να τεμαχίσω τις σκηνές, δίνοντας ρυθμό τεχνητά στο μοντάζ, αλλά προτίμησα να τραβήξουμε τους αγώνες και τις συγκρούσεις, με τρόπο ώστε να πιάσουμε περισσότερο τον παλμό, παρά το ίδιο το άθλημα.
Πώς δούλεψες με τους ηθοποιούς;
Έγραψα τον χαρακτήρα του προπονητή Γιούρι, έχοντας στο μυαλό μου τον Βαγγέλη Μουρίκη. Έπρεπε να έχει στωικότητα και ο Βαγγέλης ξέρει τι πρέπει να κρύψει και τι πρέπει να δώσει. Το έψαξε ο ίδιος, ήρθε σε επαφή, έβλεπε αγώνες και όταν έμπαινε στο γύρισμα μέσα στο ντότζο, όπου εκτός των βασικών ηθοποιών οι υπόλοιποι ήταν πραγματικοί τζουντόκα, γινόταν σεβαστός σαν αληθινός σένσεϊ. Τον Μορτ Κλωναράκη στο ρόλο της Δάφνης, την Φιλίππα Κουτούπα ως Ζωή, την Μελίνα Κοτσέλου ως Στέλλα και την Γιούλα Μπούνταλη ως Ιουλία, τους επέλεξα με κάστινγκ. Η Μελίνα έκανε σουάι τζιάο, κινέζικο είδος πάλης, ο Μορτ τάεκβοντό και η Φιλίππα τζούντο. Όλες έκαναν και χορό, σημαντικό για μια σωματική προσέγγιση στους χαρακτήρες. Τους πρώτους μήνες έκαναν προπόνηση με τους σένσεϊ και μετά πήγαν στις χορογραφίες. Με τον Γιάννη Οικονομίδη είμαστε φίλοι, μ’ αρέσουν οι ταινίες του, αλλά μ’ αρέσει και σαν ηθοποιός, αυτό που κάνει και πώς το κάνει περιέχει αλήθεια. Δεν θεωρώ ότι υπάρχει ανταγωνιστικότητα μεταξύ σκηνοθετών. Οι ταινίες μας συναντιούνται σε φεστιβάλ που έχουν βραβεία, αλλά δεν είμαστε αθλητές, ταινίες κάνουμε. Ο κινηματογράφος είναι μια συλλογική πράξη εξαρχής, έχει ένα μαζί.
Πού έγιναν τα γυρίσματα;
Το πρώτο κομμάτι της ταινίας γυρίστηκε στην Ικαρία, απ’ όπου κατάγομαι. Βλέπουμε όμως τη χειμωνιάτικη Ικαρία, επειδή η πρωταγωνίστρια προέρχεται από σκληροτράχηλο περιβάλλον. Το μεγαλύτερο κομμάτι γυρίστηκε στο Πέραμα. Όταν το κίνητρο, πέρα από την όποια αναγνώριση και δόξα, είναι και ταξικό, πετυχαίνεις περισσότερα. Πολλά ντότζο βρίσκονται σε λαϊκές συνοικίες, επειδή οι αθλητές ξέρουν ότι μέσω του αθλητισμού μπορεί να προχωρήσουνε κοινωνικά. Ο Γιούρι, παρά το Ολυμπιακό Χρυσό Μετάλλιο, δεν μετακίνησε αλλού το Σύλλογό του, γιατί πιστεύει ότι υπάρχει κίνητρο σ’ αυτές τις γειτονιές. Ήθελα να υπογραμμιστεί αυτή η ταξική διάσταση, οπότε το ντότζο που στήσαμε το σκηνικό βρίσκεται στην καρδιά του Περάματος. Είναι επίσης η συνοικία με τη μεγαλύτερη Ικαριακή Κοινότητα στην Αθήνα.
Μίλησέ μας για την πρωτότυπη μουσική και τα τραγούδια του ’60 και ’70 που επέλεξες.
Τη μουσική την έγραψαν η Μαριλένα Ορφανού και ο Σταύρος Μητρόπουλος, έχω ξανασυνεργαστεί και με τους δύο, με τον Μητρόπουλο στο «Tungsten» (2011) και με την Ορφανού σε διάφορα ντοκιμαντέρ μου. Οι δυο τους μοιράστηκαν τα θέματα, που σχετίζονται με τις υπο-πλοκές. Ήθελα προσέγγιση «της παλιάς σχολής», με ξεκάθαρο μουσικό θέμα, που επανέρχεται και παραλλάσσεται. Το κύριο θέμα της Πάττυ το έγραψε ο Μητρόπουλος, όμως το πείραξε η Ορφανού μετά. Έγινε συνεργασία. Τα πιο ποπ κομμάτια της Δάφνης, στο μπόουλινγκ και σε διάφορα τρεξίματα, έχουν ανέμελη εφηβική διάθεση και τα έγραψε η Ορφανού. Κάποια παραδοσιακά νησιώτικα θέματα, στους αγώνες και στα πανηγύρια, που σχετίζονται με την προέλευση της ηρωίδας, τα συνέθεσε ο Μητρόπουλος, από ικαριώτικους σκοπούς. Η ενορχήστρωση και η μίξη έγινε και από τους δύο, για να υπάρχει συνοχή, με δεδομένο ότι «κουνάω» τις μουσικές μετά.
Τα τραγούδια είναι από άλλη εποχή, μια συλλογή από κασέτα που ακούει ο Γιούρι οδηγώντας και τα άκουγα κι εγώ μικρότερος. Έχει μπαμπαδίστικη προσέγγιση η ταινία, καθώς έγινα μπαμπάς πριν ξεκινήσουμε τα γυρίσματα και έχω γιο δύο χρονών. Ήθελα να υπάρχει η αίσθηση ότι αυτά τα κορίτσια παλεύουν να βρουν τη θέση τους σε έναν κόσμο που έχει ήδη φτιαχτεί με πρότυπα διαφορετικά από τη δικιά τους αισθητική.
Ξεκινήσαμε να κάνουμε μια ταινία σε ένα είδος που αγαπάμε και τελικά μάθαμε στην πορεία πώς γίνεται. Την ταινία αυτή την έφτιαξα με πολύ συναίσθημα, δεν είναι για να τη θαυμάσουν, αλλά για να την αγαπήσουν.
* Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, ifigenia.kalantzi@gmail.com






































































