Του Μάνου Καλογιάννη

Μπορεί σήμερα να είναι φως-φανάρι ότι προφανώς και δεν «τελείωσε η Ιστορία», ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι επί σειρά ετών, ας πούμε -χονδρικά- από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 έως και το τέλος της επομένης, τα πράγματα φάνταζαν αρκετά διαφορετικά. Όσοι, ιδίως νεαρής ηλικίας, ονειρεύονταν ένα μέλλον ριζικά διαφορετικό από το πολυδιαφημισμένο πλην κούφιο παρόν, δύσκολα απέφευγαν τη φρικτή αίσθηση ότι οι πόροι του μέλλοντος ήταν φραγμένοι και η κοινωνία ακινητοποιημένη μέσα σε μια παραζάλη διαρκών αλλαγών, ήσσονος σημασίας. Ο αντίπαλος -ας τον ονομάσουμε χάριν συνεννόησης καπιταλισμό- είχε καταφέρει να κατισχύσει σχεδόν ολοκληρωτικά επί όλων όσοι θα μπορούσαν δυνητικά να τον αμφισβητήσουν με κάποιες αξιώσεις. Εκείνο που έλειπε, κυρίως, ήταν η δυνατότητα να προβάλει κανείς το όραμα μιας ριζικά διαφορετικής οργάνωσης του κόσμου (δίχως να ακολουθήσουν χάχανα εκ μέρους της εκάστοτε ομήγυρης ή, ακόμη χειρότερα, κενά βλέμματα που απλά αδυνατούσαν να καταλάβουν για τι στο καλό μιλούσε). Από την άλλη, ο αντίλογος όσων υποτίθεται ότι καταλάβαιναν, αργά ή γρήγορα κατέληγε στην τερατώδη αποτυχία του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», προδικάζοντας κατ’ αντιστοιχία το ανέφικτο κάθε παρόμοιας στόχευσης. Η ουτοπική σκέψη είχε ηττηθεί κατά κράτος και μόνο λίγοι «ρομαντικοί» επέμεναν να κρατούν τη σημαία της ψηλά. Εύλογα λοιπόν οι επιλογές που απέμεναν ήταν μάλλον περιορισμένες. Είτε ο συμβιβασμός με την «πραγματικότητα» και η συνακόλουθη προσχώρηση στην επικράτεια του «ρεαλισμού», είτε η συνέχιση ενός μοναχικού και, καθ’ όλες τις ενδείξεις, μάταιου αγώνα, ο οποίος ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία, το περιβάλλον και την ιδεολογία του κάθε μεμονωμένου αμφισβητία διοχετευόταν στο αντίστοιχο «κανάλι»…
Ώσπου ξαφνικά όλα άλλαξαν. Χωρίς να το περιμένουμε και δίχως οποιαδήποτε δική μας παρέμβαση η Ιστορία φανέρωσε ξανά τα δόντια της,  σαν μια τυφλή δύναμη που ξεσπά επί δικαίων και αδίκων, επαναστατών και νοικοκυραίων. Ο «στέρεος» κόσμος που είχαμε γνωρίσει ίσαμε τότε, άρχισε ξάφνου να κλυδωνίζεται συθέμελα κι εμείς βρεθήκαμε να ζούμε -επιτέλους- «ιστορικές» στιγμές, αν και -δυστυχώς- προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που επιθυμούσαμε… Το πιο ενδιαφέρον; Αντί να νιώσουμε άγρια χαρά ή, έστω, ελπίδα, κυρίαρχες αντιδράσεις υπήρξαν κατά κανόνα το σάστισμα, η παγωμάρα, η αμφιβολία, η ανησυχία, ο φόβος. Κι επιπλέον, μια ενστικτώδης ανάγκη να πιαστούμε από το παρελθόν, ει δυνατόν να επιστρέψουμε ξανά στα σιχαμένα πλην «ανέμελα» χρόνια προ κρίσης… Σκέτη παλινωδία.
Με το πέρασμα του χρόνου, ωστόσο, φωτίστηκε από μια άλλη γωνία τόσο η ανέξοδη «επαναστατικότητα» του παρελθόντος, όσο και η σημερινή αδυναμία ισχυρής ανταπάντησης, φανερώνοντας ότι το πραγματικό ζητούμενο εκείνων των χρόνων μάλλον υπήρξε η διατήρηση του σπόρου της ουτοπίας ζωντανού, απέναντι ακριβώς σε μια κοινωνία όπου βασίλευε η χαύνωση, η ιδιοτέλεια και ο εκμαυλισμός. Κι ότι τωρινό μας καθήκον πιθανότατα είναι, αφήνοντας κατά μέρος τις εύκολες ρητορείες και τα μεγαλεπήβολα σχέδια, να «λερώσουμε τα χέρια μας», αναζητώντας στην πράξη τη σύνθεση ανάμεσα στις στρατηγικές επιβίωσης και τον ριζοσπαστισμό, στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και τις επώδυνες ρήξεις. Διαφορετικά, φοβάμαι, ότι με κάθε δική τους Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου θα οδηγούμαστε ησύχως όλο και εγγύτερα σε μια πραγματική δυστοπία, η αποφυγή της οποίας θα φαντάζει διαρκώς και πιο δύσκολη…

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!