Σχεδόν έναν μήνα πριν την τρίτη επέτειο του εγκλήματος των Τεμπών, και δύο μήνες (23 Μαρτίου) πριν την έναρξη της βασικής δίκης για την υπόθεση, η προσπάθεια συγκάλυψης της κυβέρνησης συνεχίζεται με κάθε μέσο. Ποιος στα αλήθεια μπορεί να ισχυριστεί ότι χωρίς τον αγώνα των συγγενών των θυμάτων, χωρίς την επιστημονική δουλειά τεχνικών συμβούλων και νομικών, χωρίς τις αποκαλύψεις ανεξάρτητων δημοσιογράφων, χωρίς τη στήριξη ομάδων της κοινωνίας των πολιτών (βλ. Ομάδα Μέχρι Τέλους), χωρίς την πάνδημη στήριξη της κοινωνίας, το κυρίαρχο θεσμικό και παρα-θεσμικό σύστημα δεν θα είχε ήδη εγγυηθεί το κουκούλωμα της υπόθεσης, κρυπτόμενο πίσω από ασάφειες και ακαταδίωκτα;

Η κυβερνητική στρατηγική χειραγώγησης της κοινωνίας γίνεται εμφανής και αυτές τις μέρες με τέσσερα τρανταχτά παραδείγματα:

  • Το πρώτο αφορά την εν εξελίξει δίκη για τα «χαμένα βίντεο» της εταιρείας φύλαξης Interstar, που διεξάγεται στα δικαστήρια της Λάρισας. Μια δίκη που αποκαλύπτει με τον πιο ωμό τρόπο πώς κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία εξαφανίστηκαν, αλλοιώθηκαν ή «δεν παραδόθηκαν ποτέ», χωρίς μέχρι σήμερα να έχει αποδοθεί καμία ουσιαστική ευθύνη. Αντί η υπόθεση αυτή να φωτίσει ποιοι και γιατί παρενέβησαν στο αποδεικτικό υλικό ενός εγκλήματος με 57 νεκρούς, επιχειρείται να υποβαθμιστεί σε μια τεχνική ή διαδικαστική εκκρεμότητα, αποκομμένη από τον πυρήνα της υπόθεσης. Μάλιστα ισχυρισμοί (μένει να κριθεί η βασιμότητά τους) του κ. Καπερνάρου (συνηγόρου της εταιρείας), πως η φόρτωση των βαγονιών έγινε σε «τυφλό σημείο» και γι’ αυτό δεν υπάρχουν βίντεο, κάνουν ακόμη πιο εξοργιστική την υπόθεση.
  • Το δεύτερο αφορά την επικοινωνιακή επίθεση στην κα Μαρία Καρυστιανού, στο πρόσωπο της οποίας προσπαθούν να πλήξουν όλο το κίνημα των Τεμπών. Είναι φανερό ότι στις διαρροές, την αποδόμηση χαρακτήρα, τις επιθέσεις, στόχος δεν είναι η ίδια προσωπικά, αλλά το μήνυμα που εξέπεμψε όλο το προηγούμενο διάστημα: ότι οι συγγενείς δεν σιωπούν, δεν συμβιβάζονται και δεν αποδέχονται την κανονικοποίηση του εγκλήματος. Η επίθεση αυτή λειτουργεί παραδειγματικά, ως προειδοποίηση προς όποιον τολμά να αμφισβητήσει το επίσημο αφήγημα και να απαιτήσει πραγματική λογοδοσία.
  • Το τρίτο αφορά την ψευδαίσθηση κανονικότητας που προσπαθεί να καλλιεργήσει το Μαξίμου. Με τον αν. υπουργό Μεταφορών κ. Κυρανάκη να κλείνει νέες συμφωνίες με την Hellenic Train, να ανακοινώνει σχέδια εκσυγχρονισμού κ.ά., την ώρα που κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί την πραγματική ασφάλεια του σιδηροδρόμου καθώς, τρία ολόκληρα χρόνια μετά το δυστύχημα των Τεμπών, τα συστήματα ασφαλείας (που θα έπρεπε να λειτουργούν από τότε) δεν είναι εγκατεστημένα και ενεργά σε όλο το δίκτυο.
  • Το τέταρτο αφορά την εργαλειοποίηση του τραγικού δυστυχήματος στην Ισπανία, το οποίο η κυβέρνηση χρησιμοποιεί για να πείσει ότι «τι να κάνουμε; ατυχήματα συμβαίνουν» και να επιτεθεί σε όσους δήθεν μόνο εδώ ζητούν κυβερνητικές ευθύνες. Πράγματι και στις δύο περιπτώσεις έχουμε χρόνια εγκατάλειψη και προειδοποιήσεις εργαζομένων για τους κινδύνους που αυτή συνεπάγεται. Αγνοείται σκόπιμα όμως ότι στα Τέμπη δεν μιλάμε για ένα μεμονωμένο «ατύχημα» αλλά για διαλυμένες υποδομές, ανενεργά συστήματα ασφαλείας, μια σύγκρουση που προκλήθηκε όχι λόγω εκτροχιασμού αλλά λόγω της για αρκετά λεπτά πορείας δύο τρένων στις ίδιες ράγες, και θανάτους αρκετών εκ των θυμάτων να προκαλούνται όχι από την σύγκρουση αλλά μετά τη φονική έκρηξη και ανάφλεξη. Με αυτόν τον τρόπο, επιχειρείται να παρουσιαστεί η διεκδίκηση ευθυνών ως υπερβολή ή ιδεοληψία, ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί στοιχειώδη δημοκρατική απαίτηση.

Το διπλό έγκλημα

Τρία χρόνια μετά το έγκλημα στα Τέμπη, το ρήγμα που προκάλεσε το συμβάν αυτό στην ελληνική κοινωνία συνεχίζει να παραμένει ενεργό. Το διπλό έγκλημα στα Τέμπη αποκάλυψε με δραματικό τρόπο τη ρίζα των προβλημάτων στη χώρα. Από τη μία πλευρά την απαξίωση των υποδομών, των δημόσιων αγαθών, της ίδιας εν τέλει της ζωής των πολιτών από ένα σύστημα που νοιάζεται απλά και μόνο για την αναπαραγωγή του. Και από την άλλη την προσπάθεια συγκάλυψης, το ψέμα και την κοροϊδία, την αλαζονεία και τα ακαταδίωκτα των κυβερνώντων, το αντιδημοκρατικό θεσμικό τείχος του νόμου περί ευθύνης υπουργών, τις εξεταστικές-πλυντήριο, τις «παραλείψεις» της δικαιοσύνης.

Για τη μεγάλη πλειοψηφία έγινε φανερό πως όχι μόνο μπαίνει σε κίνδυνο η ζωή και η ασφάλεια όλων μας, όσο τα πάντα συνεχίζουν στη χώρα να δουλεύουν με τη λογική του «πάμε και όπου βγει», αλλά και πως όταν φτάνεις σε σημείο να βρεις το δίκιο σου, είσαι αντιμέτωπος με ένα σύστημα (πολυπλόκαμο και κυνικό) που είναι ικανό να σε εξοντώσει (ηθικά, οικονομικά, και αλλιώς…) αρκεί να μη θιχτεί η κυριαρχία του. Αυτό το διπλό αίσθημα ασφυξίας ήταν που έβγαλε τα εκατομμύρια πολιτών στους δρόμους πριν ένα χρόνο. Και το αίσθημα αυτό παραμένει.

Τα παραπάνω, όπως είναι, προφανώς ξεπερνούν κατά πολύ το θέμα της δικαιοσύνης αυτής καθαυτής, αν και εκκινούν από αυτή. Δοκιμάζουν την ίδια την κοινωνία μας, τις αξίες και την ηθική που αποτελούν τον συνεκτικό της ιστό, δοκιμάζουν τη δημοκρατία και την πολιτεία σε αυτή την χώρα. Μέσα στον επικοινωνιακό καπνό της κυβερνητικής μηχανής που δουλεύει ακατάπαυστα, ειδικά τις τελευταίες ημέρες, ας μην ξεχάσουμε τα βασικά.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!