Τρία χρόνια μετά το φονικό δυστύχημα στα Τέμπη, όλα όσα προκάλεσαν την τραγωδία είναι εδώ. Το ρήμαγμα των υποδομών, η αχόρταγη λογική του κέρδους, η απαξίωση της ζωής των απλών ανθρώπων, η αλαζονεία της πολιτικής εξουσίας, η απουσία θεσμικών εργαλείων ελέγχου, η χαμηλής εμπιστοσύνης δικαιοσύνη.
Μας τα θύμισε όλα αυτά το τραγικό «δυστύχημα» στο εργοστάσιο της Βιολάντα, στα Τρίκαλα, όπου έχασαν τη ζωή τους πέντε γυναίκες. Ένα ακόμη εργοδοτικό έγκλημα, προαναγγελθέν κι αυτό, όπως δείχνουν οι μέχρι τώρα αναφορές εργαζομένων και οι επαναλαμβανόμενες προειδοποιήσεις για οσμή υγραερίου (που δεν κινητοποίησαν κανέναν). Και η κυβέρνηση, δια του κυβερνητικού εκπροσώπου, τολμά και πάλι να μιλάει για «τυμβωρυχία», αναφερόμενη σε όσους ζητούν την τιμωρία όσων ευθύνονται για το έγκλημα, και μέτρα για να μη θρηνήσουμε κι άλλα θύματα.
Ως «τυμβωρύχοι» χαρακτηρίζονται από την αλαζονική ελίτ και όσοι συνεχίζουν να μιλούν για τα Τέμπη, και δεν περιμένουν «στωικά» τα πορίσματα της δικαιοσύνης. Η βασική δίκη πλησιάζει, αλλά το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: θα αποδοθεί δικαιοσύνη, ή θα επιβεβαιωθεί για άλλη μια φορά ότι η εξουσία προστατεύει τον εαυτό της; Τα μέχρι τώρα δείγματα γραφής δεν αφήνουν πολλά περιθώρια εμπιστοσύνης. Άλλωστε χωρίς τον αγώνα των συγγενών, των τεχνικών τους συμβούλων, χωρίς τη μαζική κινητοποίηση της κοινωνίας, σήμερα θα είχαν όλα μπαζωθεί.
Τα επαναλαμβάνουμε όλα αυτά επειδή, τρία χρόνια μετά, το μυαλό μας δεν πρέπει να φύγει από τα βασικά. Αυτή η συνθήκη που επιβάλλεται ως κανονικότητα δεν γίνεται να συνεχιστεί, και αυτό το καταλαβαίνουν όλο και περισσότεροι. Το πολιτικό σύστημα αδυνατεί να παράξει εναλλακτικές, και βολεύεται στο παιχνίδι ρόλων και τις επικοινωνιακές εκστρατείες – χωρίς μεγάλα πολιτικά προτάγματα ικανά να κινητοποιήσουν, χωρίς ουσιαστικές προτάσεις. Εγκλωβίζοντας ταυτόχρονα και τη δυνατότητά μας να φανταστούμε, ως κοινωνία και ως χώρα, την εναλλακτική ως κάτι εφαρμόσιμο και ρεαλιστικό. Το κοινωνικό ρήγμα που άνοιξαν τα Τέμπη, όμως, παραμένει, ως δυνατότητα να σπάσει αυτή η αδράνεια. Και όσο παραμένει, δεν αφήνει κανέναν ήσυχο.
Θυμήσου την 28η Φεβρουαρίου 2025
Η 28η Φεβρουαρίου 2025 χαράχτηκε, όχι άδικα, στη μνήμη μας ως μια μέρα που αποτυπώθηκε και στον δρόμο, με μοναδική μαζικότητα, μια μακρά διαδικασία συλλογικής αφύπνισης. Ήταν μια στιγμή όπου η κοινωνία θυμήθηκε τον εαυτό της. Οι δρόμοι γέμισαν ξανά, όχι από κομματικά καλέσματα, αλλά από ανθρώπους που ένιωθαν ότι αυτό που συνέβη στα Τέμπη αφορά τη ζωή τους εδώ και τώρα. Αφορά το πώς μετακινούνται, πώς δουλεύουν, πώς ζουν, αλλά και πώς υπάρχουμε συνολικά ως χώρα, τι μπορούμε να ανεχτούμε, τι θεωρούμε φυσιολογικό.. Αφορά το αν η ασφάλεια των πολλών θα λογίζεται ως δικαίωμα ή «κόστος».
Τι ήταν αυτό που έβγαλε τόσο κόσμο στους δρόμους; Ήταν το διπλό αίσθημα ασφυξίας. Από τη μία, η επίγνωση ότι ζούμε σε μια χώρα όπου τα πάντα λειτουργούν με τη λογική του «πάμε κι όπου βγει». Από την άλλη, η βεβαιότητα ότι όταν συμβεί το κακό, το σύστημα θα κάνει ό,τι μπορεί για να μη λογοδοτήσει. Αυτός ο συνδυασμός φόβου και αδικίας ήταν που μετατράπηκε σε κίνηση.
Το κίνημα που εκφράστηκε εκείνη τη μέρα είχε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Δεν περίμενε τις κλασικές συνδικαλιστικές ηγεσίες, δεν ακολούθησε τις θεσμικές μορφές και τα κλασικά συνθήματα. Είχε όμως καθαρό λόγο: δικαιοσύνη, ασφάλεια, αξιοπρέπεια, οξυγόνο. Είχε πρόσωπα – συγγενείς θυμάτων που αρνήθηκαν να σιωπήσουν, εργαζόμενους που αναγνώριζαν τον εαυτό τους στις ίδιες συνθήκες κινδύνου, νέους ανθρώπους που καταλάβαιναν ότι το μέλλον τους είναι επισφαλές όχι από τύχη, αλλά από επιλογές.
Η δύναμη του κινήματος ήταν –και συνεχίζει να είναι– η ακηδεμόνευτη φύση του. Δεν περίμενε σωτήρες. Δεν ζητούσε άδεια από τους ειδικούς της αντιπολίτευσης. Δεν χωρούσε εύκολα σε πολιτικά καλούπια. Και ακριβώς γι’ αυτό έγινε επικίνδυνο. Επειδή έδειξε ότι η κοινωνία μπορεί να οργανώσει τον θυμό της, να κρατήσει τη μνήμη ζωντανή και να επιβάλει τη συζήτηση, ακόμα κι όταν όλοι θα προτιμούσαν να αλλάξουν θέμα.
Ενωμένος λαός
Αυτές τις στιγμές που ο λαός είναι ενωμένος, το σύστημα φοβάται. Αυτές τις στιγμές που γινόμαστε ξανά «Εμείς». Και το σύστημα κάνει τα πάντα για να μην αποκτήσουν ρίζες και διάρκεια, να μην ωριμάσουν, να μην γίνουν πολιτική δύναμη. Το σύστημα ξέρει καλά πού πονάει. Και χτυπάει εκεί. Αποπροσανατολισμός, διάσπαση, κατακερματισμός. Να μην βλέπουμε τη μεγάλη εικόνα. Να τσακωνόμαστε μεταξύ μας. Να εγκλωβιζόμαστε σε ταυτότητες, στρατόπεδα και μικρούς εμφύλιους, ενώ οι πραγματικές ευθύνες μένουν στο απυρόβλητο.
Αυτή είναι η πραγματική δύναμη του συστήματος. Όχι η παντοδυναμία του, αλλά η ικανότητα να διαλύει κάθε συλλογικότητα πριν πάρει επικίνδυνη μορφή. Γι’ αυτό το στοίχημα της ενότητας είναι κρίσιμο. Όχι μιας ενότητας ψεύτικης ή εξαναγκασμένης, αλλά μιας ενότητας που χωρά αντιθέσεις, διαφορετικές εμπειρίες, ακόμα και συγκρούσεις. Γιατί έτσι είναι η κοινωνία. Ανόμοια, αντιφατική, ζωντανή.
Η ενότητα δεν σημαίνει να μπουν όλοι στο ίδιο κουτί. Σημαίνει να συνδεθούν οι επιμέρους αγώνες. Η ασφάλεια στα τρένα, η προστασία στους χώρους δουλειάς, η υπεράσπιση των δημόσιων αγαθών, η απαίτηση για δικαιοσύνη, ο αγώνας για τη γη και την τροφή μας, η υπεράσπιση του τόπου και του περιβάλλοντος, δεν είναι ξεχωριστές υποθέσεις. Είναι όψεις του ίδιου προβλήματος. Και μπορούν να γίνουν κοινό έδαφος.
Αλλά και ενότητα εντός του ίδιου του κινήματος των Τεμπών, βασικού φορέα αυτής της δυνάμει ωρίμανσης. Μπροστά στην τρίτη επέτειο του κινήματος είναι ανάγκη να επιμείνουμε στην ενότητα, στη δυνατότητα να φωνάξουμε, με όποιον τρόπο κρίνεται προσφορότερο, όλοι μαζί για δικαιοσύνη και οξυγόνο. Να μην ενδώσουμε στη λογική του κατακερματισμού, στο όνομα της σωστής στρατηγικής, της κομματικής ή άλλης σκοπιμότητας. Το ίδιο και ενόψει της έναρξης της δίκης τον ερχόμενο Μάρτιο. Ο κατακερματισμός του κινήματος, που συστηματικά επιδιώκει το σύστημα, μπορεί και πρέπει να αποφευχθεί.
Στην ωρίμανση του κινήματος η διέξοδος
Δεν βρισκόμαστε πια στο 2025. Τα κινήματα δεν επαναλαμβάνονται και δεν αντιγράφονται. Το κίνημα των Τεμπών σήμερα δεν είναι το ίδιο με εκείνο των πρώτων ημερών. Κουβαλά εμπειρία, κούραση, αλλά και γνώση. Το ζητούμενο δεν είναι η αναπαραγωγή της στιγμής, αλλά η ωρίμανση της δυναμικής.
Η ωρίμανση δεν είναι εύκολη υπόθεση. Περνά πρώτα απ’ όλα από την αντίσταση στη χειραγώγηση. Η εξουσία θα συνεχίσει να στοχοποιεί πρόσωπα, να διαστρεβλώνει αιτήματα, να προσπαθεί να απονευρώσει το περιεχόμενο του κινήματος. Το ίδιο και τμήματα της υπαρκτής αντιπολίτευσης, που βλέπουν στην κοινωνική δυσαρέσκεια ένα απόθεμα προς εκλογική αξιοποίηση, χωρίς διάθεση πραγματικής σύγκρουσης.
Ένας ακόμα κίνδυνος είναι το γενικό ξόδεμα της κοινωνικής δυναμικής. Η κοινωνία δεν έχει άπειρες αντοχές. Κουράζεται από τον θόρυβο, τις άγονες αντιπαραθέσεις, την προσωποποίηση. Η δύναμη διατηρείται όταν μετατρέπεται σε συλλογική πράξη: οργάνωση, τεκμηρίωση, παρουσία, αλληλεγγύη. Όταν στηρίζονται όσοι δίνουν τον αγώνα στην πρώτη γραμμή, οι συγγενείς, οι τεχνικοί σύμβουλοι, οι ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι, οι ομάδες πολιτών.
Τελικά, όλοι κρίνονται. Όχι από τις δηλώσεις τους, αλλά από το αν συμβάλλουν στην ανάπτυξη αυτού του δυνάμει κινήματος. Από το αν ανοίγουν δρόμους ή αν τους κλείνουν. Το κοινωνικό ρήγμα που άνοιξαν τα Τέμπη παραμένει ενεργό.






































































