του Δημήτρη Α. Τραυλού-Τζανετάτου

1

Παρά τις όποιες προσδοκίες ενός αθεράπευτα αισιόδοξου παρατηρητή ότι το 2026 θα μπορούσε να είναι λιγότερο επώδυνο και ερεβώδες από το έμφορτο με κρίσεις και δεινά 2025, η δυναμική των πραγμάτων φαίνεται να οδηγεί στη διάψευση. Τούτο δε καθώς οι γενεσιουργοί λόγοι του άκρως αρνητικού αυτού φορτίου όχι μόνο δεν έχουν εκλείψει ή, έστω, ατονίσει. Αντιθέτως, καθώς είναι σύμφυτοι με την κρίσιμη καμπή, στην οποία βρίσκεται ο νεοφιλελεύθερος παγκοσμιοποιημένος ψηφιακός καπιταλισμός και τις ωδίνες του τοκετού ενός νέου πολυπολικού συστήματος, και παρά τις όποιες τάσεις ή δυνάμεις ανάσχεσης, η δυναμική όξυνση των κρισιογόνων εστιών φαίνεται, να σημαδεύει την πορεία του 2026. Αρκεί κανείς να συγκεντρώνει το βλέμμα του στην εξέλιξη του ρωσο-ουκρανικού πολέμου, όπου, καθώς η σύγκρουση κλιμακώνεται και το «ειρηνευτικό εγχείρημα» του Τραμπ φαίνεται να βραχυκυκλώνεται. Έτσι, το «ευρωπαϊκό κόμμα του πολέμου» και η «συμμαχία των προθύμων» φαίνεται να έχουν μέχρις ένα βαθμό επιτύχει τη νόθευση του ειρηνευτικού σχεδίου, χωρίς σοβαρές, όπως φαίνεται αντιρρήσεις της αμερικανικής πλευράς, πράγμα που δείχνει μια μετατόπιση του Τραμπ προς φιλοουκρανικές θέσεις. Ενδεικτική της μεταστροφής αυτής είναι η εντός ολίγων ημερών μεταβληθείσα, σε βάρος της ρωσικής εκδοχής, τοποθέτηση του Τραμπ σχετικά με την επίθεση 21 ουκρανικών drones κατά της κατοικίας του Πούτιν στο Νόβγκοροντ. Σημειωτέον δε ότι η άρνηση αυτή έλαβε χώρα παρά τα, προσκομισθέντα επισήμως στις ΗΠΑ, αποδεικνυωθέντα δεδομένα της επίμαχης πτήσης. Κατόπιν αυτών αναμενόμενη υπήρξε η όξυνση και διεύρυνση του πολεμικού μετώπου και η σκλήρυνση της ρωσικής διαπραγματευτικής στάσης.

Από την άλλη, ωστόσο, πλευρά δεν πρέπει να υποτιμάται το γεγονός ότι η όποια πρωτοβουλία Τραμπ, εφόσον θεωρηθεί ειλικρινής, δεν οφείλεται στον πόνο του για την εκατόμβη των νεκρών ή τη συμπάθειά του στον Πούτιν, αλλά σε μια γεωπολιτική και γεωοικονομική ρεαλιστική προσέγγιση, η οποία επιβάλλει την αναγνώριση του κρίσιμου ρόλου της Ρωσίας στον αναδυόμενο πολυπολικό καπιταλιστικό κόσμο. Στο πλαίσιο αυτό οι όποιοι, συχνά οξείς, ανταγωνισμοί των βασικών παικτών δεν αποκλείουν αμοιβαία επωφελείς, υποστηρικτικές του συστήματος συμπλεύσεις και συνεργασίες. Η πρόσφατη πανηγυρική συνάντηση Τραμπ και Πούτιν, σε πείσμα των πολεμοχαρών ευρωπαϊκών ΝΑΤΟϊκών συνεταίρων στην Αλάσκα και η πιθανολογούμενη γεωπολιτικής-οικονομικής υφής συμφωνία για τη αξιοποίηση των, συνδεδεμένων με τον Αρκτικό Ωκεανό ωφελημάτων, δεν αποκαλύπτουν απλώς το ενδιαφέρον του Τραμπ για τερματισμό του ρωσο-ουκρανικού πολέμου. Σηματοδοτούν επίσης τις σεισμικές αναδιατάξεις και επαναοριοθετήσεις των ζωνών επιρροής μεταξύ των πρωταγωνιστών της νέας παγκόσμιας καπιταλιστικής αρχιτεκτονικής.

2

Ωστόσο, πέραν της επιβάρυνσης του νέου έτους με το αρνητικό φορτίο του ρωσο-ουκρανικού πολέμου, μια νέα εστία πολεμικής ανάφλεξης, εμφανίστηκε στη Λατινική Αμερική, στρεφόμενη μάλιστα εμφανώς κατά σημαντικών ρωσικών, αλλά και κινεζικών συμφερόντων στην περιοχή. Πρόκειται για την προαναγγελθείσα ήδη από τον Τραμπ στρατιωτική επίθεση στη Βενεζουέλα, υποτιθέμενος στόχος της οποίας υπήρξε ο «ναρκέμπορος» και «ναρκοτρομοκράτης» Μαδούρο. Πιο συγκεκριμένα, μέσω μιας, άρτια σχεδιασμένης «ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης», αναληφθείσας από την ομάδα ειδικών αποστολών Δέλτα, «συνελήφθησαν», δηλαδή απήχθησαν ο Μαδούρο και η σύζυγός του. Βεβαίως το αναγκαίο για την επίτευξη του εγχειρήματος έδαφος προετοίμασαν πράκτορες της CIA, οι οποίοι είχαν ήδη διεισδύσει στη Βενεζουέλα, σε συνεργασία προφανώς με Βενεζουελάνους εξωμότες. Το πρωτόγνωρο, ωστόσο, και σοκαριστικό στοιχείο στην όλη επιχείρηση υπήρξε η απόκλιση από τη συνήθη μεταχείριση των «μη αρεστών» ηγεσιών της Λατινικής Αμερικής από τις ΗΠΑ, δηλαδή την επί τόπου εκτέλεση. Αντ’ αυτής επελέγη, ως «δήθεν ηπιότερη» μεταχείριση, η, εξευτελιστική για τον Μαδούρο και ταπεινωτική για τη Βενεζουέλα, απαγωγή, όχι μόνο του ίδιου, αλλά και της συζύγου του (!). Κορύφωση της τραμπούκικης αυτής ενέργειας υπήρξε η, πραγματική και τηλεοπτική, διαπόμπευση του αλυσοδεμένου ζεύγους Μαδούρο ιδίως κατά την προσέλευσή του στο δικαστήριο, δίκην πολεμικού τροπαίου μιας μεταμοντέρνας εκδοχής ρωμαϊκού θριάμβου. Όσο φρικτός όμως και αποτρόπαιος και να είναι ο τρόπος επίτευξης του στόχου της στρατιωτικής επέμβασης, δεν πρέπει, ωστόσο, τελικά να εκπλήσσει. Άλλωστε δεν αποκλείεται μια επανάληψή του στο μέλλον, μάλιστα με πιο βάρβαρα χαρακτηριστικά. Τούτο δε καθώς αποτελεί έκφανση του εκπροσωπούμενου από τον Τραμπ και ενισχυόμενου από την τρέχουσα ιστορική συγκυρία, καπιταλιστικού μοντέλου, αδιαφορούντος για προσχήματα και λειάνσεις κυνικού ρεαλισμού, επιδεικνύοντος με ωμότητα την αυτοκρατορική του ισχύ.

3

Ανεξαρτήτως, πάντως, μορφής δράσης του προσώπου του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, η στρατηγική στόχευση είναι κοινή και σταθερή. Πρόκειται για τη διασφάλιση των βασικών γεωπολιτικών και γεωοικονομικών του συμφερόντων. Από την άλλη πλευρά ούτε η επιλογή του χρόνου της επέμβασης υπήρξε τυχαία. Αντιθέτως, ενόψει των καταιγιστικών εξελίξεων, ανατροπών και ανασυσχετισμών δυνάμεων στο παγκόσμιο καπιταλιστικό μέτωπο, κρίθηκε προφανώς, από τον Τραμπ και το επιτελείο του σκόπιμη, αν όχι επιβεβλημένη, η μέσω επίδειξης αυτοκρατορικής αυτοπεποίθησης και πυγμής διακήρυξη της βούλησης για αποσαφηνίσεις και διασφαλίσεις των διεκδικούμενων από τις ΗΠΑ ζωνών επιρροής που θεωρούνται επιτακτικά αναγκαίες για τη διασφάλιση ζωτικών γεωπολιτικών και γεωοικονομικών τους συμφερόντων. Είναι έτσι χαρακτηριστική, η υπογράμμιση από τον Τραμπ, (που ξέχασε τα ναρκωτικά και θυμήθηκε τους υδρογονάνθρακες της Βενεζουέλας) της σημασίας και της επικαιρότητας του γνωστού «δόγματος Μονρόε», σύμφωνα με το οποίο, η Λατινική Αμερική ήδη από το 1832 αποτελεί την «πίσω αυλή» των ΗΠΑ, με τις γνωστές για τις μη συμμορφούμενες χώρες, τραγικές συνέπειες. Οι σεισμικές ανακατατάξεις και οι ραγδαίες μεταβολές που χαρακτηρίζουν τον ευρισκόμενο σε βαθειά, πολυοργανική κρίση παγκόσμιο καπιταλισμό, η όξυνση του ανταγωνισμού, η δυναμική «απεγκλωβισμού» του δυτικού καπιταλισμού από τη δημοκρατία και ο αναδυόμενος πολυπολικός κόσμος δεν αποτελούν απλώς συνθήκες ενισχυτικές της σημασίας του «δόγματος Μονρόε», στο οποίο φαίνεται να εντάσσεται και το πειρατικό ρεσάλτο σε ρωσικό δεξαμενόπλοιο από τις ΗΠΑ, οι οποίες προοιωνίζονται νέες παρεμβάσεις στην πολύπαθη Λατινική Αμερική. Πολύ περισσότερο ωθούν τις ΗΠΑ στην αξίωση επέκτασης των ζωνών επιρροής τους πέραν της αμερικανικής ηπείρου. Η, προκαλούσα σοβαρούς τριγμούς στο ΝΑΤΟ, εμμονικά υποστηριζόμενη από τον Τραμπ, αναγκαία για λόγους «ασφαλείας» συμπερίληψη της πλούσιας σε ορυκτό πλούτο και σπάνιες γαίες και κατέχουσα κομβική γεωγραφική θέση στον Αρκτικό Ωκεανό, Γροιλανδίας, καταδεικνύει με δραματικό τρόπο την εκκολαπτόμενη νέα, ενδοκαπιταλιστική, γεωπολιτική και γεωοικονομική, συγκρουσιακή πραγματικότητα. Η έκδηλη αμηχανία της Ε.Ε. και οι έντονες διαμαρτυρίες των κυβερνήσεων Δανίας και Νορβηγίας είναι χαρακτηριστικές του επικρατούντος, απειλούντος με διάσπαση το ΝΑΤΟ, κλίματος.

4

Η αρπαγή του ζεύγους Μαδούρο ήταν επόμενο να προκαλέσει ποικίλες αντιδράσεις τόσο στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ιδίως στις τάξεις των «αθώων περιστερών» Δημοκρατικών, τόσο στην Ευρώπη όσο και κυρίως στις χώρες που εναντιώνονται στο βορειοαμερικανικό ιμπεριαλισμό, ή, πολλώ μάλλον, αποτελούν βασικούς ανταγωνιστές του. Στην Ε.Ε. κυριαρχεί, βασικά η ικανοποίηση, αν όχι η ευφορία, για την «αποκαθήλωση» Μαδούρο. Ταυτόχρονα όμως γίνεται μια, προσχηματική προφανώς, επίκληση της ανάγκης ισχύος του διεθνούς δικαίου. Στη χώρα μας το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε στη σχετική με το κρίσιμο αυτό ζήτημα τοποθέτηση του πρωθυπουργού η οποία προκάλεσε τις έντονες διαμαρτυρίες σύσσωμης σχεδόν της αντιπολίτευσης και όχι μόνο. Πιο συγκεκριμένα ο πρωθυπουργός αφού κατακεραύνωσε τον βάναυσο δικτάτορα Μαδούρο και ευχήθηκε τη μετάβαση της χώρας σε μια δημοκρατική και συμπεριληπτική κυβέρνηση, τόνισε ότι «δεν είναι η στιγμή να σχολιάσουμε τη νομιμότητα των προσφάτων ενεργειών». Η τοποθέτηση αυτή προκάλεσε, όπως ήδη σημειώθηκε, δικαιολογημένα έντονες αντιδράσεις. Τούτο δε καθώς η επέμβαση στη Βενεζουέλα απετέλεσε αναμφισβήτητα μια πρωτοφανή, κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου και του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ. Καθώς δε η χώρα βιώνει το χαίνον τραύμα του Αττίλα και απειλείται εξακολουθητικά από αντίστοιχες επεμβάσεις στο Αιγαίο και τη Θράκη, ο πρωθυπουργός όφειλε χωρίς δεύτερη σκέψη, «αυθωρεί και παραχρήμα» να καταδικάσει κατηγορηματικά τη οποία αυτή παραβίαση του διεθνούς δικαίου.

5

Η τοποθέτηση αυτή του Έλληνα πρωθυπουργού δεν πρέπει ωστόσο να εκπλήσσει. Τούτο δε καθώς το εθνικό συμφέρον που υποτίθεται ότι αποτελεί το θεμέλιο της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής βρίσκεται εγκλωβισμένο στην επιλεγείσα από την κυβέρνηση τοποθέτηση στη «σωστή πλευρά της ιστορίας». Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η όποια επίκληση του διεθνούς δικαίου, ιδιαιτέρως για την προάσπιση του εθνικού συμφέροντος έναντι της αναθεωρητικής Τουρκίας είναι επόμενο να εξαντλείται σε ρητορικό επίπεδο. Ενώ δε η άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων στο πεδίο, ως εξαρτημένη μεταβλητή των ευρωατλαντικών συμφερόντων, παραπέμπεται στις καλένδες. Δεν είναι, έτσι, τυχαία η ομοιότητα της δήλωσης Μητσοτάκη με εκείνη του καγκελαρίου Μερτς, ο οποίος χαρακτήρισε «δύσκολη τη νομική εκτίμηση του χτυπήματος, πράγμα που απαιτεί χρόνο», τονίζοντας, όμως, παράλληλα την ανάγκη εφαρμογής του διεθνούς δικαίου στις διακρατικές σχέσεις. Κοντολογίς: Η επίμαχη δήλωση του πρωθυπουργού παρά τον κραυγαλέα απαράδεκτο, άκρως επικίνδυνο για κρίσιμα εθνικά συμφέροντα χαρακτήρα της, ιδίως ενόψει της κυοφορούμενης παρέμβασης Τραμπ για συγκυριαρχία και συνεκμετάλλευση στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, δεν απετέλεσε κεραυνό εν αιθρία. Ούτε, άλλωστε, ατόπημα δεκτικό θεραπείας. Αλλά υπήρξε αναμενόμενη, ως οιονεί νομοτελειακή συνέπεια της κυβερνητικής διαχείρισης ενός μεταμοντέρνου ευρωατλαντικού προτεκτοράτου, επίλεκτου μέλους της «συμμαχίας των προθύμων» και του ευρωπαϊκού «κόμματος του πολέμου».

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!