του Θανάση Μουσόπουλου*

Ολοκληρώνουμε τον περίπατό μας στη Θεσσαλονίκη με δύο σημαντικούς δημιουργούς.

Ο Νίκος Γαβριήλ-Πεντζίκης (1908-1993) συγγραφέας, ποιητής  και αυτοδίδακτος ζωγράφος από τη Θεσσαλονίκη. Έκανε σπουδές στο Παρίσι το 1926 και ένα χρόνο αργότερα απέκτησε πτυχίο Οπτικής Φυσιολογίας. Εν συνεχεία σπούδασε Βοτανολογία και Φαρμακευτική στο πανεπιστήμιο του Στρασβούργου. Τη δεκαετία του 1930 ανέλαβε το φαρμακείο του πατέρα του και άρχισε να ασχολείται με τη ζωγραφική. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1935. Αργότερα άρχισε να δημοσιεύει μελέτες σε έγκριτα περιοδικά και εξέδωσε μυθιστορήματα και πεζογραφήματα. Μετά τη συνταξιοδότησή του (1969) αφοσιώθηκε στη συγγραφή έργων και συνέχισε τη ζωγραφική.

Βραβεύτηκε με πολλά βραβεία, και αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ. Πέθανε από ανακοπή της καρδιάς το 1993 και ενταφιάστηκε στην Ορμύλια Χαλκιδικής.

Τα έργα του κινούνται μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Χρησιμοποιεί πρωτοποριακές τεχνικές, όπως ο εσωτερικός μονόλογος και η συνειρμική γραφή. Ο ίδιος αποκαλούσε τον εαυτό του «παιζω-γράφο».

Όλο του το έργο διακατέχεται από την έννοια της ύπαρξης μέσα από τα πράγματα, δηλαδή της συνοχής του κόσμου. Ένα ποίημα του 1935:

Η γυναίκα που προπονείται στο κολύμπημα

Όπως ο ναυπηγός την τρόπη του πλοίου προς την άνωση,
ο νους υπελόγισε τη γλυπτή γραμμή του σωμάτου μου.
Αποκάτω από τη λασπωτή αμμούδα του βυθού, που τ’ ανήλιαστα χόρτα κοιμούνται,
τα κρυφά, τα νερά με σηκώνουν στη θέλησή μου κυβερνημένα.
Αποπάνω μου το ύψος η ατμόσφαιρα σκύβει αχνή με τον Ήλιο.
Κολυμπώ αυτός είν’ ο νους μου.
[…] Στέκουμαι ψηλή, όπως στη γης πιάνεται ένα δέντρο.
Δεν έχω τους εύκολους πόθους.
Ακούω την ανάγκη και το σκοπό μου.
Αυτόν υπηρετεί το σώμα μου και είναι όμορφο.
Το σεμνό στήθος μου ζητάει μόνο το βύζαγμα του παιδιού.
 

Ένα χαρακτηριστικό πεζό  «Ο Πεθαμένος και η Ανάσταση», γραμμένο το 1938, εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1944 κι αποτελεί σταθμό για την ελληνική πεζογραφία, καθώς ο εσωτερικός μονόλογος, που είχε ήδη εισαχθεί απ’ το 1930, παίρνει στην περίπτωση Πεντζίκη μια διαφοροποιημένη και πιο εξελιγμένη μορφή:

«Επαναστατώ, θέλω να σηκωθώ, να βγω, να μην είμαι περιορισμένος. Θα ξεντυθώ τα ρούχα μου να βγω γυμνός. Γιατί να σκέφτομαι το συμφέρον μου, την ωφέλειά μου; Γιατί να θέλω καλοπέραση; Αν δεν περπατήσω γυμνός, δεν θα πω ό,τι έχω. Δεν μπορώ να σταματήσω αυθαίρετα σ’ ένα τυχαίο σημείο, να δεχτώ από τύχης τη ζωή και από τύχης το θάνατο. Σκοτάδι τριγύρω μου πυκνό. Δεν βλέπω. Άνισα σχήματα που διαψεύδονται με το πασπάτεμα της αφής. Δεν βρίσκω τον ήρωα. Ο ερωτευμένος νέος στο παράθυρό μου φαίνεται γελοίος. Θέλω να μιλήσω με δύναμη για να μπορέσει να κατορθωθεί η ζωή στον τόπο μου. Προσφιλής μου πατρίδα, μόνο η ζωή σου μπορεί να δικαιώσει τη ζωή μου. Σύμβολα υψηλά και μορφή απαιτεί το έργον. Όρθιος παλεύω. Ξεχωρίζω μόνο γεωμετρικά σχήματα. Οι κύβοι των σπιτιών μιάς πόλης που ανατράπηκε εκ βάθρων σαν από σεισμό. Σκουντώ με τον ώμο μου γυρεύοντας ν’ απομακρύνω το σκοτάδι. Κουράζομαι, κουράζομαι. Θέλω ένα πέρασμα όχι μονάχα για τον εαυτό μου, ιδιωτικό. Θέλω να ξεπεράσω το τυχαίο που θα μπορούσε να μου προμηθέψει έναν μισό θάνατο, που να μην είναι για ολόκληρο τον εαυτό μου».

Κλείνω με μια ωραία φράση του Πεντζίκη (1985) από κείμενο του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου: «Γιατί η Ελλάδα είναι μια αγελάδα: βοσκάει και τρέφεται στη Βόρειο Ελλάδα και στην Αθήνα αρμέγεται». 

***

Ο Γεώργιος Βαφόπουλος γεννήθηκε στη Γευγελή το 1903. Από το 1914 εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Παρακολούθησε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο χωρίς όμως να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Φύση μοναχική, περιορίζει τον διάλογο κυρίως με τον εαυτό του, προβληματίζεται με την ιδέα του θανάτου και προσπαθεί να εξοικειωθεί μαζί του. Έργα του ποιήματα: «Τα Ρόδα της Μυρτάλης» (1931), «Εσθήρ» (έμμετρη βιβλική τραγωδία) (1934), «Προσφορά» (1938), «Η Προσφορά και τα αναστάσιμα» (1948), «Το δάπεδο και άλλα ποιήματα» (1951), «Η Μεγάλη νύχτα και το παράθυρο» (1959), «Επιθανάτια και Σάτιρες» (1966). «Πεζά: Σελίδες Αυτοβιογραφίας (τέσσερις τόμοι: Το πάθος, Η ανάσταση, Ταξίδια και Παρενθέσεις)».  «Πέμπτος τόμος 1991». Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1967). H ποιητική του φυσιογνωμία σχηματίστηκε μέσα στην τελευταία πενταετία του μεσοπολέμου και το σημαντικότερο μέρος του έργου του το έδωσε έπειτα από τον πόλεμο και την Kατοχή. Πηγές: Ε.ΚΕ.ΒΙ.

Μικρά ποιητικά δείγματα από το πλούσιο έργο του:

Εις εμαυτόν

Στης γήινής σου πορείας το τέρμα σαν εγγίσεις
και των βημάτων σου διακόψεις τη γραμμή,
την υψηλή κ’ επίσημη τούτη στιγμή
σκέψου καλά το χρέος σου πόχεις να εξοφλήσεις.

Πρόσεξε στις αδυναμίες σου μην ενδώσεις,
που τις εκμεταλλεύτηκες τόσο πολύ.
Καιρό δεν έχεις πια για νέαν αναβολή.
Είναι η στιγμή που τον εαυτό σου θα δικαιώσεις.

[…] Μην κάμεις στα στερνά καμιάν απροσεξία
κι’ αηδιάσεις με κανένα μορφασμό.
Αν δεν παίξεις με τέχνη και θεατρινισμό,
χάνεις στερνά μαζί και την ευθανασία.

Η γοητεία της μουσικής
Η γοητεία της μουσικής φωνής σου πάλι μου ξυπνά,
Μυρτάλη, κάποια ηχώ, πόχει για πάντα πια σιγήσει,
αγαπητής φωνής κι’ ούτε πως θάρθει απ’ τ’ όνειρο ξανά
μιας αυταπάτης υποβλητικής να με ξυπνήσει.

Κι’ ούτε πως στο παράθυρο, σαν ανοιξιάτικο πουλί,

που ξέφυγε περίτρομο μια θύελλα αγριεμμένη,
θ’ ακούσει για μια αγάπη αστόχαστη ξανά να μου μιλεί,
μια αγάπη, που έμεινε κι’ αυτή, όπως όλες, ξεχασμένη.

Αμφιβολία
Νερό, φωτιά, δεντρί, θεριό, κι’ −αλίμονο!− άλλο ό,τι μπορεί
τη φαντασία παράξενο και νέο να μου ταράξει,
γίνομαι ευθύς, σαν τον Πρωτέα, τόσο, η ψυχή μου που απορεί
σε ποιαν αλάθευτη κορφή του νου να πρωταράξει. […]

Τραγική συμφωνία
Ω ενθύμηση, το πνεύμα μου σαν Ερινύα που ακολουθείς,
ίσκιε ενός ίσκιου, μάταια που γυρεύει τη γαλήνη·
εχθρέ της ησυχίας μου φθονερέ, κι’ αν φαίνομαι απαθής

στην αναπόλησή σου, όμως κάτι η ψυχή μου κλείνει

από τη θύελλα των μαχών, κάτι απ’ του ζοφερού ωκεανού
την τρικυμία, κάτι απ’ τη συντριμμένη Καρχηδόνα,
όταν του πάθους μου τη θάλασσα μ’ ενός σου σκοτεινού
την τρίαινα βλέμματος, σκληρέ, ταράζεις, Ποσειδώνα!

***

Κλείνοντας τον περίπατό μας στη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου, θα μας ξεναγήσει ο Στέφανος Τσιτσόπουλος και το πρόσφατο μυθιστόρημά του «Η Ανθούλα Σταθοπούλου στην Εγνατία με νεύρα», εκδ. Αρμός, 2024, που αναφέρεται στην ποιήτρια και θεατρική συγγραφέα ‒πρώτη σύζυγο του Βαφόπουλου Ανθούλα Σταθοπούλου‒ Βαφοπούλου (1908-1935). Μέσα από το βιβλίο παρελαύνει η λογοτεχνική αφρόκρεμα της Θεσσαλονίκης (Πεντζίκης, Καρέλλη, Χριστιανόπουλος, Βαφόπουλος κ.ά.), καθώς και οι ποιητές του Μεσοπολέμου (Λαπαθιώτης, Καρυωτάκης, Πολυδούρη). Ένα ποίημα της Ανθούλας που έφυγε νωρίς από φυματίωση:

Στροφή

Κάποιος καημός απόψε μου φλογίζει / τ’ αδύνατα και πονεμένα στήθη. / Αχ, ύπνε, έλα και ρίξε με στα βύθη / του ονείρου που σιγά σιγά γυρίζει / ο τροχός κάθε ζωής θλιμμένης. / Φτάνει να ξεχαστώ για λίγες ώρες / στον ίσκιο μιας αγάπης πεθαμένης. 

Από τη βόρεια άκρη θα ταξιδεύσουμε στην Κύπρο και στη λογοτεχνία των τελευταίων εκατό χρόνων.

* Ο Θανάσης Μουσόπουλος είναι φιλόλογος, συγγραφέας, ποιητής

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!