Γράφει ο Αριστοτέλης Γ. Καλλής

Να που ξανά νυχτώνει πάνω από το απέραντο του ήλιου, της θάλασσας, της αθανασίας του θνητού, μιας πατρίδας που την αγάπησε ο θάνατος σε διαδρομές χωρίς γυρισμό, σ’ έναν έρωτα αλλόκοτο, απρόσωπο, επικίνδυνο και καταστροφικό, να σε χαράζει πάνω στο δέρμα και να σε καίει όπως το πυρωμένο σίδερο, σε μια ψυχή που βγήκε για μια βόλτα κάτω από το φως του φεγγαριού και δεν γύρισε ποτέ στην αφετηρία της ζωής, εκεί όπου ανοίγεις τα μάτια μετά το υγρό στοιχείο και αντικρίζεις την αντανάκλαση του παραδείσου, μιας μορφής λευκής και άσπιλης να κρέμεται από τα χιλιάδες αστέρια που αντηχούν μια προσευχή κλεμμένη από εξομολογήσεις Αγγέλων και Αρχαγγέλων γύρω από ένα πηγάδι με το αθάνατο νερό για φυλακτό…

Δακρύζεις… δακρύζεις;

Άκου την πομπή, ανεβαίνει αργά, μπροστά τα εξαπτέρυγα, τα λευκά πανιά απ’ τη χαμένη τριήρη, ο Μάντης, ο Ιερέας, ο αμφορέας… και φωνές… πολλές φωνές από παιδιά σε μια αλάνα, που περιμένουν τη μάνα τους… και που δεν ξέρουν τα καημένα πως δεν θα την ξαναδούν ποτέ… ποτέ…

Ξέρεις τι είναι το ποτέ;

Ξέρεις τι είναι το ποτέ;

Ποτέ σημαίνει να μην ξαναδώ τα μάτια που αγαπάω όσο τίποτα…

Ποτέ σημαίνει να μην ακούσω ξανά τη φωνή που τόσο αγάπησα…

Ποτέ σημαίνει να μην μυρίσω ξανά το άρωμα που ακολούθησε τη γέννηση της ψυχής μου, της ζωής μου, της ύπαρξής μου…

Ποτέ σημαίνει να μην είμαι εγώ ξανά με πρόσωπο, φωνή, ψυχή… αναπνοή…

Τέλος από το τέλος ενός τέλους…

Τελευταία πράξη… ενός ποτέ άλλοτε…

ΥΓ1: Αν αφέθηκε το γράμμα του νόμου πάνω σε μια αόρατη επιφάνεια να σταθεί όρθιο επί μακρόν, έγινε είτε από άγνοια (;) … είτε από επιλογή της στιγμής, που όμως καθόρισε την υπόλοιπη ζωή ως ένα βλέμμα αόριστο πίσω από έναν μεγάλο γυάλινο πίνακα που μπορούσες να παρατηρείς με ευκρίνεια, αλλά όχι να ζεις με ευκρίνεια… κι αυτό σημάδεψε τη μνήμη, τροφοδοτώντας την με λάθος στοιχεία σε έναν μελλοντικό σχεδιασμό, όπου όλα ή τα περισσότερα περνούσαν ως υποδείξεις, υποδείγματα, αναφορές στα συμβάντα μιας μέρας οπού ο γυάλινος πίνακας δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα ενός περίεργου μείγματος από ορείχαλκο, άμμο θαλάσσης και ύδατος από δάκρυα απόγνωσης που δεν έφτασαν ποτέ στον τελικό προορισμό… ώστε να γίνει κατανοητό το πραγματικό ενδιαφέρον για την ανασύνταξη των δυνάμεων μιας πολλά υποσχόμενης μικρής πυγολαμπίδας.

 ΥΓ2: Αφιερώνω το κείμενό μου στον άδικο θάνατο των αγοριών στο δρόμο για το στάδιο, και των κοριτσιών στην τελευταία νυχτερινή τους βάρδια, σε μια κοινή πορεία ανόδου στο λευκό φως, επαναπροσδιορισμού ενός χαμόγελου που έγινε κραυγή απόγνωσης στην πολιτεία των άλαλων…

 ΥΓ3: Συνοδεύω δε αυτό το κείμενο αποχαιρετισμού με τη φωνή της Σαβίνας Γιαννάτου στο τραγούδι «Το βράδυ», σε ποίηση Κώστα Καρυωτάκη και μουσική Λένας Πλάτωνος.

 

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!