Την Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου, στην Άγκυρα, αναμένεται να πραγματοποιηθεί η συνάντηση ανάμεσα στον Κ. Μητσοτάκη και τον Τ. Ερντογάν, στο πλαίσιο του 6ου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας. Κυβερνητικές πηγές τονίζουν ότι η Ελλάδα προσέρχεται στον διάλογο, παρότι δεν πληρούνται οι όροι για συζήτηση επί της μίας και μοναδικής διαφοράς με την Τουρκία, γεγονός που καθιστά σαφές ότι ο μόνος στόχος που τίθεται είναι η διατήρηση του ήρεμου κλίματος.

ΩΣΤΟΣΟ, η Τουρκία δεν φαίνεται να έχει την ίδια ατζέντα. Για μία ακόμη φορά, οι δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων κάνουν λόγο για συζήτηση επί του συνόλου των ζητημάτων. Ενδεικτική είναι και η ανακοίνωση του υπουργείου Άμυνας της Τουρκίας, η οποία εκδόθηκε αμέσως μετά τη δήλωση του Κ. Μητσοτάκη σε συνέντευξή του για το ζήτημα της επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ. Στην ανακοίνωση αυτή αναφέρεται ότι: «Οι μονομερείς ενέργειες, οι ισχυρισμοί και οι δηλώσεις της Ελλάδας, οι οποίες αγνοούν τις υφιστάμενες διαφορές και παραβιάζουν τα δικαιώματα της τουρκικής πλευράς, είναι αντίθετες με το διεθνές δίκαιο και απαράδεκτες», ενώ συνεχίζει ότι «αυτές οι δηλώσεις δεν έχουν καμία νομική συνέπεια για τη χώρα μας. Σύμφωνα με την έννοια της “Γαλάζιας Πατρίδας”, οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις συνεχίζουν αποφασιστικά το καθήκον τους να προστατεύουν όλα τα δικαιώματα και τα συμφέροντα της χώρας μας στις περιοχές θαλάσσιας δικαιοδοσίας τους».

Οι προκλήσεις, όμως, δεν σταματούν εκεί. Μόλις πριν από λίγες ημέρες, η Τουρκία εξέδωσε NAVTEX με τις οποίες δεσμεύει το μισό Αιγαίο για δύο ολόκληρα χρόνια, χωρίς μέχρι στιγμής η Ελλάδα να έχει εκδώσει τις αντίστοιχες αντι-NAVTEX, όπως συνηθίζεται. Ενώ εν συνεχεία, η Άγκυρα προχώρησε και στην εργαλειοποίηση της τραγωδίας στην Χίο, εκδίδοντας NOTAM με την οποία διεκδικεί τη δικαιοδοσία για έρευνα και διάσωση στην περιοχή. Δυστυχώς, δεν είναι η πρώτη φορά που, ως χώρα, επιλέγουμε να παραβλέψουμε κινήσεις που υπονομεύουν την κυριαρχία μας, χάριν του «καλού κλίματος».

ΣΕ ΑΥΤO το πλαίσιο κινήθηκαν και οι πρόσφατες δηλώσεις των Κ. Μητσοτάκη και Ν. Δένδια. Ο πρωθυπουργός, πέρα από την υποτίμηση όλων των παραπάνω εξελίξεων, στάθηκε στα θετικά του ήρεμου κλίματος, όπως τα οφέλη στον τουρισμό και τη μείωση των εναέριων παραβιάσεων. Παρέλειψε, ωστόσο, να αναφερθεί στη θεαματική αύξηση των θαλάσσιων παραβιάσεων των χωρικών υδάτων, οι οποίες για το 2025 έφτασαν τις 2.988, αριθμό-ρεκόρ, που έχει ξεπεραστεί μόνο το 2020. Αντίθετα, έφτασε στο σημείο να επαινέσει τις δηλώσεις του Χ. Φιντάν περί «ιστορικής ευκαιρίας» για μόνιμη λύση στα ζητήματα του Αιγαίου, τις οποίες όμως φαίνεται πως άκουσε και πάλι επιλεκτικά. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, στην ίδια δήλωση, μιλά για την ανάγκη η Ελλάδα να προχωρήσει σε συμφωνία ανεξαρτήτως του εσωτερικού πολιτικού κόστους, ενώ δεν παραλείπει να πλαισιώσει το ζήτημα αναφερόμενος αφενός στο «μεγάλο όραμα» του Ερντογάν ‒τη Γαλάζια Πατρίδα‒ και αφετέρου στη βούλησή του να επιλυθούν κάποια «ειδικά ζητήματα».

Σε αντίστοιχο κλίμα κινήθηκαν και οι δηλώσεις του Ν. Δένδια στο Delphi Economic Forum στην Ουάσινγκτον. Αν και προσεκτικότερος, υποτίμησε και αυτός το ζήτημα των τουρκικών NAVTEX, για να κλείσει το θέμα τονίζοντας ότι τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην περιοχή τα επόμενα χρόνια δεν θα μπορούσαν να ταυτιστούν με εκείνα της Τουρκίας. Τόσο ο υπουργός Εξωτερικών όσο και ο πρωθυπουργός θα όφειλαν, ωστόσο, να αναθεωρήσουν τη βεβαιότητά τους για τις προθέσεις των ΗΠΑ. Η διακυβέρνηση Τραμπ έχει αποδείξει ότι αντιμετωπίζει τέτοιου είδους ζητήματα με μια σκληρή, συναλλακτική λογική, η οποία οδηγεί σε «διαλυτικές» λύσεις για τα ασθενέστερα μέρη των συμφωνιών που συνάπτει. Η μετατροπή της Ελλάδας σε κόμβο και πύλη εισόδου για τα ενεργειακά σχέδια του αμερικανικού κεφαλαίου αναμένεται να εντείνει τις πιέσεις για την εξεύρεση «λύσεων». Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το ζήτημα της λεγόμενης «Πενταμερούς», ενός είδους μοιρασιάς που φαίνεται να βρίσκεται στα σκαριά, με την Τουρκία να διαδραματίζει κομβικό ρόλο στους σχεδιασμούς του ευρωατλαντισμού για την ευρύτερη περιοχή.

ΕΠΟΜΕΝΩΣ, παρότι η επικείμενη συνάντηση πραγματοποιείται σε ένα κλίμα παρατεταμένης αναμονής ευρύτερων εξελίξεων, η χαλαρότητα της ελληνικής πλευράς δεν δικαιολογείται. Η συνέχιση ενός αδιέξοδου διαλόγου, επιβάλλεται για να κρατά το θέμα ζεστό ενώ παράλληλα λειτουργεί και ως μηχανισμός κατεργασίας στο εσωτερικού όπου παράλληλα εξοστρακίζεται και αμαυρώνεται μεθοδικά οποιαδήποτε αντίρρηση ή κριτική φωνή απέναντι στους συγκεκριμένους σχεδιασμούς. Αντίθετα, με δεδομένες τις νέες προκλήσεις της Τουρκίας, το πιο λογικό θα ήταν η Ελλάδα να ακυρώσει τη συνάντηση και να επανεξετάσει τη στάση της εντός της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Ιδίως όταν «στρατηγικοί» εταίροι, όπως η Ισπανία και η Ιταλία, πρωταγωνιστούν στον εξοπλισμό της Τουρκίας με οπλικά συστήματα, τα οποία η ίδια δηλώνει ότι της επιτρέπουν να εξουδετερώνει οποιαδήποτε «απειλή» στο Αιγαίο. Αντίστοιχα, ο Κ. Μητσοτάκης δεν θα έπρεπε να δηλώνει με καμάρι ότι οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο χωρών μπορούν να διεξάγονται χωρίς την εμπλοκή τρίτων. Αφενός γιατί κάτι τέτοιο είναι προφανώς ψευδές, καθώς ανεξαρτήτως του τρόπου διεξαγωγής των τελικών συνομιλιών, το περιεχόμενο και η έκβασή τους καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τη βούληση των ΗΠΑ και τις διεθνείς εξελίξεις. Αφετέρου, γιατί η αποκλειστικά διμερής διαπραγμάτευση για το σύνολο των ζητημάτων αποτελεί διαχρονικό στόχο της Τουρκίας, η οποία θα επιδίωκε ‒ακόμη και σε περίπτωση παραπομπής σε διεθνές δικαστήριο‒ να έχει προηγουμένως επιβάλει στην ατζέντα το σύνολο των διεκδικήσεών της.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!