Το βράδυ της περασμένης Παρασκευής πραγματοποιήθηκε η φαντασμαγορική τελετή έναρξης των 24ων Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων στο Πεκίνο. Επισκιάστηκε όμως, εύλογα, από τη συνάντηση κορυφής που πραγματοποιήθηκε λίγες ώρες νωρίτερα μεταξύ των προέδρων της Κίνας και της Ρωσίας, Σι Τζινπίνγκ και Βλαντίμιρ Πούτιν. Οι δύο πρόεδροι επισφράγισαν μια σημαντική διμερή συμφωνία που προετοιμαζόταν εδώ και καιρό, και ο απόηχος της οποίας θα διαρκέσει και θα χρωματίσει τις διεθνείς εξελίξεις. Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, νονός της συμφωνίας θα μπορούσε να θεωρηθεί η Δύση, και ιδίως οι ΗΠΑ. Οι οποίες, με την επιθετική πολιτική τους, έριξαν τον Ρώσο στην αγκαλιά του Κινέζου πιο σφιχτά παρά ποτέ πριν. Πρόκειται βέβαια για μια επιθετική πολιτική που χωλαίνει, τόσο λόγω της αδυναμίας της Ουάσιγκτον να ανακόψει την πτωτική πορεία της στη διεθνή σκηνή όσο κι εξαιτίας της ευθραυστότητας και των εσωτερικών αντιθέσεων του Δυτικού μπλοκ. Παρ’ όλα αυτά, επιμένει να καταστήσει ασφυκτική την περικύκλωση της Ρωσίας, ενώ την ίδια στιγμή οξύνει την αντιπαράθεση και στη γειτονιά της Κίνας.

Το ερώτημα είναι αν αντέχει πράγματι η Ουάσιγκτον να κρατά ανοιχτά δύο κεντρικά μέτωπα αντιπαράθεσης. Φαινόταν ήδη δύσκολο, τώρα γίνεται ακόμη δυσκολότερο. Το κοινό ανακοινωθέν Κίνας-Ρωσίας δεν ήταν ούτε λιτό ούτε συνηθισμένο: σε όχι λιγότερες από 5-6 χιλιάδες λέξεις περιγράφεται το «κοινό όραμα» του Πεκίνου και της Μόσχας για μια νέα διεθνή διευθέτηση που θα ανταποκρίνεται στο σημερινό συσχετισμό δύναμης και στην οποία οι ΗΠΑ θα απωλέσουν την πρωτοκαθεδρία τους. Οι όροι που χρησιμοποιούνται είναι καλομελετημένοι και αποπνέουν αποφασιστικότητα, σε αντίθεση με τη δυτική κακοφωνία. Οι παράπλευρες συμφωνίες-μαμούθ που συνοδεύουν το κοινό ανακοινωθέν δίνουν βάση στους φόβους πολλών σοβαρών παραγόντων της Δύσης ότι θα υπάρξει και συνέχεια – δηλαδή ακόμη πιο απτή συνεργασία σε διπλωματικό, στρατιωτικό, ερευνητικό και οικονομικό επίπεδο.

Η σημαντικότερη χειροπιαστή συμφωνία της περασμένης Παρασκευής αφορά, βέβαια, την εξαγωγή τεράστιων ποσοτήτων ρωσικού φυσικού αερίου (και, δευτερευόντως, πετρελαίου) στην Κίνα: έτσι η Μόσχα βρίσκει αξιόπιστο και καλοπληρωτή πελάτη σε μια στιγμή που η οικονομία της απειλείται σοβαρά από οδυνηρές δυτικές κυρώσεις, και το Πεκίνο μειώνει δραστικά την ενεργειακή εξάρτησή του από Δυτικές και φιλοδυτικές (άρα όχι σίγουρες σε βάθος χρόνου) πηγές. Κερασάκι στην τούρτα, η διευκρίνιση ότι οι μεταξύ τους ενεργειακές συναλλαγές θα διευθετούνται όχι σε δολάρια ΗΠΑ, αλλά σε ευρώ. Ακόμη μια ψηφίδα που βγαίνει από το ήδη ταλαιπωρημένο μωσαϊκό της Ουάσιγκτον…

Επικίνδυνος συνδυασμός για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους

Είναι άγνωστο αν η συμφωνία Κίνας-Ρωσίας, που πιθανά δεν θα είχε τέτοια έκταση και θα ήταν λιγότερο φιλόδοξη αν ήταν μικρότερη η πίεση που ασκεί η Δύση και στις δύο δυνάμεις, θα ξεδιπλωθεί μελλοντικά σε όλη τη δυναμική της. Σε αυτήν την περίπτωση, τα πράγματα θα δυσκολέψουν πολύ περισσότερο για τις ΗΠΑ και όσους αποφασίσουν να τις ακολουθήσουν πειθήνια. Ο συνδυασμός των δυνατοτήτων των δύο στρατηγικών αντιπάλων της Δύσης (που καθεμιά μόνη της έχει αχίλλειες πτέρνες ή/και δεν είναι έτοιμη για ολομέτωπη αντιπαράθεση με τη Δύση) μπορεί να αποδειχθεί ό,τι πιο επικίνδυνο έχει αντιμετωπίσει εδώ και τρεις δεκαετίες η Ουάσιγκτον. Ακόμη και χώρες φανατικά αντιρωσικές θα το σκεφτούν δύο και τρεις φορές πριν θυσιαστούν για χάρη των ΗΠΑ, όταν απέναντί τους βρίσκεται και η Κίνα.

Είναι χαρακτηριστική από αυτήν την άποψη η στάση του Πολωνού προέδρου Αντρέι Ντούντα, που αψήφησε το υπερατλαντικά διατεταγμένο εμπάργκο στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες και μετέβη στο Πεκίνο, όπου την περασμένη Κυριακή συναντήθηκε με τον Σι Τζινπίνγκ. Τον «ενημέρωσε για τη ρωσική επιθετικότητα» βέβαια, αλλά δεν επέμεινε και πολύ. Αντίθετα, ξόδεψε πολύ χρόνο για να υμνήσει τα «τεράστια επιτεύγματα της Κίνας», να ευχαριστήσει για την «γενναιόδωρη κινεζική βοήθεια» στην Πολωνία, και να διαβεβαιώσει ότι η χώρα του επιθυμεί να γίνει βασική πύλη εισόδου της Κίνας στην Ευρώπη κι ότι θα συνεχίσει να πρωταγωνιστεί στη «Συνεργασία Κίνας και Χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης» – θεσμός που τον ερχόμενο Απρίλιο κλείνει δέκα χρόνια, παρά τον εκνευρισμό που προκαλεί στις ΗΠΑ.

Δεν είναι λοιπόν περίεργο που, ήδη, δυτικές προσωπικότητες καλούν τον Μπάιντεν και τους σημαντικότερους Ευρωπαίους ηγέτες να αναλογιστούν τι σημαίνει η συνέχιση της μέχρι τώρα πολιτικής. Διότι αυτό που κατάφεραν ως τώρα (πέρα από τη γενική έκφραση της αμοιβαίας βούλησης Κινέζων και Ρώσων για στενότερη συνεργασία με στόχο έναν διεθνή αναδασμό προς όφελός τους) είναι να ενώσουν τους αντιπάλους τους στα δύο βασικότερα ανοιχτά μέτωπα αντιπαράθεσης: το μεν Πεκίνο δήλωσε σαφώς ότι υποστηρίζει τις απαιτήσεις της Ρωσίας να μην υπάρξει περαιτέρω διεύρυνση του ΝΑΤΟ, η δε Μόσχα επανέλαβε με την ίδια σαφήνεια ότι η Ταϊβάν είναι «αναπόσπαστο τμήμα της ενιαίας Κίνας».

Ανάγκη για ανεξάρτητη στάση

Κάπως έτσι εξελίσσεται ο πόλεμος των βουβαλιών στον διεθνή βάλτο. Με τα βατράχια που βρίσκονται από κάτω τους, τι γίνεται; Υπάρχουν πολλά που σπεύδουν να συνταχθούν με το γηραιό βουβάλι που ήξεραν από παλιά, κι αρκετά που κοιτούν με νέα ελπίδα τα μικρότερα βουβάλια, τα οποία συνασπίζονται για να ηγεμονεύσουν στο κοπάδι. Όμως καμιά από τις δύο επιλογές δεν σώζει από το τσαλαπάτημα: τα βουβάλια δεν έχουν φτερούγες προστασίας, αλλά οπλές!

Δεν χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να διακρίνει κανείς πίσω από τις καλοδιατυπωμένες εκφράσεις περί «ειρηνικής και προοδευτικής ανάπτυξης» την απαίτηση των Μεγάλων να ευθυγραμμιστούν οι μικροί μαζί τους. Είναι αυτοκτονικό να καλλιεργούνται ψευδαισθήσεις ότι η σημερινή Ρωσία ή/και η Κίνα θα βοηθήσουν τους λαούς να διατηρήσουν ή να ξανακερδίσουν την ανεξαρτησία και κυριαρχία τους. Ο Σι Τζινπίνγκ το λέει όσο μπορεί πιο ανοιχτά, όταν καλεί τους πάντες να μπουν στα «μεγάλα και σίγουρα πλοία», εγκαταλείποντας την «ουτοπία» ότι μπορεί να επιπλέουν και μικρά, ανεξάρτητα καράβια…

Εύκολες λύσεις ποτέ δεν υπήρξαν για τους λαούς που θέλουν να ζήσουν αυτόβουλα και με αξιοπρέπεια. Η διαμόρφωση μιας γνώμης και στάσης ανεξάρτητης από τους όλους τους αντιμαχόμενους (και κυνικά αδιάφορους για τα δίκαια εθνών και χωρών) Μεγάλους είναι όντως το δυσκολότερο εγχείρημα. Αλλά αποτελεί προϋπόθεση για τη δημιουργία όρων που θα τείνουν προς έναν πραγματικά ειρηνικό και δίκαιο κόσμο.


Μεγαλοκρατικές πολιτικές και μικρές χώρες

Στον ταραγμένο, αβέβαιο και χαοτικό σύγχρονο κόσμο, το «αποτύπωμα» των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής έχει μεγάλη σημασία, και δημιουργεί αλυσιδωτές επιδράσεις – είτε στις σφαίρες επιρροής τους είτε και παγκόσμια. Οι δυνάμεις που μπορούν να ασκούν μεγαλοκρατική πολιτική σήμερα είναι οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ρωσία. Οι υπόλοιπες (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιαπωνία κ.λπ.) μπορεί να θέλουν, αλλά δεν μπορούν.

Το «παιχνίδι» ανάμεσα στους τρεις Μεγάλους έχει οδηγηθεί σε μεγάλη ένταση. Οι ΗΠΑ ως επικεφαλής της Δύσης επιχειρούν να βάλουν φρένο στην ιστορική αποδρομή τους. Η Κίνα προβάλλει σαν ανερχόμενη υπερδύναμη. Η Ρωσία πασχίζει να αποφύγει την περικύκλωση, στηριζόμενη βασικά στις πρώτες ύλες της, στο μεγάλο της οπλοστάσιο και στο στρατηγικό βάθος της. Στο φόντο αυτό, η συμφωνία Κίνας-Ρωσίας αποκτά μεγάλη σημασία. Δείχνει τις κόκκινες γραμμές που επιθυμούν να χαράξουν οι δυνάμεις αυτές απέναντι στη Δυτική συμμαχία, και ιδίως τις ΗΠΑ. Είναι σημαντική συμφωνία, επειδή δείχνει αποφασιστικότητα, και την ανάγκη που έχουν οι δύο αυτοί κολοσσοί να συμπράξουν. Κατά τα άλλα, δεν είναι επίδειξη δύναμης, αλλά σχετικής αδυναμίας. Όμως οι δύο συμπράττοντες δεν βιάζονται: έστειλαν ένα ισχυρό μήνυμα.

Οι μεγαλοκρατικές πολιτικές στηρίζονται στην ισχύ και προκαλούν ανταγωνισμούς που διεξάγονται με όλα τα μέσα. Οι δυνάμεις που τις ασκούν δεν μετράνε τα δίκαια των λαών ή την κυριαρχία των χωρών που μπορεί να βρεθούν μπλεγμένες στους σχεδιασμούς τους. Οπότε… θα μπορούσαν να υπάρχουν σήμερα ελεύθεροι λαοί σε ελεύθερες χώρες, των οποίων η μοίρα να μην καθορίζονταν από τη μεγαλοκρατική πολιτική καμιάς άλλης δύναμης; Θα μπορούσαν να υπάρχουν χώρες με αυξημένο βαθμό κυριαρχίας και με λόγο και ρόλο στη διεθνή ζωή; Θα ήταν χρήσιμο να μην ανήκε μια χώρα στη σφαίρα επιρροής των μεγαλοκρατικών δυνάμεων; Και τι θα σήμαιναν όλα αυτά για την Ελλάδα;

Τώρα, εδώ και τώρα: η Ελλάδα δεν πρέπει να πάρει μέρος στους σχεδιασμούς των ΗΠΑ και των πιστών αντιρώσων κι αντικινέζων συμμάχων τους. Με όποιο τρόπο και σε όποιο βαθμό αυτό μπορεί να γίνει. Όχι σε κυρώσεις, όχι ορμητήριο στρατιωτικών επιχειρήσεων, όχι εμπλοκή σε στρατιωτικές αποστολές του ΝΑΤΟ ή άλλων. Πάνω σε μια τέτοια διαφοροποίηση στο όνομα της ειρήνης, η Ελλάδα πρέπει (και μπορεί) να δημιουργήσει όρους μιας εξωτερικής πολιτικής που να έχει στο επίκεντρο την επιδίωξη ανώτερων βαθμών κυριαρχίας για τη χώρα μας. Και να βάζει φρένο στα επεκτατικά σχέδια γειτόνων που (και με πλάτες των μεγαλοκρατικών δυνάμεων) αμφισβητούν τα σύνορα και την κυριαρχία της. Η ως τώρα πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων μοιάζει να μην αντιλαμβάνεται τις συνέπειες και τα επακόλουθα της ευθυγράμμισης στους σχεδιασμούς της Δυτικής συμμαχίας, που οδηγεί σε συρρίκνωση του ελληνισμού και της κρατικής κυριαρχίας σε Ελλάδα και Κύπρο.


Χαρακτηριστικά αποσπάσματα της κοινής δήλωσης Κίνας-Ρωσίας

► Η ανθρωπότητα εισέρχεται σε μια νέα εποχή ταχείας ανάπτυξης και μετασχηματισμού ευρείας κλίμακας. Υπάρχουν διαδικασίες και φαινόμενα όπως η πολυπολικότητα, η παγκοσμιοποίηση σε οικονομικό επίπεδο, η  κοινωνία της πληροφορίας, η πολιτισμική ποικιλομορφία, ο μετασχηματισμός του συστήματος παγκόσμιας διακυβέρνησης και της παγκόσμιας τάξης, η αυξανόμενη διασύνδεση και αλληλεξάρτηση των κρατών. Διαμορφώνεται μια τάση ανακατανομής της ισορροπίας της παγκόσμιας ισχύος. Αυξάνεται η απαίτηση της παγκόσμιας κοινότητας για ηγεσία, για ειρηνική και προοδευτική ανάπτυξη.

► Ορισμένες δυνάμεις, που εκπροσωπούν μια μειοψηφία στην παγκόσμια σκην,ή εξακολουθούν να υποστηρίζουν μονομερείς προσεγγίσεις και να καταφεύγουν σε πολιτικές ισχύος. Ασκούν παρεμβάσεις στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων κρατών, προκαλούν αντιπαραθέσεις και διαιρέσεις, και παρεμποδίζουν την ανθρώπινη ανάπτυξη και πρόοδο, προκαλώντας με τον τρόπο αυτό τη δυσαρέσκεια της διεθνούς κοινότητας.

► Οι προσπάθειες μεμονωμένων κρατών να επιβάλουν τα «δημοκρατικά τους πρότυπα» σε άλλες χώρες, να διεκδικήσουν το μονοπώλιο της αξιολόγησης της συμμόρφωσης με τα δημοκρατικά κριτήρια, να χαράξουν διαχωριστικές γραμμές με βάση ιδεολογικές κατευθύνσεις, μεταξύ άλλων μέσω της δημιουργίας κλειστών μπλοκ και συμμαχιών σκοπιμοτήτων, αποτελούν στην πραγματικότητα παραδείγματα περιφρόνησης της δημοκρατίας.

► Οι δύο πλευρές υπογραμμίζουν την πρόθεση της Ρωσίας και της Κίνας, ως παγκόσμιων δυνάμεων και μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, να υποστηρίξουν μια παγκόσμια τάξη βασισμένη στο διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των σκοπών και των αρχών του Χάρτη του ΟΗΕ, να προωθήσουν την πολυπολικότητα και τον εκδημοκρατισμό των διεθνών σχέσεων, να οικοδομήσουν από κοινού έναν όλο και πιο ευημερούντα, σταθερό και δίκαιο κόσμο.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!