Έχω διαβάσει σχεδόν όλα τα βιβλία του Μίνου Ευσταθιάδη και τον θεωρώ από τους πιο σημαντικούς συγγραφείς της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.

Όμως με το τελευταίο του βιβλίο, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, ανεβάζει τον πήχη της αστυνομικής λογοτεχνίας ακόμη ψηλότερα, με ένα βιβλίο που δύσκολα μπορείς να το κατατάξεις σε μια συγκεκριμένη κατηγορία. Αν ήταν ταινία θα το χαρακτήριζα «δραματοποιημένο αστυνομικό ντοκιμαντέρ».

Όπως γράφει η Χίλντα Παπαδημητρίου στη Book Press, είναι ένα βιβλίο που «πατάει σε πολλά λογοτεχνικά είδη – true crime αλλά και autofiction, δοκίμιο και συγχρόνως μια πραγματεία για το Κακό, με κεφαλαίο Κ, μέσα στον χρόνο, αλλά και το Δίκαιο…»

«Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους». Δεν είναι σχήμα λόγου. Είναι φράση έγκλειστου στις φυλακές. Που καταδικάστηκε για ένα έγκλημα με βάση μάλλον θολές ενδείξεις, παρά με αποδείξεις.

Είναι το ένα από τα δυο πρόσωπα που μπαίνουν στο επίκεντρο της έρευνας του συγγραφέα, που έφτασε ως τις φυλακές υψίστης ασφαλείας για να συνομιλήσει μαζί του πρόσωπο με πρόσωπο.

Δυο εγκλήματα…

Ειδικά το δεύτερο σοκάρει. Ένα κοριτσάκι που το απήγαγαν, το έκλεισαν σε κιβώτιο και το έθαψαν στη γη. Είναι το σκίτσο που βλέπετε στο εξώφυλλο του βιβλίου. Ποιοι ήταν οι πραγματικοί ένοχοι; Ως αληθινός ντετέκτιβ ο συγγραφέας ανακαλύπτει και παρουσιάζει τα στοιχεία.

Πριν διαβάσω το βιβλίο είχα την τύχη να βρεθώ στο Φεστιβάλ Αστυνομικής Λογοτεχνίας της Άρτας όπου παρουσιάστηκε και να ακούσω τον ίδιο τον συγγραφέα να μας περιγράφει ανάμεσα σε πολλά και ενδιαφέροντα, το πως βρέθηκε στο σημείο όπου είχαν θάψει το κορίτσι.

Κατάλαβα πόση αγωνία έβαλε ο ίδιος μέσα στο βιβλίο του. Βίωσε κυριολεκτικά τη έρευνά του και μακριά από ευκολίες μας χάρισε αυτό το συναρπαστικό αφήγημα, που όταν το τελειώνεις ελπίζεις να το λάβει υπόψη της και η τυφλή δικαιοσύνη…

Δυο διαφορετικές, πραγματικές ιστορίες, που συνδέονται με κάποιο νήμα που αποκαλύπτεται στο τέλος. Τι σε έκανε να ασχοληθείς με αυτές;

Σύμφωνα με μια θεωρία (την οποία έχω αρχίσει πιστεύω όλο και περισσότερο), δεν επιλέγουμε εμείς τα θέματα για τα οποία γράφουμε αλλά το αντίστροφο: αυτά επιλέγουν εμάς. Μεταφυσική υπερβολή ή ίσως μια διαφορετική θεώρηση της πορείας μας;

Έτυχε να συναντήσω μια γυναίκα που είχε καταθέσει ως μάρτυρας στη δίκη της πρώτης υπόθεσης του βιβλίου. Η αφήγησή της ήταν καταλυτική. Κάπως έτσι, στην αρχή μάλιστα χωρίς να το σκεφτώ και πολύ, βρέθηκα στη φυλακή υψίστης ασφαλείας του Στράουμπινγκ στη Βαυαρία με σκοπό να πάρω συνέντευξη από έναν άνθρωπο που ήταν ήδη δεκαέξι χρόνια έγκλειστος, ενώ συνέχιζε να υποστηρίζει με σθένος την αθωότητά του. Ο αρχικός σκοπός μου ήταν να γράψω ένα σχετικό άρθρο για μια μικρή γερμανική εφημερίδα. Κατά κάποιο τρόπο όμως, είχα οδηγηθεί μπροστά σε μια ιστορία που με υπερέβαινε. Μου φάνηκε αναπόφευκτη η πρόκληση: έπρεπε να την γράψω.

Θα ήθελες να μας περιγράψεις εν περιλήψει τι είχε συμβεί;

Υπάρχουν ορισμένα πράγματα που ξέρουμε μετά βεβαιότητας και για τις δύο υποθέσεις. Στην πρώτη, μια πενηντεννιάχρονη Γερμανίδα δολοφονείται στο πολυτελές ρετιρέ της, στο κέντρο του Μονάχου το 2006. Στη δεύτερη, ένα δεκάχρονο κοριτσάκι εξαφανίζεται δίπλα στη λίμνη Άμερ το 1981, στη Βαυαρία. Ουσιαστικοί μάρτυρες δεν υπάρχουν σε καμία περίπτωση και τα αποδεικτικά στοιχεία είναι ελάχιστα. Και οι δύο υποθέσεις οδηγούνται, με εντυπωσιακή ομολογουμένως ταχύτητα (ή μήπως βιασύνη;), σε αντίστοιχες δίκες. Εκεί γίνεται σαφές ότι ανακύπτει ένα πλήθος ερωτημάτων, στα οποία δεν μπορεί να δοθεί καμία οριστική και –κυριότερα– καμία πειστική εξήγηση. Τα αναπάντητα ερωτήματα με ενδιαφέρουν πάντα περισσότερο και εκεί επικεντρώνεται η δική μου προσπάθεια, ως συγγραφέας: να αναδειχθεί αυτό που εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται.

 Συνάντησες τον άνθρωπο που καταδικάστηκε ως δράστης της μιας δολοφονίας. Τι μένει κυρίαρχο μέσα σου σήμερα από εκείνη τη συνάντηση;

Αν δεν είχα κάνει το συγκεκριμένο ταξίδι, αν δεν είχα μιλήσει μαζί του –και μάλιστα «εκεί μέσα»– το βιβλίο μάλλον δεν θα υπήρχε ή θα ήταν κάτι τελείως διαφορετικό. Τώρα τελευταία ανακυκλώνεται συνεχώς μια συζήτηση για την ικανότητα της ΤΝ να γράψει μυθιστορήματα και, εν τέλει, να υποκαταστήσει τους συγγραφείς. Εξαρτάται πάντα από τον τρόπο που βλέπουμε το μυθιστόρημα και τη συγγραφή του. Από τη δική μου οπτική γωνία, δεν είναι απλώς μια καλοστημένη νοητική κατασκευή αλλά ένα (γνήσιο ή νόθο, ελάχιστη σημασία έχει) τέκνο του βιώματος. Οι γερμανικές φυλακές θα παραμείνουν για μένα μια εμπειρία ζωής. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα όταν βγήκα και πάλι στον έξω κόσμο, ύστερα από μόλις έξι ώρες επίσκεψης, ήταν η σπάνια τύχη μου, όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο: πολύ δύσκολα θα ξανανιώσω κάτι τέτοιο.

Ουσιαστικά μιλάμε για μη-απόδοση δικαιοσύνης ή μάλλον καταδίκη χωρίς πραγματικές αποδείξεις και στις δυο περιπτώσεις. Υπάρχει περίπτωση να υπάρξουν νέες δίκες;

Κάνω μια προσπάθεια να αποφεύγω τους αφορισμούς και τα τελικά συμπεράσματα σε αντίστοιχα θέματα. Η απονομή δικαιοσύνης είναι ξεκάθαρα μια ανθρώπινη επινόηση και κατασκευή, ίσως μάλιστα η σημαντικότερη όλων. Χωρίς τη δική της λειτουργία δεν νοείται η ύπαρξη της δημοκρατίας και αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που τη χτυπούν πρώτη-πρώτη τα κάθε λογής απολυταρχικά καθεστώτα. Στις δύο υποθέσεις, με τις οποίες ασχολήθηκα, νομίζω ότι το φάντασμα της δικαιοσύνης παραμένει κρυμμένο. Και βέβαια, συγκεκριμένοι άνθρωποι συνέβαλαν σε αυτό.

Στις δύο υποθέσεις, με τις οποίες ασχολήθηκα, νομίζω ότι το φάντασμα της δικαιοσύνης παραμένει κρυμμένο

Υπάρχει ακόμα η πιθανότητα να ανοίξουν νέες δίκες. Στην πρώτη υπόθεση μάλιστα, πριν από μερικούς μήνες και ύστερα από την έκδοσή του βιβλίου μου, εμφανίστηκε εντελώς απροσδόκητα στην εισαγγελία Μονάχου μια νέα μάρτυρας και ζήτησε να καταθέσει. Τα όσα είπε, με τραγική καθυστέρηση δεκαεννέα ετών, πιθανότατα να ανατρέψουν πολλά από αυτά που πιστεύαμε ως σήμερα. Περιττό να πω ότι και οι δύο καταδικασμένοι (σε ισόβια) ζουν με την ίδια καθημερινή προσδοκία, για να μην πω με το ίδιο όνειρο: να τους επιτραπεί μια δεύτερη δίκη. Εδώ ακριβώς αντιστρέφονται οι όροι, και η αθωότητα μετατρέπεται σε δυσβάσταχτο βάρος.

Θα συνεχίσεις να ασχολείσαι με αυτές τις υποθέσεις ή θεωρείς πως τέλειωσε ο ρόλος σου με τη συγγραφή του βιβλίου;

Προς το παρόν, πιστεύω πως ό,τι είχα να πω, το είπα. Ή μάλλον το έγραψα. Είναι πλέον δουλειά άλλων να μιλήσουν και κυρίως να δράσουν. Καμιά φορά (ή μήπως πάντα;) ωστόσο, οι βεβαιότητές μας αποδεικνύονται σκέτες ψευδαισθήσεις. Ποιος ξέρει, λοιπόν; Ίσως κάποτε να ξαναγράψω για όλα αυτά. Εξάλλου, συνεχίζω να παρακολουθώ τις εξελίξεις, αφού κάποιοι από τους πρωταγωνιστές είναι πια και «δικοί μου άνθρωποι», κατά κάποιον ιδιαίτερο τρόπο. Ελπίζω κι εγώ, μαζί τους.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!