του Κωνσταντή Κυριακού
«Στην Νεκρά Θάλασσα
δεν επιπλέεις από τα αλάτια
επιπλέεις από τα σκατά»
Το παρακάτω κείμενο δεν είναι κριτική θεάτρου, είναι σκέψεις για το Μεσανατολικό που μου έθρεψε η παράσταση και με συνόδεψαν τόσο στη διάρκειά της, όσο και αφού βγήκα από το χώρο του θεάτρου. Μια παράσταση που αποτυπώνει έντονα την ανθρώπινη τραγικότητα, αλλά και με αρκετές δόσεις χιούμορ σε κάποια σημεία.
ΤΡΙΑ οράματα λοιπόν, τρεις ιστορίες ανθρώπων. Απλών ανθρώπων. Αληθινών ανθρώπων. Μια Παλαιστίνια χαροκαμένη μητέρα από τη Ράφα, που κάτι τη συνδέει με έναν νεαρό Ισραηλινό στρατιώτη, που φυλάει έναν ζωολογικό κήπο. Ένας Παλαιστίνιος χαροκαμένος πατέρας από τη Δυτική Όχθη, που κάτι τον συνδέει με μια Ισραηλινή νεαρή νοσοκόμα σε μια ιδιωτική κλινική στην Ιερουσαλήμ. Ένας Ιρακινός που αφηγείται σε έναν μονόλογο αναμνήσεις από τη χώρα του πριν τον πόλεμο και για τα όσα αυτός του στέρησε, ξεκινώντας από την αγάπη του για τα περιστέρια.
Όπως λέει ένας χαρακτήρας του έργου, καθαρίζοντας ένα πάτωμα μπορείς να μαζέψεις τα υλικά για να φτιάξεις έναν ολόκληρο άνθρωπο. Πατώντας στο έδαφος ο άνθρωπος πορεύεται και γνωρίζει τη ζωή. Πατώντας στο έδαφος επιβάλλεται σε άλλους ή αντιστέκεται και απελευθερώνεται. Πάνω στο έδαφος χάνει ή βρίσκει πράγματα. Και στο έδαφος καταλήγει στο τέλος. Και τι έδαφος η Μέση Ανατολή…
Η Μέση Ανατολή, αυτή η πολυσυζητημένη περιοχή του πλανήτη, μια περιοχή με πλούτο, πολιτισμικό και πνευματικό, με την τόση ιστορία και τις τόσες διαφορετικές κουλτούρες που γέννησε, ή και πλούτο υλικό. Μια περιοχή με ανθρώπους πολλών εθνοτήτων και θρησκειών να συνυπάρχουν. Αλλά που παίρνει το ρόλο του σκηνικού ενός έργου τραγωδίας. Η τραγική μοίρα του ανθρώπου ενσαρκώνεται στο απόγειό της στα πρόσωπα όσων ζουν σε εκείνες τις χώρες.
Η συνύπαρξη των διαφορετικών ανθρώπων από ευχή που ακούγεται στην αρχή, βλέπει κανείς πόσο μεγάλη κατάρα είναι. Και αυτό λόγω επιταγών του κάθε ισχυρού των οποίων είναι έρμαια οι απλοί άνθρωποι. Βλέπει κανείς την τραγικότητα των Παλαιστινίων που από τη δημιουργία ενός κράτους-αποικιοκρατικού κατασκευάσματος, στερούνται τα πάντα και γι’ αυτό είναι διατεθειμένοι να μαρτυρήσουν. Αλλά από την άλλη βλέπει κανείς και την τραγική μοίρα των Ισραηλινών σαν ένα παράδειγμα της Κοινοτοπίας του Κακού για το οποίο μιλούσε η μέγιστη Γερμανοεβραία φιλόσοφος Χάνα Άρεντ. Όταν θέλει η εξουσία να φτιάξει μάζες δολοφόνων τους μαθαίνει ότι ο κόσμος θέλει να τους βλάψει. Και όταν μαθαίνεις έναν ολόκληρο λαό σε αυτό, ζει από τα γεννοφάσκια του όλη του τη ζωή με ένα ένστικτο να θέλει να σκοτώσει ό,τι ζωντανό του προκαλέσει φόβο, θεωρώντας ότι αυτό πρέπει να κάνει για να ζήσει και μόνο. Και τη στιγμή που δεν γίνεται ένοπλη δράση εθίζεται στο μίσος σαν να ήταν ναρκωτικό. Ο άνθρωπος που σκοτώνεις πρέπει να είναι στο μυαλό σου είτε κατώτερης αξίας, είτε μη-ανθρώπινο ον για να δικαιολογηθεί όλο αυτό.
ΕΙΝΑΙ μια τραγική μοίρα να ζει ο άνθρωπος θεωρώντας ότι είναι το θύμα και ο αμυνόμενος, και παράλληλα να είναι εκτελεστής και φονιάς με αίμα αθώων στα χέρια του, μια ψευδής συνείδηση να του καθορίζει το πώς ζει και το πώς πεθαίνει. Να θεωρεί ότι υπερασπίζεται μια «πατρίδα» στην οποία σε πολλές περιπτώσεις δεν γεννήθηκε καν και δεν είχε παππούδες ή προπαππούδες θαμμένους να τους μνημονεύει εκεί ούτε έχει βαθύτερη σύνδεση με τη γη της, κι όμως το πιστεύει. Μέχρι και ότι ζει στην Ιδεατή Πολιτεία του Πλάτωνα κοντεύει να πιστέψει για να έχει ένα νόημα να την υπερασπιστεί. Όπως λέει ένα άλλο πρόσωπο του έργου Ρωσοεβραίος αρχιτέκτονας: «δεν ξεχωρίζω ποτέ τι διαβάζω και τι ζω όντως!». Και πράγματι, έτσι χειραγωγείται ο άνθρωπος όταν δεν μπορεί να ξεχωρίσει τα ιδεολογικά σχήματα των κυρίαρχων από τον ίδιο τον αέρα που αναπνέει. Έτσι χειραγωγούνται και οι μνήμες όταν η τιμή στους Εβραίους που πολέμησαν ως στρατιώτες στον Κόκκινο Στρατό ενάντια στο φασισμό και η μνήμη των θυμάτων του Άουσβιτς, ανακατεύεται με την πολιτική μιας νέας μορφής ναζισμού, την καταστροφή ενός τοπίου για να φτιαχτεί ένας νέος κατασκευασμένος χώρος, με όλες τις οικολογικές και όχι μόνο συνέπειες, και με δημιουργία κτηρίων πάνω στα ερείπια που να εκτοπίζουν όχι μόνο έναν γηγενή πληθυσμό αλλά και τις μνήμες ή τα όσα ίχνη είχε αυτός ο γηγενής πληθυσμός πάνω στη γη του. Μόνο μια μνήμη που οδηγεί στη χειραφέτηση των συνειδήσεων μπορεί να είναι πραγματική μνήμη όμως!
Και η ισχύς ακόμα παρά τις μεγάλες καταστροφές που προκαλεί δεν μένει ατιμώρητη. Η Ύβρις τιμωρείται, και αυτό ήταν ένα από τα διδάγματα του παρεξηγημένου Θουκυδίδη σε σχέση με το ζήτημα της ισχύος. Οι Ισραηλινοί πήραν από τους Παλαιστινίους το χώρο και οι Παλαιστίνιοι πήραν από τους Ισραηλινούς το χρόνο. Κι αυτό γιατί τα εγκλήματα που κάνει το Ισραήλ τα βρίσκει μπροστά του. Ο κάθε Παλαιστίνιος, όχι μόνο ο νεκρός, αλλά και ο ζωντανός στοιχειώνει τον Ισραηλινό εκτελεστή. Γιατί ακόμα και μετά από όλη τη φρικαλεότητα της γενοκτονίας, της κατοχής και των εθνοκαθάρσεων, οι φυσικοί και πολιτικοί αυτουργοί κουβαλάνε τις πράξεις τους. Σαν να έρχεται κάθε Παλαιστίνιος και να τους λέει: «έχεις κάτι δικό μου» και «έχω κι εγώ κάτι δικό σου». Ακόμα και υπό αυτή την έννοια είναι βαθιά η σχέση τους, καθώς ο Ισραηλινός γενοκτόνος περιέχει μέσα του κάθε άνθρωπο που εξόντωσε ή που ζει ακόμα και του αντιστέκεται.
MEΣΑ σε όλη αυτή την κατάσταση, ο θάνατος είναι πάντα παρών και κυνηγάει τους πάντες. Η μοίρα όσων ζουν στην περιοχή είναι η διαρκής σχέση του καθενός τους με το θάνατο. Και είναι αναγκαία η εικόνα της μεταθανάτιας ζωής στον καθένα, που κι αυτή ακόμα είναι καθοριστική για το πώς θα ζήσουν στην επίγεια. Είτε θα πας στον παράδεισο υπηρετώντας την καταπίεση και την βαρβαρότητα, είτε δίνοντας μάχη για την αντίσταση και τη λύτρωση. Το ερώτημα που εγείρεται είναι αν μέσα από αυτή τη σχέση, στην οποία είναι βαθιά δεμένοι οι άνθρωποι, έστω και αν είναι σχέση καταπιεστή και αντιστεκόμενου, μπορεί εν τέλει να βρεθεί μια γέφυρα, η οποία θα οδηγήσει στο να μονιάσουν και να συνυπάρξουν οι δύο πλευρές; Το μόνο σίγουρο είναι ότι για να γίνει αυτό, χρειάζεται να απο-αποικιοποιηθούν οι συνειδήσεις των όσων υπηρετούν την αποικιοκρατία.
Όσο για το Ιράκ, το μεγάλο μαρτύριο του πολέμου, και πόσο μάλλον ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου, είναι ότι ακριβώς επειδή μέσω αυτού γίνεται ανακατανομή των σχέσεων ισχύος και αλλάζει το τοπίο μιας χώρας, αλλάζουν επομένως ριζικά και οι ζωές των ανθρώπων μετά από αυτόν. Οι άνθρωποι χάνουν τη ζωή που έκαναν πριν από τον πόλεμο και καλούνται να ξαναζήσουν από την αρχή. Ό,τι έχει απομείνει που να είχε συναισθηματική αξία γι’ αυτούς αν δεν πεθαίνει απαξιώνεται, καθώς μπαίνει πρώτη ανάγκη και πιο σημαντική από το οτιδήποτε η επιβίωση. Τα νοήματα και οι αξίες κινδυνεύουν να σχετικοποιηθούν, προκειμένου να μπορεί ο κόσμος να προσαρμοστεί στην επιβεβλημένη πραγματικότητα που δημιουργεί ο πόλεμος. Και μέσα σε αυτό αναρωτιέται ο άνθρωπος αν μπορεί να ξαναγαπήσει. Αν υπάρχει κάτι ή κάποιος για να αγαπήσει σε αυτό τον κόσμο. Αν ζει ή αν είναι ένα φάντασμα που πλανάται…
ΓΙΑ ΝΑ κάνω και μια αναφορά στην επικαιρότητα, άσχετη με την παράσταση (ή ίσως και σχετική κατά μία έννοια), διανύει άλλη μια από τις πολλές πράξεις της η τραγωδία που επιτελείται πάνω στη θεατρική σκηνή της Μέσης Ανατολής, με τους Πέρσες να είναι πάλι ο τίτλος του έργου. Αυτή τη φορά όμως όχι ως αυτοκρατορία, όπως στην εποχή του Αισχύλου, αλλά ως μια αντιστεκόμενη χώρα, που αξίζει τη συμπαράσταση όλου του κόσμου ενάντια σε μια ιμπεριαλιστική επέλαση.
* Η παράσταση «Πυρεξία ‒ Τρία οράματα για τη Μέση Ανατολή», βασισμένη στο θεατρικό έργο της Αμερικανίδας συγγραφέα Naomi Wallace, τρεις αντιπολεμικές ιστορίες σε σκηνοθεσία της Τατιάνας Λύγαρη, παίζει στην Αμαξοστοιχία-Θέατρο το Τρένο στο Ρουφ μέχρι τις 5 Απριλίου.





































































