Γεννημένος στη Μόσχα, με σπουδές κοινωνιολογίας στο Παρίσι και σκηνοθεσίας Κινηματογράφου στις HΠA, ο Πέτρος Σεβαστίκογλου, γιος του αντιστασιακού θεατρικού σκηνοθέτη Γιώργου Σεβαστίκογλου και της διακεκριμένης συγγραφέως Άλκης Ζέη, διδάσκει υποκριτική και σκηνοθεσία κινηματογράφου στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Εκτός από θεατρικές παραστάσεις, έχει σκηνοθετήσει και 6 μεγάλου μήκους ταινίες. Στην 6η ταινία του «Κραυγές», διερευνά σωματικότητα και καταπιεσμένο ερωτισμό, σε μια ταινία-έκρηξη με τολμηρή πειραματική γραφή, που καταγράφει με χορευτικό τρόπο το τελετουργικό τού φλερτ στη σύγχρονη εποχή, φτάνοντας σ’ έναν ηχηρό διονυσιασμό. Μετά την παγκόσμια πρεμιέρα στο 66ο ΦΚΘ, οι «Κραυγές» προβάλλονται παρουσία του σκηνοθέτη, από 14 Φλεβάρη και για 4 Σαββατοκύριακα, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος.
Συναντήσαμε τον σκηνοθέτη από κοντά και συζητήσαμε για τη νέα του ταινία.
Τι πραγματεύονται οι «Κραυγές»;
Η ιδέα του σεναρίου ξεκίνησε πάνω στις Βάκχες και σε μια σύγχρονη εκδοχή ενός Διόνυσου, που επιστρέφει ανά τους αιώνες, κάθε φορά που συντηρητικοποιείται μια κοινωνία. Φαντάστηκα έναν κουρασμένο Διόνυσο, που έρχεται σε μια κοινωνία σαν τη δικιά μας, προσπαθώντας να επαναφέρει ισορροπία μεταξύ λογικής και ενστίκτου και το παραλλήλισα με μια κραυγή που βγαίνει απ’ τους ανθρώπους, προπάντων από τις γυναίκες, που δεν έχουν το λόγο να το πουν. Ήθελα να καταγράψω αυτή την κραυγή.
Τοποθετείς στο επίκεντρο τη διαμάχη θηλυκού-αρσενικού. Τι σ’ ενδιέφερε να αναδείξεις;
Συνεργάστηκα στο σενάριο με την Ειρήνη Λαμπρινοπούλου, μαθήτριά μου στη Σχολή, αναζητώντας τη ματιά της νέας γενιάς και αισθάνθηκα ότι υπάρχει πλέον ένας διαχωρισμός. Άνδρες-γυναίκες βρίσκονται σε δυο στρατόπεδα, με τους άνδρες να φοβούνται την απελευθέρωση των γυναικών, μετά το «MeToo». Για το ζευγάρι, θεωρώ ότι και οι δύο θέλουν να προσεγγίσουν ο ένας τον άλλον, έχουν όμως κάποια πρότυπα και δεν τα καταφέρνουν. Χρειάζεται να ξεφύγουνε μεταφορικά, ώστε να μπορέσουν να ενωθούνε και φτάνουμε στα άκρα με το γαμήλιο γλέντι που ξεφεύγει, σε έναν χώρο μη πραγματικό, μέχρι την ώσμωση που συντελείται στην τελευταία σκηνή, σε μια ακραία κατάσταση.
Πώς προέκυψε ο αινιγματικός χαρακτήρας της πιο ώριμης γυναίκας;
Στην αρχή ο τίτλος ήταν Βακανάλ, από τον βακχισμό και το αφαίρεσα για να μην περιοριστεί στον Διόνυσο. Η 60χρονη, που την ερμηνεύει η Αγλαΐα Παπά, δεν είναι μια θεϊκή παρουσία του Διόνυσου, αλλά εκφράζει την ανθρώπινη ψυχή, όταν η λογική μάς πνίγει και αναδύεται το ένστικτο. Οι τρεις γυναίκες, η 60χρονη, η 40χρονη και η 25άρα θα μπορούσαν να είναι εκδοχές της ίδιας γυναίκας σε διαφορετικές ηλικίες. Ο χαρακτήρας της ώριμης ξεκλειδώνει το καταπιεσμένο ένστικτο μιας ομάδας νεαρών εργατριών, που διαμένουν όλες μαζί και απεικονίζονται να βάφονται για να βγουν. Πνίγονται μεταφορικά, μέχρι να γίνει αυτή η ανατίναξη στο τέλος, εμπνευσμένη από τις Μαινάδες, ενώ οδηγήθηκα ως τις Μάγισσες του Μεσαίωνα, καταπιεσμένες γυναίκες που ζούσαν μόνες τους στα δάση, με φήμη ότι έκαναν όργια με τον Διάολο, ενώ ουσιαστικά επρόκειτο για την απελευθέρωση του καταπιεσμένου ερωτισμού τους.

Γιατί οι χαρακτήρες έχουν περιορισμένους διαλόγους;
Σχεδόν σε όλες μου τις ταινίες οι χαρακτήρες μιλάνε ελάχιστα. Προσωπικά, έχω πρώτη γλώσσα τα ρώσικα, που μιλούσα με την αδερφή μου μικρός και μετά τα ελληνικά, πλέον μιλάμε γαλλικά, ενώ είχα σπουδάσει και στην Αμερική. Συνειδητοποιώ πως μιλάω τέσσερις γλώσσες, χωρίς καμιά να είναι δική μου. Αυτή η έλλειψη ικανότητας να εκφραστώ σε μια γλώσσα, με κάνει να μιλάω με τις εικόνες και ο κινηματογράφος είναι η τέχνη της εικόνας, ενώ στο θέατρο είναι πρώτα ο λόγος. Με ενδιαφέρει τι μπορεί να πει ένα πρόσωπο, χωρίς να μιλάει. Όταν δύο άνθρωποι πλησιάζουν πολύ, παύει να έχει ο λόγος μεγάλη σημασία, γιατί είναι το τοπίο του προσώπου που δίνει πολλές πληροφορίες.
Υπήρχε σενάριο ή αυτοσχεδιάζατε; Πώς δούλεψες με τους ηθοποιούς και πώς τους επέλεξες;
Υπήρχε αναγκαστικά γραμμένο σενάριο, για να το καταθέσω για τη χρηματοδότηση -που τελικά δεν μου δόθηκε- και αυτό κράτησα σαν μπούσουλα. Συνήθως τα σενάριά μου είναι ελάχιστες σελίδες, γιατί με τους ηθοποιούς συζητάμε πολύ από πριν, έτσι βγάζουν ένα σχεδιάγραμμα του ρόλου, ώστε να υπάρχει συνέπεια σε κάθε σκηνή και όταν φτάνουμε στο γύρισμα γνωρίζουνε τι θέλουμε. Τίποτα δεν είναι προκαθορισμένο, πολλά είναι μόνο αυτοσχεδιασμός. Κάνουμε μια μικρή γενική πρόβα, για να δούμε πώς πάει και στη συνέχεια οι ηθοποιοί είναι ελεύθεροι να κινηθούνε στο χώρο, ενώ εγώ τους ακολουθώ με την κάμερα. Έτσι δουλεύω πλέον, δίχως μεγάλο συνεργείο. Δεν κάνω πρόβες, γιατί θέλω να καταγράψω αυτή την πρώτη αίσθηση που βγαίνει από έναν ηθοποιό, την πρώτη του αλήθεια. H πείρα μου στο θέατρο είναι η αγάπη μου για τους ηθοποιούς. Άμα ο ηθοποιός σού βγάζει αυτό πρέπει, όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα. Ουσιαστικά γράφω το σενάριο με την κάμερα και αν δεν πετύχει, το αλλάζουμε, μέχρι να αισθανθούμε ότι καταγράψαμε την ουσία της σκηνής. Συνήθως εγώ χειρίζομαι την κάμερα, υπήρχε όμως και δεύτερη που χειριζόταν ο μαθητής μου Ορέστης Σταυρόπουλος. Δεν υπάρχουν οδηγίες για τους ηθοποιούς, τους ακολουθώ και είναι σαν ένας χορευτικός διάλογος μεταξύ μας, σαν να ανταλλάσσουμε πληροφορίες χορεύοντας. Πολλούς ηθοποιούς τους ήξερα από πριν, όπως την Αλεξάνδρα Καζάζου, ενώ ο Χάρης Φραγκούλης και η Μαργαρίτα Αλεξιάδη ήταν μαθητές μου. Το κάστινγκ έγινε ρωτώντας ηθοποιούς, συνεργάτες και φίλους και μετά έγινε επιλογή.
Πόσο χρόνο χρειάστηκες για το μοντάζ;
Χρειάστηκα 8 μήνες για να μειώσω μόνος μου το υλικό σε 6 ώρες, ενώ είχα τραβήξει 200. Τότε φώναξα τον μοντέρ μου, για να το φτάσουμε στη μιάμιση ώρα. Πολλές φορές αλλάξαμε τη σειρά, μέχρι να πάρει μορφή. Συνήθως αρχικά κάνω χειροκίνητο μοντάζ. Από κάθε σκηνή βγάζω μια φωτογραφία, την κολλάω σ’ έναν πίνακα και βλέποντάς τον από μακριά, βλέπω όλη την ταινία σε μικρές φωτογραφίες καθώς εξελίσσεται. Εντοπίζω τα κενά και μετακινώ τις φωτογραφίες.

Πώς συνεργαστήκατε με τους Prefabricated quartet για τη μουσική;
Είναι η 5η ταινία που κάνουμε μαζί, οπότε δεν χρειάζονται πολλά λόγια για να συνεννοηθούμε. Απ’ το σενάριο σκέφτονται και μου προτείνουνε μουσικές, ενώ τους στέλνω τα πρώτα γυρίσματα και αυτοί μου στέλνουν τις πρώτες σκέψεις. Έβλεπαν την ταινία μόνοι τους και αυτοσχεδίαζαν κάθε ένας στο όργανό του και μέρος από αυτούς τους αυτοσχεδιασμούς μπήκε στην ταινία σε μικρές πινελιές, λίγο τσέλο, μια ηλεκτρική κιθάρα, ένα μπάσο. Στο συγκρότημα συνδυάζονται μοναδικά ένας συνθέτης κλασικής μουσικής, ο Θοδωρής Παπαδημητρίου, με δύο πιο «βρώμικους» ροκάδες. Ο Χρήστος Γούσιος, που κάνει μοντάζ ήχου και μιξάζ, δημιούργησε ένα μουσικο-ηχητικό ηχόχρωμα, που συνδιαλέγεται με τους διαλόγους. Τους ζήτησα διαφορετικά είδη και αυτοί συνέθεσαν απίστευτα πράγματα, από τραπ, ραπ, κλασική μουσική, γαμήλιο εμβατήριο, βαλς, μπλουζ μέχρι και ρέιβ.
Θα ήθελες να μας μιλήσεις για τις αναφορές σου;
Πάντα κοιτάω βιβλία με μεγάλους φωτογράφους και πίνακες, γιατί έχω σπουδάσει φωτογραφία, ενώ ήμουν βοηθός του Γιώργου Αρβανίτη για 2 χρόνια. Ένας πίνακας και μια φωτογραφία αφηγούνται μια ολόκληρη ιστορία σε ένα σταματημένο κάδρο. Συχνά δείχνω στους μαθητές μου μια φωτογραφία και τους ζητάω να μου αφηγηθούν την ιστορία της. Κάπως έτσι ξεκινάω και τα σενάρια. Μαζεύω φωτογραφίες ή πίνακες ζωγραφικής, που καρφώνω στον πίνακα εργασίας, κοιτώντας ποιο θέμα αναδύεται. Έτσι γεννήθηκε η τελευταία ταινία. Όλα ξεκίνησαν από μια φωτογραφία με τρεις γυναίκες που βγαίνουν από τη θάλασσα ντυμένες. Σκέφτηκα ότι έρχονται από κάπου μακριά και κάτι αναζητούνε, άρχισα να ψάχνω για μάγισσες, σε πίνακες και φωτογραφίες με γυναίκες σε έκσταση και τελετές στην Αφρική και ξύπνησε η ιδέα με τις Βάκχες και τον Διόνυσο. Όλα αρχίζουν στο υποσυνείδητό μου και μετά διαμορφώνεται μια ιστορία στο μυαλό μου.
* Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, ifigenia.kalantzi@gmail.com







































































