του Γιάννη Χοντζέα*
Ήταν ο Θοδόσης βαριά συλλογισμένος. Καθόταν κατάχαμα σ’ ένα στρωσίδι και ακούμπαγε το κεφάλι του στην παλάμη του. Δίπλα του όρθιος καθόταν ένας άντρας καμιά τριανταριά χρονών και διάβαζε ένα μικρό τσαλακωμένο χαρτί. Θα το ’χε διαβάσει ποιος ξέρει πόσες φορές. Ο Θοδόσης ξαφνικά τινάχτηκε σαν να τον χτύπησε κάτι πολύ βαρύ. Ήταν αξύριστος από μέρες κι έμοιαζε γέρος, πολύ γέρος άμα τον έβλεπες. Αλλά η λυγεράδα του κορμιού του έδειχνε άλλον άνθρωπο.
– Πάμε, είπε ξερά στον άλλον.
Ο άλλος, σαν να δεχόταν κάτι φυσικό, δεν μίλησε. Τον ακολούθησε.
Το πρωινό ανοιξιάτικο αγιάζι τούς έκανε να τρίψουν τα χέρια τους.
– Έχεις τσιγάρο, Πέτρο; ρώτησε ο Θοδόσης.
Ο άλλος χωρίς να μιλήσει έβγαλε από την τσέπη του ένα τσαλακωμένο τσιγάρο και το έκοψε στη μέση. Ανάψανε από ’να τσακμάκι με ίσκα. Εκεί κοντά, σ’ ένα ξέφωτο που ήταν κάποτε δασάκι, τούς περίμενε ένας νεαρός καμιά εικοσιπενταριά χρονώ, ψηλός, αδύνατος. Έδωσαν τα χέρια.
– Λοιπόν! έκανε βαριά ο Θοδόσης.
– Τους περάσανε, απάντησε ο νεαρός.
– Δεν θα γίνει τίποτα; ρώτησε στον ίδιο τόνο ο γέρος.
– Δεν γίνεται… μακάρι να…
– Καλά… καλά… τον έκοψε ο γέρος.
Ο νέος τού πήρε τα χέρια και τα ’σφιξε. Ο Θοδόσης κατέβασε το κεφάλι. Ένα δάκρυ αργοκύλησε στο αριστερό του μάγουλο.
– Τι μπορώ να κάνω; ρώτησε σιγανά.
– Θα τα πούμε… απάντησε ο νεαρός. Τώρα…
Η κουβέντα κόπηκε. Ακούστηκε ένα κροτάλισμα όπλων… από πέρα…
Στάθηκαν κι οι τρεις τεντωμένοι σαν να περίμεναν κάτι.
– Αρχίσανε… είπε ο Πέτρος.

Πάνω στο Μοναστήρι της Καισαριανής ήταν μαζεμένος κάμποσος κόσμος. Άκεφος κόσμος. Πιο πέρα ένα τσούρμο από νέους, ηλικιωμένους, γυναίκες, κοίταζαν ένα θέαμα. Ένας με ράσα έπαιζε την τυφλόμυγα χαχανίζοντας με καμιά δεκαριά κοπέλες. Δεν είχε περάσει πολύ ώρα που ’χε σταματήσει το κροτάλισμα των πολυβόλων κάτω στο Σκοπευτήριο. Ο Θοδόσης κι η παρέα του ενώθηκαν με το τσούρμο.
– Τον τράγο… είπε ένας νεαρός. Λες και το κάνει επίτηδες.
Δεν απόσωσε την κουβέντα του και είδαν κάποιον να πλησιάζει αυτόνε με τα ράσα.
– Είσαι παπάς ρε ή σκατάς; φώναζε.
Ο άνθρωπος με τα ράσα ανασήκωσε το μαντήλι που έκρυβε τα μάτια του. Οι κοπέλες σταμάτησαν τα χαχανίσματα.
– Τι συμβαίνει παλληκάρι μου;
Το ύφος του ανθρώπου με τα ράσα ήταν μισομάγκικο.
– Σε ρώτησα, φώναζε έξαλλος ο άλλος τώρα, αν είσαι παπάς ή σκατάς.
– Θέλεις να σου δείξω τι είμαι; έκανε ο άνθρωπος με τα ράσα και προχώρησε κατά πάνω του.
Ο άλλος όρμησε. Βάλανε τις φωνές οι κοπέλες, μπήκαν στη μέση άλλοι από δίπλα και τους χώρισαν.
– Χέστον τον τράγο… φώναξε μια γριά που δεν είδε κανείς από πού ξεπετάχτηκε. Το κάνει εξεπίτηδες. Φαίνεται πως είναι από δαύτους, τση προπαγάντας…
Φαινόταν Σμυρνιά, πρόσφυγας, γιατί άρχισε να λέει πολλά για τους τσέτες και τους ρουφιάνους.
Ο παπάς αποτραβήχτηκε.
– Θα τα ξαναπούμε παλληκάρι μου… είπε και, σαν να κράταγε καλάμι, έσπρωξε τις κοπέλες προς τα κάτω.
Σε λίγο χάθηκαν. Κάτι παλληκαρόπουλα πηδώντας σαν να ’θελαν κάτι να προλάβουν έπεσαν στο μπουλούκι που ήταν συναγμένο γύρω από τον χώρο του καυγά. Η Σμυρνιά έβαλε τις φωνές μόλις τους είδε:
– Πού ’σαστε μωρέ αντίχριστοι; Τώρα δεν σας χρειαζόμαστε. Έπρεπε να ’σαστε εδώ να βλέπαμε τι σόι παπάς ήταν τούτος…
Αυτός που τα ’βαλε με τον παπά κοίταζε περίεργα τα παλληκαρόπουλα.
– Μη φοβάσαι καλέ, του ’πε η Σμυρνιά, είναι της ΕΑΜ.
– Α! ησύχασε αυτός.
Ήταν ένα τύπος εργατικός, κοντόσωμος…
– Το καλό που σου θέλω πατριώτη, του είπε ένα παλληκαρόπουλο, είναι να πάρεις την παρέα και να φύγετε. Κι εσείς οι άλλοι, ή φύγετε ή τραβηχτείτε ψηλά. Τούτος ο παπάς είναι κέρατο μεγάλο. Είναι μεγάλος γκεσταπίτης…
– Και τον φοβόσαστε… πετάει η Σμυρνιά.
– Γιαγιά, άσε τα αστεία. Ακούτε πατριώτες… ξανάπε δυνατά. Εδώ έχουμε ανάμεσά μας, συνέχισε, πατεράδες, γυναίκες, παιδιά, αρρεβωνιαστικές αυτών που δώσανε πριν λίγο το αίμα τους για τη λευτεριά. Πρέπει να τους προστατέψουμε. Ήρθαν εδώ για να δώσουνε τον τελευταίο αποχαιρετισμό στους δικούς τους. Πολλοί δεν χρειάστηκε να το κάνουν για τους δικούς τους…
Εκεί το μπέρδεψε…
– Τι δικοί μου και δικοί σου, φώναξε. Όλοι δικοί μας είναι. Οι περισσότεροι παλιοί αγωνιστές, κομμουνιστές… λοιπόν… να κρατήσουμε ενός λεπτού σιγή στη μνήμη τους, να ορκιστούμε εκδίκηση κι ύστερα να σκορπίσουμε, γιατί οι μακελλάρηδες κι οι συνεργάτες τους διψάνε κι άλλο αίμα…
Όλοι κατέβασαν τα κεφάλια πειθαρχικά. Κάτι βουβό, στην αρχή σαν μοιρολόι, μετά σαν θριαμβευτικός παιάνας, ακούστηκε από κάμποσα στόματα… Μετά άρχισε ο περισσότερος κόσμος να σκορπίζει. Τα παλληκαρόπουλα πάσχιζαν να πείσουν τον εργατικό και την παρέα του να φύγει ή να τραβηχτεί μαζί τους…
– Εγώ δεν είμαι με τα σας… φώναζε αυτός. Δεν είμαι με κανέναν. Εγώ ’μαι από τη Μακεδονία. Μέσα σ’ αυτούς τους 200 που φάγανε τα καθάρματα ήταν κι άνθρωποι που μου ανοίξανε τα μάτια. Τι τα μάτια… μας κάνανε να πάψουμε να ’μαστε γουμάρια. Όχι, δεν είμαι με τα σας. Εσείς είσαστε αμούστακα. Δεν σας κόβει. Ας έρθει ο σκατοτράγος πάλι και τα λέμε…
Τους παράτησε και πήγε κάτω από τον πλάτανο που ’ναι πάνω από το Μοναστήρι και χώθηκε στην παρέα του. Τα παλληκαρόπουλα σε λίγο χάθηκαν. Μείνανε σκόρπια εδώ κι εκεί παρέες και τα κουβεντιάζανε.
* * *
Ο Θοδόσης, ο Πέτρος κι ο νεαρός είχαν πάρει μια ανηφοριά. Κουβέντιαζαν.
– Τον αδερφό μου, έλεγε ο Θοδόσης, τον μεγάλο, τον σκότωσαν το ’34 στην Καλαμάτα, τότε με το σιλό. Τον δεύτερο τον έφαγε ο Μανιαδάκης… Τότενες ξύπνησα κι εγώ… τι να κάνω; Ε, κάτι έκανα… Την κόρη μου τη φάγανε πέρυσι το καλοκαίρι, τώρα μου φάγανε και τον γιο…
Σταμάτησε και κοίταξε τους δύο άλλους.
– Ε, τι να πω… η γριά μου πήγε από την πείνα. Έμεινα εγώ. Δεν λέω… άνθρωπος είμαι.
– Προλετάριος συνειδητός… πήγε να πει ο νεαρός.
– Δεν ξέρω αν είμαι συνειδητός προλετάριος… γιατί να, είπε, σήμερα… Γιατί να μη γλιτώσουμε τόσο κόσμο; Δεν λέω για το δικό μου μονάχα… Θα μου πεις, παραλογίζεσαι Θοδόση… Μπορεί να ’ναι κι έτσι. Αλλά βρε παιδιά… ξέρετε πόσους μάς έχουν φάει; Βέβαια το Κόμμα μού ’κανε πολλές φορές κριτική. Γιατί παλιά, λέει, δεν ξέρω τι… Εγώ όμως δεν ήμουνα στο Κόμμα τότε στην Πρωτομαγιά του ’30, ’31, δεν θυμάμαι, που μας χτύπησαν με φαλτσέτες. Ε, τσαγκάρης ήμουνα τότε κι εγώ, την είχα στην κάλτσα μου, με βλέπει ο Στάμος, ας τον πω Στάμο, και γυρνάει στον υπομοίραρχο που προστάτευε τους τραμπούκους – βλέπετε είχε πάρει θάρρος από τη φαλτσέτα… «Τι κοιτάς ρε κοκότα;» του λέει. Δεν μ’ άρεσε αυτό. Αλλά τι να κάνω; Να τους αφήσω να τον κάνουνε κιμά; Ε, το αποτέλεσμα ήταν να μας κάνουν και τους δύο κιμά και να κάτσω μισό χρόνο μέσα γιατί είπε ο υπομοίραρχος πως τον έβρισα κι εγώ. Μα σας λέω τότε δεν ήμουνα στο Κόμμα. Όσο μου ’κοβε έκανα…
Οι άλλοι δύο θέλανε να τον ρωτήσουνε για όλα αυτά που άλλαζαν την ατμόσφαιρα και ίσως να γλύκαιναν τον πόνο του και τον πόνο τον δικό τους. Αλλά ένα δυνατό μαρσάρισμα αυτοκινήτου ακούστηκε. Ο Πέτρος σκαρφάλωσε σ’ ένα δέντρο.
– Γερμανοί, πεταλάδες πλακώσανε, είπε…
Ο νεαρός ανέβηκε κι αυτός στο δέντρο. Ο Θοδόσης έκατσε κάτω σαν αδιάφορος για όλα τούτα.
Πραγματικά οι Γερμανοί γυρίζανε τις παρέες… μαζί τους κι ο παπάς που ’παιζε την τυφλόμυγα. Σε λίγο ο Πέτρος κι ο νεαρός είδαν να σηκώνουνε τον εργατικό τον Μακεδόνα που ’χε πιαστεί με τον παπά, και όλη την παρέα του. Κι εκεί ενώ φαινότανε να τους ρωτούνε οι πεταλάδες ήσυχα, κάτι άλλοι μαυροντυμένοι Γερμανοί, που στεκόντουσαν πιο πίσω σαν αδιάφοροι, έριξαν. Αντιλάλησαν οι πλαγιές από τις ριπές. Μετά οι Γερμανοί κάνανε μεταβολή και πήγανε προς τ’ αυτοκίνητά τους κάτω… ο παπάς έτρεξε πίσω τους, αλλά ένας πεταλάς τον άρχισε στις κλωτσιές. Απόμεινε εκεί στα μισά του δρόμου φωνάζοντας:
– Καμαράντεν, Καμαράντεν…
Μετά από καμιά δεκαριά λεπτά ακούστηκε πάλι το μαρσάρισμα.
– Φύγανε οι Γερμανοί, φώναξε ο Πέτρος.
Και πήδησαν από το δέντρο.
– Δίκιο είχαν τα παιδιά… είπε ο νεαρός. Τους δολοφόνους! Εγώ θα κατεβώ… να δω… να μιλήσω… να καταγγείλουμε… και τούτο το έγκλημα… έλεγε ανακατεμένα ο νεαρός.
Ο Θοδόσης ανατσουτσούρωσε πάλι, σαν να σκέφτηκε κάτι:
– Πάμε! είπε.
Κατέβαιναν και οι τρεις προς το πλάτωμα που ’γινε το φονικό όταν πέσανε πάνω στη Σμυρνιά.
– Πού πάτε; τους έκανε… Πάει ο τράγος!
– Δηλαδή; Τον πήρανε οι Γερμανοί;
– Ποιοι Γερμανοί καλέ… Άγγελος πρωτοστάτης! Παναγία μου συγχώρα με, αλλά τούτο το θαραπάϊκε η ψυχή μου… Βρώμισε τα ράσα ο αφορεσμένος…
Από δεξιά και αριστερά πρόβαλαν τα παλληκαρόπουλα.
– Μπάρμπα… είπε ένας απ’ αυτούς στον Θοδόση. Έλα μαζί μας… δεν ξέρουμε τι γίνεται…
– Θέλετε ένα ξύλο… έκανε η Σμυρνιά. Έπρεπε να προλάβετε βρε ζεβζέκηδες τους ανθρώπους. Αλλά ταγκαλάκια δεν είσαστε; Ταγκαλάκια…
Τα παλληκαρόπουλα τη χαϊδέψανε στην πλάτη:
– Έχεις δίκιο γιαγιά… αλλά ό,τι μπορούμε κάνουμε…

«Ο δρόμος από το Σκοπευτήριο μέχρι κάτω κοντά στο ποτάμι στη Φορμίωνος ήταν όλο αίματα… Μέχρι το μεσημέρι βρίσκανε σημειώματα που πέταξαν καθώς τους πήγαιναν στη σφαγή. Πολλά απ’ αυτά σώθηκαν, άλλα χάθηκαν…». Ο Θοδόσης και η παρέα του άκουσαν πολλά. Για το πώς πετάγονταν και χόρευαν τραγουδώντας μπροστά στο απόσπασμα, όλοι, από τον πρώτο ως τον τελευταίο. Για τον Ναπολέοντα που ’συρε πρώτος τον χορό. Για έναν Γερμανό, μάλλον Αυστριακό, που πήρε σκούζοντας δρόμο. Για έναν λοχία των Ες-Ες που έκρυβε κομμάτια από τα ρούχα των εκτελεσμένων για να πλουτίσει τη συλλογή του. Είχε, λέει, την πιο πλούσια συλλογή. Από τη Γερμανία, από την Αυστρία, την Τσεχοσλοβακία, τη Γαλλία, τη Ρωσία… και βάλε…
Καθισμένος στο κουρελιασμένο μιντέρι ο Θοδόσης άκουγε. Η παρέα τώρα ήταν μεγάλη. Και νέοι και κοπελιές. Μπήκε κι ο γείτονας. Ένας δάσκαλος που παρίστανε πως δεν έβλεπε τίποτα. Παλιός κονδυλικός, είχε παρευρεθεί στον θάνατο του αδερφού τού Θοδόση στην Καλαμάτα. Τότε σκυλί μονάχο. Μαύρη αντίδραση. Έσφιξε τα χέρια όλων και κάθισε κατάχαμα στο μιντέρι δίπλα στον Θοδόση.
– Ε, γερο-πλάτανε, του είπε, βάστα… Τούτη η μέρα σφραγίζει ένα συμβόλαιο… Κανείς δεν θα μπορέσει να το ξεσφραγίσει, ό,τι κι αν γίνει. Φιλώ το χέρι σου…
Και πριν προλάβει να το τραβήξει ο Θοδόσης, το άρπαξε και το φίλησε ζεστά, μουσκεύοντάς το με τα δάκρυά του.
Η νύχτα έφερνε από μακριά μια φωνή:
«…Πατριώτες και πατριώτισσες. Μην ξεχάσετε ποτέ τούτη τη μέρα. Να τη θυμόσαστε πάντα…»
Ποιος μπορεί να την ξεχάσει; Ούτε αυτοί που έσφιγγαν την καρδιά τους κι ορκίζονταν εκδίκηση, ούτε κι οι άλλοι που έτριβαν τα χέρια τους από χαρά γιατί οι Μεγάλοι Πολέμαρχοι, με την άδεια κάποιων «Εχθρών» τους, ξεπάστρευαν από το πρόσωπο της γης εκείνους που δεν φοβόντουσαν τον θάνατο, ακριβώς γιατί αγαπούσαν με πάθος τη ζωή…
——————
* Σημείωση του επιμελητή: Γράφτηκε επί χούντας, στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Εκτός λίγων εξαιρέσεων, έχει κρατηθεί η ορθογραφία του πρωτότυπου.
Ακολουθούν μερικές λέξεις που ίσως χρειάζονται επεξήγηση, με τη σειρά που εμφανίζονται στο κείμενο:
– «ίσκα»: πολύ εύφλεκτο (μετά από ξήρανση και επεξεργασία) είδος μύκητα που αναπτύσσεται σε δέντρα, και χρησιμοποιούνταν ως προσάναμμα.
– «το θαραπάϊκε η ψυχή μου»: το ευχαριστήθηκε η ψυχή μου.
– «πεταλάδες»: έτσι αποκαλούνταν οι άντρες της ναζιστικής στρατοχωροφυλακής, λόγω του μεγάλου μεταλλικού σήματος σε σχήμα πέταλου που κρεμόταν στο στήθος τους.
– «ζεβζέκηδες»: ελαφρόμυαλοι, πολυλογάδες.
– «ταγκαλάκια»: αμόρφωτοι, απαίδευτοι.
– «μιντέρι»: χαμηλός, ανατολίτικος καναπές καλυμμένος με υφαντά.







































































