Συνέντευξη στον Κώστα Στοφόρο

200 χρόνια από την έξοδο του Μεσολογγίου και πολλά έχουν ήδη γραφεί και θα γραφούν ακόμη περισσότερα. Πλήθος και οι εκδηλώσεις. Σημαντικό να μένει ζωντανή η μνήμη για ένα από τα κορυφαία γεγονότα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Το ζήτημα είναι ποια μνήμη; Αυτή της «επίσημης» ή σχολικής ιστορίας που εξαφανίζει κάθε τι ενοχλητικό;

Ο Σπύρος Αλεξίου με το «Προδομένο Μεσολόγγι» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος, έρχεται με μια εξαιρετική και περιεκτική εργασία να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Να πει «τα σύκα, σύκα και τη σκάφη, σκάφη». Όπως γράφει στον πρόλογο ο Παντελής Μπουκάλας, «την προσέγγιση του Αλεξίου διέπει και η επίσης οφειλόμενη στη μνήμη των πολιορκημένων και των Εξοδιτών αυστηρότητα που απαιτεί η διερεύνηση της στάσης οπλαρχηγών, προκρίτων και ηγετικών πολιτικών προσώπων, της ίδιας της κυβέρνησης εντέλει που δεν αντιλαμβανόταν τη σημασία της μοίρας του Μεσολογγίου για την όλη έκβαση της Επανάστασης».

Και βεβαίως γράφει, βασισμένος στις πηγές και για την «τρομακτική μοναξιά και εγκατάλειψη» που βίωσαν οι αγωνιστές. Και βεβαίως δείχνει ποιοι τελικά ήταν εκείνοι και εκείνες που έκαναν απόρθητο αυτό το Κάστρο Αντίστασης. Θα πρέπει στα προτερήματα του βιβλίου να προσθέσουμε και το αφηγηματικό ταλέντο του συγγραφέα, που σε κάνει να μην αφήνεις το βιβλίο από τα χέρια σου. Σαν έναν αστυνομικό μυθιστόρημα. Παρόλο που γνωρίζεις τι θα συμβεί στο τέλος…

Πέρα από τον επετειακό χαρακτήρα, γιατί ένα βιβλίο για το Μεσολόγγι σήμερα;

Για το Μεσολόγγι έχουν γραφτεί τα πάντα σχεδόν. Κι όμως στις επίσημες τελετές ακούμε υμνολόγια, παρουσιάζεται ο αγώνας ως μια θυσία θρησκευτικού χαρακτήρα. Στόχος του βιβλίου είναι η ανάδειξη των κρίσιμων ερωτημάτων: Γιατί το Μεσολόγγι αφέθηκε έρμαιο της πείνας, λίγους μόνο μήνες μετά τη σύναψη δανείων εκατομμυρίων χρυσών λιρών; Γιατί κατά την Έξοδο έμειναν αδρανείς οι –σημαντικές– στρατιωτικές δυνάμεις των Ελλήνων που βρίσκονταν έξω από την πόλη; Ποιος ήταν ο ρόλος των ξένων δυνάμεων κατά τη διάρκεια της πολιορκίας;

Αυτά τα ερωτήματα τα έθεσαν οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές στα Απομνημονεύματά τους: Ο στρατιωτικός διοικητής της πόλης στρατηγός Σπυρομίλιος, ο Αρτέμιος Μίχος και βέβαια ο Νικόλας Κασομούλης, ο συγγραφέας του σημαντικότερου κειμένου που έχουμε ως πηγή για την Ελληνική Επανάσταση, τα «Ενθυμήματά». Το εντυπωσιακό είναι πως όλοι καταλήγουν στα ίδια συμπεράσματα όπως και το σύνολο σχεδόν των μεταγενέστερων ιστορικών. Αυτό καθιστά ακόμη πιο κραυγαλέα τη σιωπή στον δημόσιο λόγο.

Γιατί το χαρακτηρίζεις ως «προδομένο»; Ποιοι πρόδωσαν τον αγώνα;

Η ευθύνη βαραίνει την ελληνική κυβέρνηση, σε μια εποχή που υπήρχαν οι δυνατότητες λόγω των δανείων. Η υποθήκευση της γης και του μέλλοντος της χώρας όχι μόνο δεν αξιοποιήθηκε για να ενισχυθούν οι αγωνιζόμενοι αλλά αντίθετα έγινε το λάφυρο επίορκων πολιτικών και της αυλής τους, τραπεζιτών και βιομηχάνων όπλων του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης και διεθνών τυχοδιωκτών. Η στάση αυτή εκπορευόταν από την υποταγή στις επιλογές της Αγγλίας που ήθελε τον περιορισμό της Επανάστασης –και του μελλοντικού μορφώματος– στην Πελοπόννησο και σε λίγα νησιά. Αυτή η πρωταρχική αιτία συνδυάστηκε από ιδιοτελή συμφέροντα και φιλοδοξίες.

Οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» προδόθηκαν από αυτούς που είχαν χρέος να τους στηρίξουν κι αυτό το καταγγέλλουν, πριν από όλους, οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές. Οι πηγές είναι ξεκάθαρες και δεν αμφισβητούνται από τους ιστορικούς, είναι χαρακτηριστικό πως κι ο ίδιος ο Κ. Παπαρρηγόπουλος καταγγέλλει σαφώς τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης.

Ποιοι πιστεύεις ότι είναι οι βασικοί λόγοι για τους οποίους άντεξε το Μεσολόγγι την πολιορκία για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα;

Αρχικά η γεωγραφική ιδιομορφία του Μεσολογγίου που δυσκόλευε την ανάπτυξη μεγάλων στρατιωτικών μονάδων, σε συνδυασμό με τα ελώδη εδάφη και τη λιμνοθάλασσα. Η ηρωική αντίσταση των υπερασπιστών του, των δυνάμεων του Καραϊσκάκη έξω από την πόλη και των πληρωμάτων του ελληνικού στόλου. Να τονίσουμε και όσους αποσιωπούνται: Τον χαρακτήρα της κοινωνίας του Μεσολογγίου, το αίσθημα της αυτονομίας και της αυτοδιοίκησης που τη χαρακτήριζε και επέβαλε μια μορφή δημοκρατικής διοίκησης της πόλης και του στρατεύματος, παρά τις αντιθέσεις και τις προσωπικές φιλοδοξίες και μικρότητες που φυσικά υπήρχαν. Και βέβαια τις χιλιάδες γυναίκες που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο συμμετέχοντας σε κάθε πτυχή του αγώνα.

Ποιους θα χαρακτήριζες ως βασικούς θετικούς πρωταγωνιστές;

Σε ατομικό επίπεδο, εκτός από τους γνωστούς οπλαρχηγούς, να αναφερθούμε αρχικά στον μηχανικό Μιχαήλ Κοκκίνη, τον άνθρωπο που με ελάχιστα μέσα μετέτρεψε τον «φράχτη» σε κάστρο, τον Θανάση Ραζηκότσικα, ηγέτη των Μεσολογγιτών, τον Ελβετό Johann Meyer, που εξέδιδε την εφημερίδα «Ελληνικά Χρονικά», τον διεθνιστή επαναστάτη Πολωνό χιλίαρχο Τζαρτζάφσκι. Όλοι έπεσαν μαχόμενοι στην Έξοδο. Στους «λαγουμιτζήδες» Κώστα Χορμοβίτη και Παναγιώτη Σωτηρόπουλο που κατανίκησαν τους Ευρωπαίους μισθοφόρους μηχανικούς του Κιουταχή στον πόλεμο των «λαγουμιών». Την Ευγενία Παπαδοπούλου, τη «μάνα των παιδιών της πολιτείας», που συγκέντρωνε και τάιζε τα ορφανά, τη Χρυσούλα Σταματέλου που μετέφερε το νερό στις «ντάπιες», τη Μαρία Ζαμπέλη που επικεφαλής ομάδας γυναικών στην Έξοδο σκοτώθηκε με το σπαθί στο χέρι.

Ο μεγάλος «θετικός πρωταγωνιστής» ήταν οι χιλιάδες ανώνυμοι αγωνιστές και αγωνίστριες που έδωσαν τη μάχη ως το τέλος. Και όχι μόνο μέσα στην πόλη, μην αδικήσουμε τους άντρες του Καραϊσκάκη που νηστικοί και ξυπόλητοι (και δεν είναι σχήμα λόγου) στήριζαν τους πολιορκημένους αλλά και τους ναυτικούς που έδωσαν απίστευτες μάχες και έφτασαν στο σημείο να κάνουν έρανο μεταξύ τους για να εφοδιάσουν την πόλη με λίγα παξιμάδια. Βλέπετε, από τα 2.800.000 χρυσές λίρες των δανείων δεν περίσσευαν για το Μεσολόγγι.

Αφιερώνεις ένα σημαντικό μέρος στον ρόλο των γυναικών. Ποια ιδιαιτερότητα υπήρξε στη συμβολή τους στον αγώνα;

Η ιστορία της Επανάστασης, και του Μεσολογγίου, βασίζεται σε αφηγήσεις ανδρών. Δεν υπάρχουν απομνημονεύματα γυναίκας, η παράδοση, η εκπαίδευση και η έμφυλη δομή της δημόσιας γραφής τις απέκλεισε. Η εμπειρία τους έχει διασωθεί μέσω της προφορικής παράδοσης και των δημοτικών τραγουδιών. Υπήρξε και μία ακόμη αιτία: Μετά την απελευθέρωση, το επίσημο ελληνικό κράτος εμφάνισε ως πρότυπο τη γυναίκα που είχε ως ρόλο να είναι ο θεματοφύλακας των οικογενειακών και θρησκευτικών αξιών και φυσικά να ζει στη σκιά του άνδρα-πρωταγωνιστή της κοινωνικής ζωής. Ο Κώστας Καρυωτάκης στη «Μεσολογγίτισσα» το εκφράζει:

 «Δεν είχα φωνή, δεν ήξερα λόγο, μόνο με τα μάτια μίλησα στον θάνατο·
 κι ας μείνατε εσείς με τις γραφές σας»

Ο αγώνας τους προκάλεσε διεθνή συγκίνηση και ενίσχυσε το φιλελληνικό ρεύμα. Οι γυναικείες μορφές αναπαρίστανται στη λογοτεχνία, στη ζωγραφική, στη μουσική και στον ευρωπαϊκό Τύπο της εποχής, συνθέτοντας ένα φαντασιακό ιδανικό ελευθερίας, ταιριαστό με τις ιδέες του Διαφωτισμού και το ρεύμα του ρομαντισμού που είχαν μεγάλη απήχηση στους προοδευτικούς διανοούμενους. Ο περίφημος πίνακας του Delacroix «Η Ελλάδα στα Ερείπια του Μεσολογγίου» (1826) είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Δεν ήταν μόνο προϊόντα τέχνης αλλά και ισχυρά μέσα επηρεασμού της κοινής γνώμης υπέρ του ελληνικού αγώνα.

Η αναγνώριση των γυναικών ως φορέων ιστορίας παραμένει ζητούμενο και θα αποτελέσει ουσιώδες βήμα για την πλήρη κατανόηση της Επανάστασης του 1821.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!