Το 2026 ξεκίνησε με βαρύ κλίμα σε ολόκληρη τη χώρα, έπειτα από το τραγικό εργατικό δυστύχημα στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου Βιολάντα, αλλά και τον θάνατο των εφτά νεαρών φιλάθλων του ΠΑΟΚ στη Ρουμανία. Η έκρηξη στο εργοστάσιο της Βιολάντα, παρότι αρχικά παρουσιάστηκε ως ένα τραγικό και τυχαίο γεγονός, αποδεικνύεται ότι οφείλεται σε συστηματικές παραλείψεις και εγκληματική αδιαφορία της εργοδοσίας, σε συνδυασμό με την αδράνεια των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών.
Σύμφωνα με την έρευνα της Πυροσβεστικής, η έκρηξη προκλήθηκε από διαρροή προπανίου σε υπόγειες σωληνώσεις. Η διαρροή φαίνεται ότι διήρκεσε για μήνες, σε τέτοιο βαθμό ώστε η συγκέντρωση του αερίου να είναι επαρκής για να προκαλέσει την έκρηξη από έναν απλό σπινθήρα τεχνικού εξοπλισμού. Το αποτέλεσμα ήταν ο θάνατος πέντε εργατριών που εργάζονταν στη βραδινή βάρδια.
Η υπόθεση, ωστόσο, περιπλέκεται ακόμη περισσότερο. Από τις έρευνες προκύπτει ότι ο χώρος της έκρηξης, έκτασης περίπου 400 τ.μ., δεν είχε δηλωθεί στο σχέδιο πυρασφάλειας του 2025, ούτε αποτυπωνόταν στα επίσημα σχέδια του εργοστασίου. Ως συνέπεια, στον χώρο δεν υπήρχαν ανιχνευτές διαρροής αερίου, οι οποίοι θα είχαν εντοπίσει τη διαρροή και θα είχαν αποτρέψει την έκρηξη. Παράλληλα, οι σωληνώσεις ήταν υπόγειες, ενώ βάσει της νομοθεσίας θα έπρεπε να είναι υπέργειες ώστε να επιθεωρούνται και να συντηρούνται διαρκώς, ενώ και η απόσταση των δεξαμενών από τις εγκαταστάσεις της βιομηχανίας ήταν λανθασμένη.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, οι ίδιες οι εργαζόμενες είχαν διαπιστώσει και καταγγείλει την έντονη οσμή αερίου, χωρίς όμως να υπάρξει οποιαδήποτε ουσιαστική παρέμβαση. Το εργοστάσιο, άλλωστε, είχε απασχολήσει και στο παρελθόν το Εργατικό Κέντρο Τρικάλων, λόγω καταγγελιών για θερμική καταπόνηση κατά τους θερινούς μήνες, προβλήματα στις διεξόδους διαφυγής και ελλείψεις στο σύστημα ανίχνευσης αερίων. Συγκλονιστική είναι η μαρτυρία της μητέρας της Ελένης Κατσαρού, μιας εκ των θυμάτων, η οποία εργάζεται επίσης στον ίδιο χώρο: «Δεν γινόταν συντήρηση στα μηχανήματα. Τόσο καιρό μύριζε υγραέριο και τους λέγαμε, και δεν έκαναν τίποτα. Τίποτα. Ανατινάχτηκε το παιδί μου».
Εύλογα προκύπτει το ερώτημα πώς είναι δυνατόν να μην εντοπίστηκαν τόσο οφθαλμοφανείς και σοβαρότατες παρατυπίες. Πώς γίνεται, παρά τις επανειλημμένες καταγγελίες για τις συνθήκες εργασίας και ειδικά για το σύστημα ανίχνευσης αερίων, να μην πραγματοποιήθηκε ούτε ένας ουσιαστικός επιτόπιος έλεγχος από τις αρμόδιες υπηρεσίες; Η απάντηση είναι δυστυχώς τόσο απλή όσο και τραγική: Tα σχέδια ασφάλειας βασίζονταν στην «κατά δήλωση» συμμόρφωση των ιδιοκτητών, ενώ ακόμη και αυτά ήταν τυπικά ελλιπή, ιδίως ως προς το έγγραφο «προστασίας έναντι εκρήξεων».
Η πραγματικότητα είναι ότι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί του κράτους είναι, στην πράξη, ανύπαρκτοι και το σύστημα πιστοποίησης των μέτρων ασφάλειας στους χώρους εργασίας είναι βαθιά διάτρητο. Από τη μία, κανένας κρατικός φορέας δεν ελέγχει ουσιαστικά τίποτα. Από την άλλη, οι τεχνικοί ασφαλείας και οι γιατροί εργασίας που συντάσσουν τις σχετικές αναφορές είναι εργαζόμενοι των ίδιων των εταιρειών, πλήρως εξαρτημένοι από την εργοδοσία.
Είναι προφανές ότι απαιτούνται άμεσες και συνολικές αλλαγές στους μηχανισμούς ελέγχου των χώρων εργασίας. Πρώτο και βασικό βήμα θα πρέπει να είναι η ουσιαστική ενίσχυση της Επιθεώρησης Εργασίας, η οποία σήμερα είναι υποστελεχωμένη σε βαθμό λειτουργικής παράλυσης. Παράλληλα, οι αναφορές των τεχνικών ασφαλείας και των γιατρών εργασίας θα πρέπει να επικυρώνονται από ανεξάρτητους, ορκωτούς τεχνικούς και γιατρούς, ενδεχομένως διορισμένους από τα Εργατικά Κέντρα μέσω κλήρωσης, ώστε να περιοριστούν τα φαινόμενα διαφθοράς και εξάρτησης.
Τέλος, είναι αναγκαία η συνολική ανάσχεση του εργασιακού μεσαίωνα που έχει θεσπιστεί από τα μνημόνια και μετά. Ένα καθεστώς που, πέρα από την ακραία καταπόνηση των εργαζομένων και τη δραματική υποβάθμιση του επιπέδου διαβίωσης, αφήνει χώρο στην εργοδοτική αυθαιρεσία σε βαθμό που, όπως αποδεικνύεται, είναι εγκληματικός.
Καμία προστασία για τις γυναίκες στην εργασία
Το γεγονός ότι όλα τα θύματα του εργατικού δυστυχήματος στη Βιολάντα είναι γυναίκες δεν αποτελεί τραγική σύμπτωση. Αντίθετα, αποτυπώνει με τον πιο ωμό τρόπο ότι ο εργασιακός μεσαίωνας που κυριαρχεί στην αγορά εργασίας έχει σαφές έμφυλο αποτύπωμα. Οι γυναίκες βιώνουν συστηματικά διακρίσεις στον χώρο της εργασίας: αμείβονται χαμηλότερα, καταλαμβάνουν σπανιότερα ιεραρχικά υψηλότερες θέσεις και βρίσκονται συχνότερα σε επισφαλείς μορφές απασχόλησης σε σχέση με τους άνδρες συναδέλφους τους.
Παράλληλα, όταν είναι μητέρες, το βάρος που επωμίζονται γίνεται πολλαπλό. Όπως και στην περίπτωση μιας από τις εργαζόμενες στη Βιολάντα, που εργαζόταν στη νυχτερινή βάρδια για να μπορεί να φροντίζει το παιδί της, οι γυναίκες καλούνται να προσαρμόσουν τη ζωή και την εργασία τους σε εξαντλητικά ωράρια, πληρώνοντας το κόστος της «συμφιλίωσης» οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής με την υγεία και την ασφάλειά τους.
Αν πρόκειται, μάλιστα, για εργάτριες, άνεργες ή μητέρες σε μονογονεϊκές οικογένειες, η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο ασφυκτική. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η μόνη ουσιαστική στήριξη που συχνά υπάρχει είναι εκείνη του κοινωνικού περιβάλλοντος και του ευρύτερου οικογενειακού κύκλου, σε ένα κράτος που απουσιάζει συστηματικά από κάθε ουσιαστική πολιτική φροντίδας.
Σε μια χώρα που βρίσκεται αντιμέτωπη με οξεία δημογραφική κρίση, είναι τουλάχιστον σκανδαλώδες το πόσο ανεπαρκή και ελλιπή είναι τα μέτρα προστασίας και κοινωνικής μέριμνας για τις μητέρες. Η επίκληση της «οικογένειας» ως εθνικής προτεραιότητας καταρρέει όταν συγκρούεται με την πραγματικότητα της επισφάλειας, της εξάντλησης και, τελικά, της έκθεσης των γυναικών σε θανατηφόρους κινδύνους στον χώρο εργασίας.
Το πολιτικό σύστημα σε ρόλο αδιάφορου σχολιαστή
Το εργατικό δυστύχημα στη Βιολάντα αποκαλύπτει, για μία ακόμη φορά, τη γενικευμένη κατάρρευση των υποδομών στη χώρα. Από τα μνημόνια και έπειτα, μοιάζει να έχουν διαλυθεί τα πάντα: Δεν υπάρχει ουσιαστικός έλεγχος, ενώ οι εργαζόμενοι παραμένουν απολύτως απροστάτευτοι. Σε εργοτάξια, ντελίβερι, εργοστάσια και χώρους βαριάς εργασίας, η επιστροφή στο σπίτι δεν είναι δεδομένη. Ακόμη και στις περιπτώσεις όπου οι ίδιοι οι εργαζόμενοι καταγγέλλουν τα προβλήματα και τους κινδύνους, το κράτος επιλέγει συστηματικά την αδιαφορία. Καταγγελίες είχαν προηγηθεί όχι μόνο στη Βιολάντα, αλλά και στα Τέμπη και στα αεροδρόμια.
Ως τραγική ειρωνεία, λίγους μόλις μήνες πριν από αυτά τα περιστατικά, η κυβέρνηση βαυκαλιζόταν για το επίπεδο ασφάλειας σε όλες αυτές τις περιπτώσεις. Μόνιμος κίνδυνος, παντού, πέρα από τα εκατοντάδες εργατικά ατυχήματα και δυστυχήματα, βλέπουμε ανελκυστήρες να καταρρέουν, καυστήρες σχολείων να εκρήγνυνται, ταβάνια να πέφτουν, περιοχές να πνίγονται με την πρώτη έντονη βροχόπτωση. Ένα διαρκές καθεστώς ανασφάλειας, που διαπερνά κάθε πτυχή της καθημερινότητας.
Τι κάνει, όμως, το κράτος και το πολιτικό σύστημα; Μέχρι να συμβεί το επόμενο περιστατικό, κανείς δεν ήξερε τίποτα ‒ ή, αν ήξερε, θα ισχυριστεί ότι «τα έλεγε», αλλά δεν άκουσε κανείς. Λες και κυβέρνηση, αντιπολίτευση και κρατικός μηχανισμός λειτουργούν ως σχολιαστές στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης: Λένε τα αυτονόητα, ξεσπούν και πάμε παρακάτω.





































































