Δημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από το νέο βιβλίο των εκδόσεων Ασυνεχεια, Πολυπολικός κόσμος, Γεωπολιτική και Ευρώπη του Πιερλουίτζι Φαγκάν, σε μετάφραση της Άβας Μπουλούμπαση που θα κυκλοφορήσει στα βιβλιοπωλεία μέσα στις επόμενες εβδομάδες.

Ο Πιερλουίτζι Φαγκάν μελετά εδώ και χρόνια την πορεία προς έναν πολυπολικό κόσμο και δηλώνει πως ακολουθεί ή χρησιμοποιεί πολλά στοιχεία της επιστήμης της πολυπλοκότητας για να ερμηνεύσει πολλά από τα φαινόμενα του σύγχρονου κόσμου.

Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του αφορά προβλήματα της γεωπολιτικής σκηνής, ζητήματα γνωσιοθεωρίας, εξέλιξης του ανθρώπου και της κοινωνίας. Επιμένει πως στις μέρες μας γίνεται μια μετάβαση από τη νεωτερική εποχή στην εποχή της πολυπλοκότητας. Ο Φαγκάν υποστηρίζει ότι: «Ένα δυναμικό σύστημα, που αποτελείται από πολλά μέρη σε σχέση το ένα με το άλλο και το οποίο κατευθύνεται προς χαοτικές συμπεριφορές, είναι μια τέλεια περιγραφή της πολυπλοκότητας».

Οι εργασίες του Πιερλουίτζι Φαγκάν μας βοηθούν με το εύρος και το βάθος τους να φωτίσουμε και κατανοήσουμε πολλά σύγχρονα ζητήματα. Η βαθιά του γνώση, που εκτείνεται σε πολλούς διεπιστημονικούς τομείς και η ικανότητά του να συνθέτει και να εκφράζει σε μεγάλο βαθμό το καθοριστικό στοιχείο της πολυπλοκότητας, τον καθιστά έναν σημαντικό μελετητή των όσων συμβαίνουν στη γεωπολιτική σφαίρα. Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος που ώθησε στην έκδοση αυτού του βιβλίου, που περιέχει τρεις εκτενείς εργασίες του συγγραφέα: 1) «Η διαρκής σύγκρουση ως λίκνο του νέου πολυπολικού κόσμου», 2) «O χώρος της πολιτικής στον πολυπολικό κόσμο – Νέα κράτη, αποσχίσεις, κυριαρχία» (από αυτή την εργασία είναι και το απόσπασμα που προδημοσιεύουμε) και 3) «Γεωπολιτική της Ευρώπης».

Πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ιταλικά το βιβλίο του Προς έναν πολυπολικό κόσμο (Verso un mondo multipolare), εκδόσεις Fazi, 2017.

 

του Πιερλουίτζι Φαγκάν

Ας επιχειρήσουμε να εξετάσουμε λοιπόν προσεκτικά τη σημερινή εκδοχή του παγκόσμιου πολυπολικού συστήματος προς το οποίο οδεύουμε. Υπάρχει μια μοναδική υπερδύναμη, οι ΗΠΑ, και δύο ασύμμετρες δυνάμεις, μια στρατιωτική, η Ρωσία, και μια οικονομική, η Κίνα. Όποιος χρησιμοποιεί τους τυπικούς μηχανισμούς της παραδοσιακής σκέψης σχετικά με τις Διεθνείς Σχέσεις ή τη Γεωπολιτική, στο σημείο αυτό προβλέπει πως η δυνητική δύναμη του πληθυσμού και της οικονομίας της Κίνας, είναι θέμα χρόνου να μετατραπεί σε στρατιωτική δύναμη. Όμως υπάρχει κάτι που δημιουργεί πρόβλημα σε μια τέτοια πρόβλεψη, τουλάχιστον στη γραμμική της μορφή.

Η Κίνα

Κατά πρώτον, μετά το δίδαγμα του Ψυχρού Πολέμου, η Κίνα θα είναι πολύ προσεκτική στο να μην παρασυρθεί σε στρατιωτικές σπατάλες, σε βάρος των επανεπενδύσεων στους τομείς της ανάπτυξης και της αναδιανομής. Μόνο ένας αναλυτής της σχολής του αμερικανικού think tank θα μπορούσε να υποτιμήσει το ζήτημα των τεράστιων ανισοτήτων που ενυπάρχουν σε έναν πληθυσμό 1,4 δισεκατομμυρίων ανθρώπων, κάτι που ένας Κινέζος ‒γνώστης της ιστορίας της χώρας του‒ δεν πρόκειται να το κάνει.

Κατά δεύτερον, η Κίνα θα προσέξει ιδιαίτερα να μην ανακινήσει το «δίλημμα της ασφάλειας». Δηλαδή να μην συντελέσει στη δημιουργία ασταθούς κλίματος, όπου κάθε κράτος ξέρει καλά πως αν αποκτήσει υπερβολικά μεγάλο στρατιωτικό εξοπλισμό, έστω κι αν αυτός έχει αμυντικό χαρακτήρα –αφού ό,τι σήμερα γίνεται για την άμυνα κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει πως αύριο θα χρησιμοποιηθεί επιθετικά-, αυτό θα ωθήσει τους γείτονες σε ανάλογο εξοπλισμό.

Πάνω απ’ όλα, η Κίνα χρειάζεται ειρήνη και αρμονία στον στρατηγικό της περίγυρο, επειδή η κύρια στρατηγική της είναι η ανάπτυξη εμπορικών δικτύων. Εξάλλου ιδιαίτερος στόχος της είναι να εμφανίζεται σαν «φιλική δύναμη» με «πνεύμα συνεργασίας και αμοιβαιότητας», για παράδειγμα απέναντι στην Αφρική, αποφεύγοντας χοντροκομμένες και προφανείς αποικιοκρατικές βλέψεις, επιθετικές ή υπερβολικά εγωιστικές. Στόχος με ευρύτερη απεύθυνση, αφού επιδιώκει να προσελκύσει «πελάτες» πρώτα από τη Δύση, κι αυτό την αναγκάζει να προσφέρει κάτι περισσότερο και κάτι καλύτερο.

Οι δημόσιες δηλώσεις της Κίνας, σχετικά με τις απόψεις της για τις εξωτερικές διεθνικές σχέσεις σήμερα είναι πάνω-κάτω ίδιες με όσα έλεγε στη Διάσκεψη του Μπαντούνγκ το 1955, και είναι σε μεγάλο βαθμό πειστικές, όχι λόγω ηθικής ανωτερότητας, αλλά από στρατηγική ευφυΐα την οποία διαθέτουν οι Κινέζοι σχεδόν 2.000 χρόνια πριν τον φον Κλαούζεβιτς.

Τέλος, δεδομένου ότι η Κίνα δεν μπορεί να δεχτεί θαλάσσια επίθεση από τις ΗΠΑ ‒με την οποία τη χωρίζει ο ωκεανός‒ και την Ιαπωνία, έχει συνάψει μια σημαντική ευρεία συμφωνία με τη Ρωσία (που στο παρελθόν ήταν ο μοναδικός πιθανός εχθρός γεωγραφικά, ή κάποτε και ιστορικά μιλώντας) και φαίνεται ότι προτίθεται να συνάψει σχέσεις φιλικές, αν και προσεκτικές αλλά ουσιαστικά ισότιμες με την Ινδία, και ίσως περιοριστεί στην ενίσχυση του ναυτικού της, της διαστημικής της δύναμης, της ηλεκτρονικής και της ψηφιακής ισχύος της ή να προωθήσει κάποια διακριτική εμπροσθοφυλακή ανά τον κόσμο, χωρίς να επιδοθεί στη μαζική παραγωγή τεθωρακισμένων και πυραύλων.

Ας μην ξεχνάμε ότι η Κίνα έχει τεράστια έκταση και πληθυσμό και νομίζω ότι το τελευταίο που θα ήθελαν οι ηγέτες της θα ήταν η προσάρτηση άλλων εδαφών ή πληθυσμών, που θα γιγάντωνε το μεγάλο πρόβλημα διαχείρισης των κατοίκων της που ήδη αντιμετωπίζει. Αν χρειάζεται επιπλέον έδαφος είναι προτιμότερο να το αγοράσει όπως κάνει στην Αφρική ή να επιδιώκει έναν διακριτικό εποικισμό όπως κάνει στην Ανατολική Σιβηρία.

Η Ρωσία

Αλλά πώς πορεύονται οι άλλοι δύο παίκτες; Η Ρωσία, δύναμη της Κεντρικής Ευρασίας, με γεωγραφική θέση βολική και ταυτόχρονα άβολη στρατηγικά εδώ και εβδομήντα χρόνια, δέχεται πιέσεις από τις ΗΠΑ για να παραμείνει στα γρανάζια της κλιμάκωσης της στρατιωτικής έντασης, που μετατρέπεται σε υπονόμευση της οικονομικής προόδου της. Με το πλεονέκτημα των ενεργειακών πηγών, των πολλών πρώτων υλών που έχει στη διάθεσή της και τροφικά αυτάρκης, η Ρωσία συμμετέχει σε αυτήν την κλιμάκωση με βασικό της μέλημα την ασφάλεια.

Αλλά και για να εκμεταλλευτεί πιθανές αδυναμίες των όμορων πρώην δημοκρατιών της ΕΣΣΔ που έχει κάθε συμφέρον να εντάξει στη σφαίρα επιρροής της, για να αξιοποιήσει την ανάγκη παραγωγής όπλων που είναι εξαγώγιμα προϊόντα (και με τις εξαγωγές συνδέεται με πιθανούς εταίρους), όπως και λόγω της σημασίας που έχει ιστορικά η στρατιωτική γραφειοκρατία στο εσωτερικό της, και, τέλος, λόγω της υποχρέωσής της να στηρίξει περιφερειακούς συμμάχους, που με τη σειρά τους δέχονται πιέσεις από τους Αμερικανούς.

Όσο οι Ευρωπαίοι παραμένουν στο δυτικό-ατλαντικό σύστημα, η Ρωσία δύσκολα θα απαγκιστρωθεί από αυτή τη μέγγενη. Γενικά, στη Ρωσία θα απελευθερωθούν πολλά εδάφη (λόγω της υπερθέρμανσης του πλανήτη) σε έναν κόσμο πυκνά υπερκατοικημένο, και με δεδομένο πως η Ρωσία είναι μια από τις πιο αραιοκατοικημένες χώρες του κόσμου (αν όχι η πιο αραιοκατοικημένη σε απόλυτους αριθμούς), κι αυτή δεν είναι καθόλου κακή προοπτική ‒ αν εξαιρέσουμε τα προφανή προβλήματα διαχείρισης, λογιστικής και ενσωμάτωσης πιθανών μεταναστών. Για τον ίδιο λόγο, η πολική περιοχή που βρίσκεται στις βόρειες ακτές της γίνεται νέα «θερμή» περιοχή.

Οι ΗΠΑ

Οι ΗΠΑ είναι μια πραγματική, δηλαδή στρατιωτική, δύναμη απρόσβλητη ουσιαστικά από οιεσδήποτε απειλές. Αντίθετα, ο σημαντικός πληθυσμός τους έχει ξεπεραστεί κατά πολύ από αυτόν της Κίνας ή της Ινδίας, ενώ προοπτικά, απειλείται επίσης από την πληθυσμιακή αύξηση πιο περιφερειακών χωρών, σαν την Ινδονησία, τη Βραζιλία ή τη Νιγηρία. Αν οι χώρες αυτές επιχειρήσουν να αξιοποιήσουν τη δημογραφική τους ανάπτυξη για την προώθηση της οικονομικής τους προόδου, όπως συμβαίνει με την Κίνα και την Ινδία, τότε και από αυτήν την πλευρά οι ΗΠΑ θα χάσουν την αναμφισβήτητη μέχρι τώρα υπεροχή τους. Πρέπει επίσης να επισημάνουμε και μερικούς άλλους παράγοντες.

Ο ένας είναι η συνεισφορά του ευρύτερου συστήματος στο οποίο εντάσσεται ο ένας πόλος, του συνολικού δυτικού συστήματος στην παλιότερη ιστορία, του ασιατικού συστήματος και του αφρικανικού συστήματος σήμερα και στο μέλλον. Το «κέντρο του κόσμου» μετατοπίζεται γοργά προς την Ανατολή, κι αυτό τείνει να περιορίσει τις δυνατότητες των ΗΠΑ, σε συνάρτηση με το κατά πόσον αυτές θα καταφέρουν να ενισχύσουν τα πλεονεκτήματά τους και να ελαχιστοποιήσουν τις αδυναμίες τους.

Μια άλλη παράμετρος που πρέπει να έχουμε κατά νου είναι τα οριακά σημεία, τα αθέατα όρια στα οποία τα συστήματα υπό συρρίκνωση ή σε ανάπτυξη, υφίστανται μια μη γραμμική επιτάχυνση της πορείας τους. Οι ΗΠΑ σίγουρα μπορούν να απορροφήσουν μια μείωση του ειδικού βάρους του ΑΕΠ τους στο παγκόσμιο ΑΕΠ, αλλά υπάρχουν όρια πέρα από τα οποία οι επιπτώσεις δεν είναι γραμμικές. Ας σκεφτούμε π.χ. τον ρόλο του δολαρίου στην παγκόσμια οικονομία και τα καταιγιστικά αποτελέσματα που θα προκαλούσε έστω και μια μικρή πτώση της τιμής του.

Στο φαινόμενο αυτό επενεργεί με περίεργο τρόπο η ιδιότυπη αμερικανική κοινωνική διαστρωμάτωση που διαθέτει μια ελίτ με συμπεριφορά αυτόνομη, έξω από κανόνες, που αντιδρά με τον δικό της τρόπο σε κάθε πιθανή μείωση.

Μετά είναι η αταξία, στα πλαίσια της οποίας όποιος έχει συνηθίσει να μάχεται με νόμιμους και κανονιστικούς τρόπους, με κανόνες ορατούς ή αόρατους και σε περιβάλλοντα που όσο άναρχα κι αν είναι, διαθέτουν ωστόσο πολύμορφες υποδομές και θεσμούς, θα χρειαζόταν να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για να συντονιστεί με ένα περιβάλλον πολύ λιγότερο ρυθμισμένο και υποστηριζόμενο.

Επειδή σε μακρο-επίπεδο είμαστε σε μετάβαση από έναν σχετικά πιο απλό κόσμο σε έναν πιο σύνθετο, η πολυπλοκότητα γίνεται από μόνη της πρόβλημα για όποιον θέλει να εξασφαλίσει απεριόριστη δύναμη σαν αυτή στην οποία είναι συνηθισμένοι οι Αμερικανοί. Αντίθετα, θα μπορούσε να θεωρηθεί πιθανό ότι οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται να υποστηρίξουν, ή και να υποδαυλίσουν μια ορισμένη πλανητική αταξία προκειμένου να αυξηθεί η ανάγκη για «προστασία». Όμως σε μια τέτοια περίπτωση, είναι αμφίβολο αν οι ΗΠΑ θα μπορέσουν να προβλέψουν και άρα να διαχειριστούν όλες τις δυναμικές που θα μπορούσαν να προκύψουν από μια τέτοια αταξία.

Η Ευρώπη

Τέλος η Ευρώπη, πραγματικό βαρίδι για την αμερικανική δύναμη, μια Ευρώπη πεισματικά διασπασμένη, μακιαβελική, γερασμένη, ιδιόρρυθμη, μια σαπουνόφουσκα που αντανακλά την ιδιαίτερη ιστορία της αλλά την απομονώνει από τον εντελώς νέο κόσμο που οι Ευρωπαίοι φαίνεται ότι είναι ανίκανοι να κατανοήσουν. Στη βάση της προφανούς διαπίστωσης ότι σε μια τόσο δυναμική κατάσταση πολυπολισμού, η Ευρώπη δεν είναι ούτε δύναμη, ούτε υποκείμενο με όρους εξωτερικής πολιτικής, όντας υπερβολικά οικονομικά και δημογραφικά κατατεμαχισμένη, δηλαδή δεν είναι «ένα νέο σύνολο, πέρα από το άθροισμα των μερών του».

Μια κατάσταση που νομίζουν ότι μπορούν να αντιμετωπίσουν με το ανούσιο σύνθημα περί των «Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εφαρμοστεί και, κύρια, να λειτουργήσει. Η αντιμετώπιση αυτή του μεγάλου προβλήματος για τη συμμετοχή σε αυτή τη γεωγραφική περιοχή του πλανήτη αλλά με συνθήματα κενά περιεχομένου, ενισχύει την άποψη που θεωρεί πως οι Ευρωπαίοι αδυνατούν να συντονιστούν με τη σύγχρονη εποχή.

Η πολυπλοκότητα γίνεται από μόνη της πρόβλημα για όποιον θέλει να εξασφαλίσει απεριόριστη δύναμη σαν αυτή στην οποία είναι συνηθισμένοι οι Αμερικανοί. Αντίθετα, θα μπορούσε να θεωρηθεί πιθανό ότι οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται να υποστηρίξουν, ή και να υποδαυλίσουν μια ορισμένη πλανητική αταξία προκειμένου να αυξηθεί η ανάγκη για «προστασία». Όμως σε μια τέτοια περίπτωση, είναι αμφίβολο αν οι ΗΠΑ θα μπορέσουν να προβλέψουν και άρα να διαχειριστούν όλες τις δυναμικές που θα μπορούσαν να προκύψουν από μια τέτοια αταξία

Ασταθές πολυπολικό σύστημα με διαρκή σύγκρουση

Ο πολυπολικός κόσμος που διαμορφώνεται περιλαμβάνει επίσης και δυνάμεις μεσαίες, περιφερειακές, ακόμη και μερικές τοπικές δυνάμεις που είναι σε θέση να εμποδίσουν κινήσεις που κάποτε σχεδίαζαν οι γεωγράφοι της Βρετανικής Αυτοκρατορίας καθισμένοι στη ζεστασιά των λονδρέζικων σπιτιών τους, δοκιμάζοντας το ζεστό τσάι τους. Για να επανασχεδιαστεί ο παγκόσμιος χάρτης σήμερα χρειάζονται περισσότερα πράγματα από μολύβια και χαρτιά.

Γενικότερα ο κόσμος μας τείνει στη σύγκλιση των οικονομικών δεικτών (προερχόμαστε από τη μεγάλη απόκλιση, αλλά οδεύουμε προς τη μεγάλη σύγκλιση ανάμεσα σε εκτεταμένες περιοχές), δημιουργεί περιφερειακά δίκτυα πιο πυκνά από τα κατά κανόνα πλανητικά δίκτυα, τείνει στον πλουραλισμό των μεγάλων διεθνών οντοτήτων (τράπεζες, επενδύσεις, πολιτισμοί, παραδόσεις, συνεργασίες, χρηματιστικο-οικονομικές περιοχές, διπλωματικά φόρουμ), προσφέρει εναλλακτικές σε αυτό που προηγουμένως ήταν μονοπώλιο, προωθεί σε πλεονεκτικές θέσεις τις οικονομίες που χειραφετούνται και από πρωτόγονη κατάσταση περνούν σε θέση ισχύος απέναντι στις παλαιότερες οικονομίες – όλα αυτά πέρα από τις πολύπλευρες και ανησυχητικές διαστάσεις του περιβαλλοντικού προβλήματος που είναι εύκολο να αναφέρουμε αλλά δύσκολο να αναλύσουμε.

Τέλος, τα μεγάλα πλαίσια ιδεολογικής αναφοράς που συνέδεαν τις ελίτ και τους λαούς των χωρών που επιδίδονταν στο «εκπολιτιστικό» έργο της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού της Ευρώπης, το φιλελεύθερο πνεύμα των οπαδών του Ναπολέοντα, τον φασισμό, τον ναζισμό, τον κομμουνισμό και τον φιλελευθερισμό με τους αντίστοιχους ανταγωνιστές τους που έδρασαν τον 20ό αιώνα, έχουν αποδυναμωθεί αρκετά και δεν φαίνεται ποιος θα μπορούσε να πάρει τη θέση τους – πέρα από κάποια ομάδα ισλαμιστών που προβαίνουν σε επιθέσεις αυτοκτονίας με τη χρηματοδότηση της Σαουδικής Αραβίας. Θα μπορούσαμε να ακολουθήσουμε το παράδειγμα της Ρωσίας που δαιμονοποιείται ως ναζιστική από τους επικεφαλής της μιντιακής προπαγάνδας, αλλά από αυτό το σημείο έως το να πείσεις με σταθερότητα την κοινή γνώμη για το αναπόφευκτο ενός άμεσου πολέμου, υπάρχει μεγάλη απόσταση.

Προς τι είδους πολυπολισμό λοιπόν οδηγούμαστε; Και πώς θα συμπεριφερθεί, στην αρχή τουλάχιστον, το πολυπολικό σύστημα σε έναν κόσμο σύνθετο και διαπλεκόμενο, ένα σύστημα που για πρώτη φορά είναι πολυπυρηνικό και έτσι υποκείμενο σε πολλούς περιορισμούς «αμοιβαίας εξασφαλισμένης καταστροφής» (όσο κι αν εξακολουθούμε να υποτιμούμε τους συμβατικούς εξοπλισμούς που από πολλές απόψεις δεν είναι λιγότερο καταστροφικοί).

Το πλαίσιο που προαναφέραμε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κωδικά σαν «ασταθής πολυπολισμός», όπου η αμερικανική υπερδύναμη δεν μπορεί σίγουρα να ελπίζει σε μια αύξηση της επιρροής της ποσοτικά και γεωγραφικά, δεν μπορεί να αρκεστεί σε ένα στάτους κβο επειδή σε κάθε περίπτωση τραντάζεται εκ θεμελίων από τη δυναμική ανάμεσα στα μέρη του παγκόσμιου συστήματος και έτσι πρέπει να αντέξει όσο το δυνατόν περισσότερο προκειμένου να διατηρήσει τα σημαντικά μέχρι στιγμής πλεονεκτήματά της, πασχίζοντας συγχρόνως να καθυστερήσει την άνοδο όσων την αμφισβητούν.

Κι αυτό είναι υποχρεωμένη να το κάνει στα προβληματικά πλαίσια της παγκόσμιας κατάστασης που περιγράψαμε πριν, και ενώ πολλαπλασιάζονται οι μικροί και οι μεγάλοι παίκτες που τραβούν ο καθένας το δικό του δρόμο. Διαθέτοντας ακόμη μια ισχυρή ηγεσία στον πραγματικό, τον στρατιωτικό τομέα, το αμερικανικό πρόβλημα αφορά την εν δυνάμει ισχύ, τη σχέση ανάμεσα στο 5% που αντιπροσωπεύει ο πληθυσμός των ΗΠΑ στον πληθυσμό της Γης, με οικονομική δύναμη που κυριαρχεί κατά το 25% στην παγκόσμια οικονομία, με ακόμη μεγαλύτερη εμβέλεια στον χρηματιστικο-οικονομικό τομέα.

Ο βραχνάς της «αμοιβαίας εξασφαλισμένης καταστροφής», για τις ΗΠΑ, ισχύει όχι μόνο για τους Ρώσους αλλά και για τους Κινέζους επειδή είναι ξεκάθαρο πως και οι δύο ‒πέρα από τον αμοιβαίο ανταγωνισμό τους που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε φυσιολογικό λόγω της γεωγραφικής εγγύτητας, μια και έχουνε συμπληρωματικά δυνατά σημεία‒ έχουν ένα ξεκάθαρα κοινό συμφέρον, κι αυτοί όπως και άλλοι, δηλαδή τη σταθεροποίηση ενός πραγματικά ισορροπημένου πολυπολισμού.

Η ενίσχυση της σημερινής συνεργασίας τους ισοδυναμεί με μια άρρητη συμμαχία. Η Κίνα, η Ινδία, η Νοτιοανατολική Ασία, το Πακιστάν, η Βόρεια και η Νότια Κορέα, η Αφρική και η Νότια Αμερική, έχουν συμφέρον να μην πάρουν τα όπλα, τη στιγμή που αναπτύσσονται οικονομικά και κοινωνικά. Και η Ρωσία, αν είχε τη δυνατότητα, θα βιαζόταν να ασχοληθεί περισσότερο με την ανάπτυξή της αντί να τα δίνει όλα στον ανταγωνισμό της με τον αμερικανικό γίγαντα.

Από αυτόν τον αγώνα δρόμου δεν θα απουσίαζαν, αν δεν δεσμευόντουσαν από άλλου είδους περιορισμούς, ούτε οι Ιάπωνες ή οι Ευρωπαίοι. Οι μοναδικοί που όντως έχουν συμφέρον να στηρίξουν την υπερδύναμη που έχουν στα χέρια τους είναι οι ίδιοι οι Αμερικανοί, και μερικές περιφερειακές δυνάμεις της Μέσης Ανατολής.

Θα μπορούσε να ερμηνευτεί όλο αυτό το πλαίσιο σαν μια κινηματογραφική ταινία μετάβασης από μια ασταθή σε μια πιο ισορροπημένη κατάσταση, που να σημαδεύεται από την οικονομική πρόκληση των αναπτυσσόμενων δυνάμεων προς την φθίνουσα Αμερική που θα αντισταθεί με όλα τα μέσα. Με ποιον τρόπο όμως, αν σε τελευταία ανάλυση μια άμεση σύγκρουση είναι απαγορευτική λόγω της απειλής ενός πυρηνικού πολέμου;

Εκείνο στο οποίο είμαστε ήδη εμβυθισμένοι είναι ένα ασταθές πολυπολικό σύστημα με διαρκή σύγκρουση. Θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε αυτή την ερμηνεία με τον όρο «πολύπλοκος ρεαλισμός», ένας ρεαλισμός που επανερμηνεύει τις ιστορικές παραμέτρους προβάλλοντάς τες στη σημερινή παγκόσμια πραγματικότητα, που είναι εντελώς διαφορετική από το χτες. Η λέξη «σύγκρουση» αποκτά εδώ ένα νέο περιεχόμενο που εμπεριέχει πολλές μορφές ένοπλης σύγκρουσης, αλλά και δεν περιορίζεται μόνο σε μια τέτοια σύγκρουση, αλλά αντικαθιστά τον παραδοσιακό πόλεμο, διευρύνοντας το μέτωπο και τον χρόνο του αλληλοσπαραγμού. Σήμερα οι δυνάμεις δρουν σε ένα σκηνικό πολυδιάστατο.

 

Το βιβλίο του Πιερλουίτζι Φαγκάν θα κυκλοφορήσει μέσα στον Ιούλιο από τις εκδόσεις Α/συνεχεια

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!