Οι πολιτικοί πρόσφυγες στις ανατολικές χώρες έχουν καταγραφεί στην επίσημη ιστορική αφήγηση ως ένα περιθωριακό φαινόμενο και στην καλύτερη περίπτωση ως ένα από τα παράγωγα του αποκαλούμενου -κοινή συναινέσει των κομμάτων- «Εμφυλίου Πολέμου 1946-1949». Βέβαια, αυτό δεν έχει συμβεί μόνο με αυτού του είδους την προσφυγιά, καθώς η κυρίαρχη τάση του ελληνικού κατεστημένου είναι να αντιμετωπίζει όλους τους Έλληνες του εξωτερικού ως ένα ξεκομμένο κομμάτι του Ελληνισμού, του οποίου η σημασία σε σχέση με τον εθνικό κορμό που επικεντρώνεται στο μικρό ελληνικό κράτος βαίνει μειούμενη.

Από την αρχή του 20ου αιώνα, οι μεν μετανάστες λογίζονται ως «εμβάσματα», καθώς στέλνουν ντόλαρς στη μητέρα-πατρίδα, και στους νεότερους χρόνους ως ψηφοφόροι, ιδίως αυτοί της Ευρώπης, οι δε πρόσφυγες ως «βάρος» και ως «επικίνδυνοι» αν είναι εισερχόμενοι, όπως οι Μικρασιάτες, και ως «έκπτωτοι» αν είναι εξερχόμενοι. Όσο για τους Έλληνες της Διασποράς που δεν είναι ούτε μετανάστες ούτε πρόσφυγες από την Ελλάδα, αλλά αυτόχθονες στις γενέτειρές τους, αν δεν αγνοούνται και δεν αμφισβητούνται για την ελληνικότητά τους, στην καλύτερη περίπτωση αντιμετωπίζονται ως γραφικοί ή ως κατάλοιπο αλλοτινών εποχών.

Αυτή η κουλτούρα ταιριάζει απόλυτα με τον χαρακτήρα του κράτους προτεκτοράτου, όπου του κεντρικό ζήτημα διαχρονικά δεν είναι η σχέση με τους απανταχού Έλληνες, αλλά η σχέση με τους ξένους που επιτηρούν το προτεκτοράτο και το απομυζούν ανάλογα με τις ανάγκες τους εγγυώμενοι και την μακροημέρευση της άρχουσας ελίτ που τους υπηρετεί.

Παραπέτασμα

Όσοι μεγαλώναμε στις δύο πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, πλην λίγων εξαιρέσεων, δεν ξέραμε για τους πολιτικούς πρόσφυγες που είχαν καταφύγει το 1949 στις ανατολικές χώρες, τίποτα παραπάνω από το «παιδομάζωμα». Όχι μόνο επειδή τελούσαν υπό διωγμό και τους είχε αφαιρεθεί η ελληνική υπηκοότητα ή κατ’ ελάχιστο τους είχε απαγορευθεί ακόμα και η προσωρινή είσοδος στη χώρα, αλλά και γιατί ο χαρακτηρισμός τους ως «συμμοριτών» και «εαμοβουλγάρων» λειτουργούσε εντελώς απωθητικά σε κάθε νέο που δεν ανήκε σε ενεργή κομμουνιστογενή οικογένεια για να έχει εναλλακτική πληροφόρηση εκ των έσω. Με δεδομένο δε ότι εκείνα τα χρόνια ελάχιστοι άνθρωποι ταξίδευαν στο εξωτερικό για ψυχαγωγία ή επιμόρφωση και απειροελάχιστοι προς τις θεωρούμενες σοσιαλιστικές χώρες, συν την έλλειψη κάθε άλλου συμβατικού μέσου επικοινωνίας, ακόμα και της απλής αλληλογραφίας ή τηλεφωνικής συνδιάλεξης, ανάμεσα στους πολιτικούς πρόσφυγες και τα παιδιά τους από τη μια και τους εν Ελλάδι διαβιούντες Έλληνες από την άλλη, υπήρχε μια πολύ αποτελεσματική φραγή επικοινωνίας, ένα πραγματικό υλικό και άυλο παραπέτασμα που είχε κατασκευαστεί από το μετεμφυλιακό κράτος και υπηρετούσε παράλληλα τις επιδιώξεις του Ψυχρού Πολέμου.

Γι’ αυτό, επί δεκαετίες, η ύπαρξη των πολιτικών προσφύγων και των παιδιών τους που αριθμούσαν πολλές δεκάδες χιλιάδες Έλληνες είχε ουσιαστικά μπει στο αρχείο. Το προτεκτοράτο ήταν ανέκαθεν και παραμένει πολύ υπηρετικό απέναντι στους ξένους κηδεμόνες και πολύ απαξιωτικό για οτιδήποτε και οποιονδήποτε συνδέεται άμεσα και έμμεσα με τους αγώνες για την εθνική κυριαρχία, στην πολιτική, την οικονομία και τον πολιτισμό. Αν δεν ήταν έτσι, δεν θα ήταν προτεκτοράτο.

Πολωνία 1963: Παιδιά πολιτικών προσφύγων στην εθνική γιορτή. (Αρχείο ΜΕΤΑ)

Πληγωμένοι

Πολλοί πολιτικοί πρόσφυγες που γνώρισα είναι από τους πιο πληγωμένους ανθρώπους που έχω συναντήσει στην πολυκύμαντη περιδιάβαση της ζωής μου, κι ας είναι άνθρωποι με χιούμορ. Μια υποβόσκουσα πικρία δεν κρύβεται πίσω από χαμόγελα. Και από την οικογενειακή μας εμπειρία, έχω υπόψη μου ότι κάθε ξεριζωμός είναι τραυματικός, ακόμα κι αν δεν εμπεριέχει άμεση σωματική βία. Κι αυτό ισχύει και για τα παιδιά των ξεριζωμένων προσφύγων αν και μεγάλωσαν σε συνθήκες που ήταν πολλά επίπεδα ανώτερες σε ποιότητα από τις συνθήκες ζωής που είχαν οι γονείς τους όταν αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Κι αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ενώ μορφώθηκαν στις χώρες φιλοξενίας, έμαθαν ξένες γλώσσες, (ποιος μη προνομιούχος μάθαινε ξένη γλώσσα στην Ελλάδα στη δεκαετία του ’60;),  απέκτησαν σύγχρονο επάγγελμα και είχαν εξασφαλισμένη τη στέγαση, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και την καριέρα, προτίμησαν να τα παρατήσουν όλα για να γυρίσουν -με την πρώτη ευκαιρία- στην Ελλάδα και να ξεκινήσουν από το μηδέν χωρίς καμία υποστήριξη και σε όχι πολύ φιλικό περιβάλλον.

Με τη δική μου οπτική, θα ήθελα όλοι αυτοί οι Έλληνες να έμεναν από δική τους επιλογή εκεί στις κοινότητές τους και να ανήκαν σε ένα παγκόσμιο δίκτυο αλληλεγγύης και αλληλοσυνεργασίας του Ελληνισμού, που θα είχε σχέση συντονισμού και αλληλοτροφοδοσίας με το ελληνικό κράτος επ’ ωφελεία όλων. Ειδικά οι πολιτικοί πρόσφυγες ήταν πάρα πολύ καλά οργανωμένοι, έκαναν πολλά παιδιά που σπούδαζαν και βρίσκονταν σε πολλές σημαντικές χώρες, από τη Βουλγαρία ως τη Ρωσία και από την Πολωνία ως το Ουζμπεκιστάν. Θα μπορούσαν άνετα να συμβάλλουν στην προαγωγή της διεθνούς συνεργασίας, της ειρηνικής συνύπαρξης, των πολιτιστικών ανταλλαγών, των οικονομικών σχέσεων, του τουρισμού κ.λπ. Να μπορούν, ακόμα κι αυτοί που εξαναγκάστηκαν βίαια να ξεριζωθούν, να αξιοποιήσουν τις ευκαιρίες και να παίξουν ένα εποικοδομητικό ρόλο, μετατρέποντας και το δικό τους πρόβλημα σε πλεονέκτημα.

Αλλά, βέβαια, αυτό προϋπέθετε μια άλλη πολιτεία, ένα άλλο εθνικό κέντρο, ανεξάρτητο και οραματικό, μια άλλη ποιότητα πολιτικού προσωπικού. Δεν θα μπορούσε να γίνει από την ελίτ που με τις ευλογίες και την αμέριστη στήριξη των ξένων κηδεμόνων κρατάει τη χώρα, εκ γενετής, στα χαμηλότερα επίπεδα προόδου. Υπάρχει καλύτερη απόδειξη περί αυτού από το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι 26η μεταξύ των 27 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ανάπτυξη, μετά από 200 χρόνια δουλοπρέπειας στις μητροπόλεις;

Ανιθαγενείς

Οι Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες έφυγαν σακατεμένοι σωματικά και ψυχολογικά από την Ελλάδα, έχοντας χάσει τα πάντα, τα σπίτια τους, τις επιχειρήσεις τους, τα χωράφια τους, τους τάφους των προγόνων τους, τους συγγενείς και τους φίλους τους, τσακισμένοι και τραυματίες, και γύρισαν μετά από μερικές δεκαετίες αξιοπρεπείς και νοικοκύρηδες.

Αντί το ελληνικό κράτος να τους αξιοποιήσει στα μέρη που τους έριξε η ιστορία, τους απέκλεισε απ’ όλα. Βέβαια, αυτό χρειαζόταν άλλα μυαλά, άλλες νοοτροπίες, άλλες συνειδήσεις, άλλες πολιτικές με έγκαιρους και μακροπρόθεσμους σχεδιασμούς που δεν υπήρχαν στο εποικοδόμημα. Σαν απόβλητους τους αντιμετώπισαν και όχι σαν συνδέσμους με τον έξω κόσμο. Αυτό το προσόν που δεν μπορείς να το κατασκευάσεις, εκτός αν είσαι Κινέζος κομμουνιστής και δημιουργήσεις με σχέδιο και σταθερή υποστήριξη εστίες σε όλες τις χώρες του κόσμου, το αρπάζεις αν έχεις στοιχειώδη εθνική λογική- από τα κέρατα και το αξιοποιείς ακόμα κι αν η ευκαιρία έχει προκύψει από σπόντα.

Με τους πολιτικούς πρόσφυγες, οι ελληνικές κυβερνήσεις έκαναν ακριβώς το αντίθετο. Όχι μόνο τους αφαίρεσαν την υπηκοότητα και τους έκαναν «ανιθαγενείς» (και τα παιδιά τους!), και τους απαγόρευσαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, αλλά δεν αναγνώριζαν ούτε τους γάμους τους, ούτε νομιμοποιούσαν τα παιδιά τους, καταπατώντας και τα περιουσιακά τους δικαιώματα! Κι έτσι, η Ελλάδα στερήθηκε της προσφοράς μιας πολύ σημαντικής μερίδας των καλύτερων πολιτών της, αυτών που ο πατριωτισμός είχε δοκιμαστεί στην πράξη, πολεμώντας Γερμανούς, Ιταλούς, Βούλγαρους, Άγγλους και Αμερικάνους κατακτητές και ντόπιους δοσίλογους, με τεράστιες προσωπικές θυσίες κι όχι με αερολογίες και δημοκοπίες.

Με τα πολλαπλά ταξίδια μου στις ελληνικές κοινότητες της Ευρώπης, των Βαλκανίων και της Μαύρης Θάλασσας, εμπέδωσα ακόμα πιο πολύ την πεποίθησή μου για τις δυνατότητες που είχε ο Ελληνισμός να ενισχύσει τα δίκτυα του για ειρηνικούς και προοδευτικούς σκοπούς σε πάρα πολλές χώρες με πολλαπλά οφέλη. Δυνατότητες που χάθηκαν ή καταστράφηκαν από τις εγκληματικές πολιτικές του δουλοπρεπούς πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου της χώρας. Ακόμα κι εκεί που είχαν από μόνες τους ευδοκιμήσει.


Φωτεινή Μπαντή: Όλη η οικογένεια στον αγώνα!

Επειδή η οικογένεια του Βαγγέλη και της Βασιλικής Λιάπη από το χωριό Ροβολιάρι ήταν χαρακτηρισμένη από την αντιστασιακή δράση μελών της στα χρόνια της γερμανικής Κατοχής, βρέθηκε στο στόχαστρο των «εθνικοφρόνων» και του στρατού που έκανε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στη Φθιώτιδα. Τρία από τα αγόρια της οικογένειας συνέχισαν τη δράση τους στο Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας. Μετά, επιστρατεύτηκε και η Φωτεινή για να καταλήξει ως πολιτικός πρόσφυγας στην Πολωνία όπου και έφτιαξε τη δική της οικογένεια με τον Δημήτρη Μπαντή από το χωριό Άμπελος Καρδίτσας. Στην Ελλάδα γύρισε το 1979. Στους Νέους Πόρους Πιερίας, σε μια μάζωξη παιδιών προσφύγων από την Πολωνία, τον περασμένο Σεπτέμβριο, μου μίλησε για τη ζωή της, ακμαία στα 97 της!:

Ήρθαν οι αντάρτες στο Περιβόλι, στο χωριό που είχε μετακομίσει η οικογένειά μας, μας φώναξαν στο σχολείο και μας επιστράτευσαν. Όσοι ήμασταν πάνω από 17-18 χρονώ, μας πήγανε στο Γκλιτσό. Όπως ήμασταν, μ’ αυτά που φορούσαμε. Μετά από οκτώ μέρες ήρθε η μάνα μου, με μια γυναίκα ακόμα και μας έφεραν τα απαραίτητα. Λίγα ρούχα, αυτά που είχαμε στο χωριό∙ δεν είχαμε και πολλά. Καθίσαμε στο Γκλιτσό κανά δυο μήνες. Ήρθε ο αδερφός μου, ο Δημήτρης. Και μου είπε σε μια βδομάδα θα έρθω να σε πάρω. Δεν πρόλαβε όμως. Ήταν σύνδεσμος. Πήγαιναν κι έφερναν όπλα από τα σύνορα. Τον έπιασαν και τον εκτέλεσαν. Από εκεί περάσαμε όλη τη Θεσσαλία. Στους Πόρους, δεν υπήρχαν σπίτια, τίποτα! Λίγο πιο κάτω απ’ τα Τέμπη, περάσαμε μέσα απ’ τη θάλασσα και εκεί πνίγηκαν μερικοί∙ πνίγηκαν και άλογα που είχαμε για τη μεταφορά των τροφίμων. Τα πήρε η θάλασσα, ήταν πολύ το κύμα!

Φτάσαμε στον Άγιο Παντελεήμονα και καθίσαμε εκεί δέκα μέρες. Τότε ήρθε η εντολή να γυρίσουμε πίσω, αλλά ο Νάκος Μπελλής, ο λοχαγός, είπε, παιδιά, μπροστά, πίσω δεν έχει. Περάσαμε ύστερα τη χάσα και βγήκαμε στο Βίτσι.

Ήμασταν γύρω στις τρεις χιλιάδες άτομα και φτάσαμε μονάχα 700! Χάθηκαν τα παιδιά, άλλοι πνίγηκαν κι άλλοι λιποτάκτησαν. Σε κάποια στάση, στα Πιέρια, πέρασε ο στρατός και έπιασε κάπου 15 άτομα που είχαν μείνει πίσω, ήταν βραδυπορούντες, δεν μπορούσαν να περπατήσουνε γρήγορα. Κάποιους τους πήγαν στη φυλακή και άλλους τους γύρισαν στο χωριό τους. Από τότε μέχρι το ’49 ήμασταν στο βουνό.

Η Φωτεινή Μπαντή αφηγείται, στα 97 της! (Φωτό Στέλιος Ελληνιάδης)

Στο βουνό

Κοιμόμασταν καταγής, στα χόρτα. Μας είχαν δώσει κάτι μεγάλα παπούτσια που πήραν νερό, τις μέρες που έγινε το χτύπημα στη Νάουσα∙ έπαθα κρυοπαγήματα και μου βγήκαν όλα τα νύχια από τα πόδια!

Οι σχέσεις με τους αντάρτες ήταν καλές. Υπήρχαν και κάποιοι που έκαναν τον γκόμενο, αλλά όταν τους το έκοψα έγιναν οι καλύτεροι προστάτες μου. Δεν βρέθηκε άνθρωπος να μου κάνει κακό. Ήμουν τυχερή στη ζωή μου. Σκοτώσανε πολύ κόσμο, καταστρέψανε χωριά. Δεν ήταν εύκολα πράγματα. Τι να πει κανένας γι’ αυτούς τους ανθρώπους; Πήγανε στο χωριό, κάψανε τα σπίτια, ρημάξανε τον κόσμο. Ο πατέρας μου είχε πρόβατα. Τα μάζεψε να τα πάρει από το Περιβόλι να τα πάει στο Ροβολιάρι. Και τον πιάσανε στο δρόμο και του πήρανε τα πρόβατα, όλα! Οι γονείς μου πέρασαν πολλά.

Εγώ τραυματίστηκα στο Αμύνταιο. Επειδή ο αδερφός μου, ο Γιάννης, ήταν στη φυλακή, ο Δημήτρης σκοτωμένος και ο τρίτος αδερφός μου, ο Γιώργος, στο βουνό, με είχαν τοποθετήσει σε υπηρεσιακή δουλειά, δεν μου έδωσαν όπλο για να μην κινδυνεύσω κι εγώ. Και όταν κατέβηκαν τα τμήματα και χτυπήσανε τη Νάουσα, εγώ ήμουν στα μετόπισθεν. Κάναμε επιστράτευση. Είχαμε καμιά δεκαριά κοπέλες από το Λαναρά. Κάποια στιγμή ήρθε ένας σύνδεσμος και μου λέει ότι τραυματίστηκε μια χωριανή μου. Άφησα τις κοπέλες να προσέχουν για να πάω να δω την Κούλα. Μόλις, όμως, έκατσα δίπλα της, περνάει το τελευταίο αεροπλάνο. Ήταν αργά, βράδυ. Ρίχνει από ψηλά και με χτυπάει το βλήμα στο κεφάλι. Έπεσα κάτω. Στην οπισθοχώρηση, πέρασε ο σύνδεσμος που ήταν με τον αδερφό μου, τον Γιώργο. Με πήρε στη πλάτη και με ανέβασε απάνω. Φωνάζει τον αδερφό μου. Έφερα τη Φωτεινή τραυματία, δεν καταλαβαίνει τίποτα!

Τότε ο αδερφός μου ζήτησε από την ομάδα του να με πάρει μαζί του. Βοήθησαν τα παιδιά για να μην με πάρουν αυτοί που πηγαίνανε στα νοσοκομεία. Θα την πάρω, είπε ο αδερφός μου, μέχρι εκεί που θα μπορέσω.

Κι έτσι φτάσαμε κοντά στα αλβανικά σύνορα. Ήταν ο άντρας της αδερφής μου εκεί, νοσοκόμος, αλλά δεν με γνώρισε. Και με πήραν μέσα στην Αλβανία. Έκατσα λίγες μέρες στο νοσοκομείο και μετά, επειδή λεγόταν ότι πλησίαζε ο στρατός στα σύνορα, μας πήρανε νύχτα στο καράβι που ήταν φορτηγό. Και μας πήγανε στο Πολίτσε, στην Πολωνία. Πάνω από 15 μέρες κάναμε να φτάσουμε. Μόλις βγήκαμε, με πήραν στο νοσοκομείο κι εκεί βρήκα πολλούς φίλους και συγγενείς.

Στο βουνό είχα μείνει περίπου ενάμιση χρόνο. Είχα ένα λοχαγό που λεγόταν Λίβας Νίκας που τραυματίστηκε όταν ήμουν στη Φουρνά, στη σχολή. Κι όταν τον έφεραν τραυματία στην Πολωνία, στο νοσοκομείο, έβγαλε και μου έδωσε το σταυρουδάκι του λέγοντας «παρ’ το, έτσι κι αλλιώς εμένα δεν με βοήθησε πολύ, είναι της μάνας μου».

Στην Πολωνία

Στην Πολωνία έκατσα αρκετό καιρό στο νοσοκομείο. Στην επιτροπή που περάσαμε, ένας Έλληνας αξιωματικός μού είπε, Φωτεινή, δεν θα υπογράψεις να κάνεις εγχείρηση. Με το βλήμα μπορεί να υποφέρεις, αλλά η εγχείρηση είναι καταδικασμένη. Και δεν υπόγραψα. Εντάξει, στις αρχές ζαλιζόμουν πολύ. Ύστερα, δεν με έβαναν σε δουλειές έξω. Απ’ τις πρώτες μέρες που πήγα, με έφερναν με το κάρο στο σπίτι. Εκεί γνωρίστηκα καλύτερα με τον σύντροφο μου, ήταν σύνδεσμος. Και παντρευτήκαμε. Τον άντρα μου τον πήρανε σε σχολή αξιωματικών στην Πολωνία.

Τελικά εγκατασταθήκαμε στο Κροστσένκο. Ήταν ορεινό μέρος απομονωμένο από την κοινωνική ζωή. Όλοι δουλεύαμε στα χωράφια. Είχαμε άλογα πολλά, γελάδια πολλά. Εγώ στα γελάδια δούλεψα πολύν καιρό.

Δούλευα τη νύχτα, επειδή τη μέρα έπρεπε να φροντίζω τα τρία μου παιδιά∙ είχα χάσει κι ένα, το πρώτο, μωρό. Ήμουνα τυχερή που δεν έπεσα σε άσχημα χέρια. Και πέρασα καλά.

Με είχαν βάλει υπεύθυνη της οργάνωσης. Κάναμε έρανο για να στείλουμε χρήματα στην Ελλάδα. Όλοι έδιναν από το υστέρημά τους και μαζεύαμε αρκετά.

Αποφασίσαμε σαν οργάνωση να κάνουμε το μνημείο του Μπελογιάννη. Μαζέψαμε τα λεφτά με τις εξορμήσεις που κάναμε. Το Κεντρικό Συμβούλιο δεν μας έδινε άδεια. Πήγαμε στους Πολωνούς κι αυτοί μας είπαν «θα το παραγγείλετε, θα τα έχετε όλα έτοιμα και θα το φέρετε τη μέρα που θα είμαστε και εμείς εκεί σαν αντιπροσωπία. Έτσι έγιναν όλα κι όταν έφτασε η προτομή ήταν πολύς κόσμος, ήρθανε και οι Πολωνοί. Μίλησε ένα μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και έτσι έγινε το μνημείο του Μπελογιάννη που είναι ακόμα εκεί.

Είχαμε και διαφορές με τα πολιτικά. Μια εποχή, σαν υπεύθυνη, μ’ έδωσαν ένα χαρτί να διαγράψω 17 άτομα από την οργάνωση. Αλλά εμείς δεν είχαμε πρόβλημα. Και όταν με φώναξαν στο Κεντρικό Συμβούλιο, ένας μεγάλος άνθρωπος από την Κεντρική Επιτροπή, προτού να πάω μέσα, μου είπε, κοίταξε να προστατεύσεις την οργάνωσή σου. Δεν θα υποκύψεις. Όταν μίλησα, τους είπα ότι οι άνθρωποι, εξορμήσεις πηγαίνουν, συνδρομή πληρώνουν, ό,τι χρειάζεται η οργάνωση είναι παρόντες. Με ποιο δικαίωμα θα τους διαγράψω; Με ποια αιτία;

Τι άλλο να πούμε; Από τους Πολωνούς δεν έχω κανένα παράπονο. Μακάρι οι Έλληνες να ήτανε καλύτεροι. Όταν γυρίσαμε στο χωριό του άντρα μου, μας ανοίξανε δυο φορές το σπίτι. Ψάχνανε να βρούνε λίρες! Νομίζανε ότι έχουμε λίρες. Εγώ δεν είχα δει ποτέ μου λίρα.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!