Του Γιώργου Σαχίνη

Με αφορμή την ταινία του Γιάννη Σμαραγδή για τον Ιωάννη Καποδίστρια, άνοιξε ‒για ακόμη μία φορά‒ μια έντονη και αποκαλυπτική αντιπαράθεση.

Πολιτικοί (πρώτοι και καλύτεροι αυτοί, αν και μονίμως απόντες και από την παρακαταθήκη του Καποδίστρια), ιστορικοί, πανεπιστημιακοί, κριτικοί κινηματογράφου, αρθρογράφοι και σχολιαστές, τηλεσχολιαστές έσπευσαν να πάρουν θέση. Άλλοι για την ιστορική ακρίβεια, άλλοι για την αισθητική, άλλοι για τις προθέσεις του δημιουργού.

Ο ίδιος ο Σμαραγδής ξεκαθάρισε έγκαιρα κάτι αυτονόητο: δεν έκανε ντοκιμαντέρ. Έκανε ταινία μυθοπλασίας. Περί αισθητικής ορέξεως του καθενός, ειδικού ή μη, «κολοκυθόπιτα».

Κι όμως, η συζήτηση ξεπέρασε κατά πολύ το ίδιο το έργο. Μετατράπηκε σε κάτι βαθύτερο. Σε μια ακόμη σύγκρουση γύρω από το ποιος δικαιούται να μιλά για την ιστορία, πώς επιτρέπεται να τη νιώθει και ‒τελικά‒ αν ο λαός έχει δικαίωμα να συγκινείται χωρίς να περνά από εξετάσεις ιδεολογικής καθαρότητας.

Δε θα κρίνουμε εδώ την ταινία. Ούτε αισθητικά, ούτε ιστορικά. Δεν είναι αυτό το διακύβευμα. Το πραγματικό ερώτημα βρίσκεται αλλού: γιατί κάθε φορά που ένα έργο τέχνης (ανεξαρτήτως της άποψής μας για την ποιότητά του) αγγίζει πρόσωπα, σύμβολα ή περιόδους με ισχυρό συλλογικό φορτίο, ενεργοποιείται ένας σχεδόν αντανακλαστικός μηχανισμός απαξίωσης όχι μόνο του έργου, αλλά και του ίδιου του κοινού που δείχνει ενδιαφέρον; Τα σχήματα που γίνονται δόγματα είναι πανομοιότυπα και διαχρονικά: «Ο κόσμος δεν ξέρει ιστορία». «Συγκινείται επιφανειακά». «Καταναλώνει μύθους».  «Χειραγωγείται». Η εξήγηση είναι έτοιμη. Και βολική. Μόνο που είναι λανθασμένη.

Διότι αυτό που εκφράζεται μαζικά – είτε με αφορμή τον Καποδίστρια, είτε με άλλες ιστορικές αφηγήσεις ‒ δεν είναι αμορφωσιά. Είναι στέρηση. Στέρηση σχέσης με το παρελθόν. Στέρηση ενός κοινού αφηγήματος που να μη συνοδεύεται από μόνιμη ενοχή. Οι άνθρωποι που γεμίζουν τις κινηματογραφικές αίθουσες δεν μπερδεύουν τη μυθοπλασία με την επιστημονική ιστοριογραφία. Δεν πιστεύουν κατά γράμμα ό,τι βλέπουν. Αναζητούν κάτι διαφορετικό: τη δυνατότητα να συνδεθούν. Με την ιστορία. Με μια συλλογική μνήμη. Με ένα «εμείς» που δεν τους αντιμετωπίζει ως υπόπτους.

Και εδώ υπάρχει ένα στοιχείο που αξίζει να διαβαστεί προσεκτικά ‒ ιδίως απ’ όσους ασκούν πολιτική εξουσία. Δεν είναι καθόλου βέβαιο αν η πολιτική τάξη θα θελήσει ή θα μπορέσει να διαβάσει το μήνυμα που εκπέμπει η απήχηση του «Καποδίστρια». Όμως θα όφειλε. Γιατί τα εισιτήρια που κόβονται δεν πληρώνονται σε «φοίνικες» ή δραχμές νοσταλγίας, αλλά σε ευρώ του σήμερα. Και στα μάτια των θεατών, η ταινία δε μοιάζει απλώς επίκαιρη. Μοιάζει ‒με έναν τρόπο ανομολόγητο αλλά σαφέστατο‒ αναγκαία.

Όχι επειδή δίνει απαντήσεις, αλλά επειδή φωτίζει ένα έλλειμμα: την απουσία σοβαρής, ζωντανής και μη ενοχικής σχέσης με την ιστορική εμπειρία και τη συλλογική ευθύνη.

Αποστειρωμένη ιστορία 

Όταν η ιστορία παρουσιάζεται αποκλειστικά αποστειρωμένη από συναίσθημα, σύμβολα και ταύτιση, παύει να λειτουργεί ως ιστορία. Μετατρέπεται σε πειθαρχικό μηχανισμό. Και τότε ο λαός δεν τη μαθαίνει ‒ την αποφεύγει.

Εδώ ακριβώς παρεμβαίνει αυτό που, για λόγους συντομίας, ονομάζουμε «νεο-προοδευτική διανόηση» ανεξαρτήτως πολιτικού προσήμου και κυρίως της ιδιαίτερης σχέσης που έχει ως οργανική και σιτιζόμενη από το «πρυτανείο» της εκάστοτε εξουσίας. Όχι ως ιδέα νεο-προόδου, νεο-αφήγησης, με όλα τα μέτα- εντός της, από το μετα-δημοκρατία έως το μετα-κοινωνία, αλλά ως στάση. Ως λόγος που δεν περιορίστηκε στην κριτική της εθνικής αφήγησης, αλλά έφτασε στην απαξίωση της ίδιας της λαϊκής πρόσληψης της ιστορίας.

Η συγκίνηση βαφτίζεται εθνικισμός. Η ανάγκη ταύτισης βαφτίζεται αναχρονισμός.

Η συλλογική μνήμη αντιμετωπίζεται ως κατασκευή προς αποδόμηση.

Έτσι, ο λαός παρουσιάζεται σαν ένας αιώνια ανώριμος μαθητής που πρέπει να «εκπαιδευτεί» να βλέπει την ιστορία του από απόσταση, σχεδόν με καχυποψία. Όχι ως κληρονομιά, αλλά ως βάρος. Αυτό όμως δεν είναι νεο-πρόοδος, είτε νεοσυντηρητικών αποκλίσεων, είτε νεοπροοδευτικών αποκλίσεων.

Είναι μια μορφή πολιτισμικής επιτήρησης. Και εδώ αγγίζουμε κάτι πιο βαθύ: έναν εσωτερικευμένο τρόπο σκέψης που αντιμετωπίζει τη δική μας ιστορική εμπειρία ως κάτι που χρειάζεται διαρκώς διόρθωση, εξαγνισμό ή αποστείρωση. Όχι γιατί δεν πρέπει να κρίνεται, αλλά γιατί δεν πρέπει ‒υποτίθεται‒ να βιώνεται.

Οι παραινέσεις και τα «διατάγματα» 

Κάποτε, άλλοι, πιο «πολιτισμένοι‒ και σικάτοι αποικιοκράτες έλεγαν στους λαούς: «Δεν είστε έτοιμοι να αφηγηθείτε τον εαυτό σας». Σήμερα λέγεται κάτι πιο εκλεπτυσμένο αλλά εξίσου διαβρωτικό νεο-φιλελέ, δεξιών-κεντρώων και νεοαριστερών αποχρώσεων: «Μπορείτε να μιλάτε για την ιστορία σας, αρκεί να μην τη νιώθετε πολύ και να μην ταυτίζεστε μαζί της».

Έτσι, η κοινωνία μαθαίνει να ντρέπεται για τις λαϊκές της εκφράσεις, να υποψιάζεται τη μνήμη της, να θεωρεί ύποπτο κάθε κοινό συναίσθημα. Δε χρειάζεται εξωτερική επιβολή. Η αποστασιοποίηση γίνεται εσωτερική κανονικότητα.

Το «καθεστώς» αυτό με απολήξεις στη διανόηση. ανεξάρτητα της πολιτικής ένταξης κάθε απόχρωσης αυτής, αποδόμησε επί δεκαετίες. Αλλά δεν επανασύνθεσε.

Αφαίρεσε το κοινό αφήγημα χωρίς να προσφέρει ένα νέο που να συγκινεί, να ενώνει, να νοηματοδοτεί. Και το κενό αυτό δεν έμεινε κενό. Επιστρέφει μέσα από τον κινηματογράφο, τη μυθοπλασία, τη λαϊκή κουλτούρα. Όχι επειδή ο λαός είναι αφελής.

Αλλά επειδή στερήθηκε μια έντιμη, μη ενοχική σχέση με την ιστορία του.

Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η ταινία για τον Καποδίστρια είναι «σωστή» ή «λάθος».

Το ζήτημα είναι γιατί τέτοιες αφηγήσεις γίνονται σχεδόν το μοναδικό πεδίο όπου επιτρέπεται στον λαό να νιώσει ότι ανήκει.

Και η απάντηση δεν είναι ευχάριστη: διότι ο κυρίαρχος λόγος δυσπιστεί απέναντι στη λαϊκή συγκίνηση και φοβάται το κοινό «εμείς». Αφού αφαιρέθηκε από την κοινωνία το δικαίωμα να νιώθει την ιστορία της χωρίς επιτήρηση, την κατηγορούμε τώρα επειδή το αναζητά αλλού.

Η αναζήτηση ριζών 

Οι άνθρωποι δεν ζητούν μύθους. Ζητούν ρίζες χωρίς ντροπή και ιστορία χωρίς εισαγγελική ματιά. Και όσο αυτό δεν τους προσφέρεται με σεβασμό, θα το διεκδικούν όπως μπορούν.

Το πρόβλημα δεν είναι οι ταινίες. Το πρόβλημα είναι ότι συχνά γίνονται το τελευταίο καταφύγιο συλλογικής μνήμης. Όταν η συγκίνηση επιτρέπεται μόνο στο σκοτάδι μιας αίθουσας και η ιστορία γίνεται ανεκτή μόνο ως ειρωνεία ή υποσημείωση, τότε δε μιλάμε για πρόοδο. Μιλάμε για εκτοπισμό. Κάπως έτσι δεν διαβάζουμε σήμερα τις αιχμές για το ενδεχόμενο έως βεβαιότητα πολιτικής πρωτοβουλίας μέσα από το κίνημα των Τεμπών; Είναι άπειροι, μονοθεματικοί, τι ξέρουν από πολιτική και συγκρότηση οργανωμένων κινήσεων κ.λπ. Είδαμε κι όλους αυτούς με τις εμπειρίες της πολιτικής στις συλλογικότητές τους, ασκώντας εξουσία είτε κυβερνητική, είτε αντιπολιτευτική, έστω με την ελάχιστη εμπειρία που πάντως διέθεταν, τι έκαναν έστω για την υπόθεση των Τεμπών, τη συγκάλυψαν ο καθένας με τον τρόπο του ή την αξιοποιούν για οφέλη στο κομματικό τους «ταμείο». Η σήψη που βιώνουμε στην πολιτική, στην παιδεία, στη γλώσσα, στις σχέσεις, ακόμη και στην αίσθηση του μέλλοντος, δεν είναι άσχετη με όλα αυτά. Είναι το αποτέλεσμα μιας κοινωνίας που έμαθε να κόβει τους δεσμούς της με τον εαυτό της. Όταν διαλύεις την κοινή μνήμη, διαλύεις και την κοινή ευθύνη.

Όταν αφαιρείς το «εμείς», μένει ένα πλήθος ατόμων χωρίς προσανατολισμό.

Και λαός χωρίς μνήμη δε γίνεται προοδευτικός. Γίνεται απλώς διαθέσιμος…

* Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα www.neakriti.gr

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!