Η επικαιρότητα επιβεβαιώνει ξανά ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μεμονωμένα περιστατικά, αλλά με μια επαναλαμβανόμενη πρακτική διαχείρισης της εξουσίας που διαπερνά διάφορους τομείς του κράτους. Από τις υποκλοπές μέχρι το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και την υπόθεση των Τεμπών, αναδύεται ένα κοινό μοτίβο: η αποδυνάμωση και ο ασφυκτικός έλεγχος των θεσμών, η συσκότιση της αλήθειας, και η ενεργοποίηση πολυπλόκαμων μηχανισμών για να συγκαλυφθούν ευθύνες των μόνιμα ακαταδίωκτων κυβερνώντων.
Υποκλοπές: Δείχνει Μαξίμου ο Ντίλιαν
Αλληλοεκβιασμούς μαφίας θύμισε η δήλωση του καταδικασμένου για την υπόθεση των υποκλοπών ιδρυτή της Intelexa, Ταλ Ντίλιαν, πως «δεν θα γίνει αποδιοπομπαίος τράγος». Σε συνέντευξή του στο inside story και στο MEGA stories, λίγες μόλις ημέρες μετά την καταδικαστική απόφαση για τον ίδιο και τους άλλους τρεις εμπλεκόμενους ιδιώτες, ο κ. Ντίλιαν σηκώνει το γάντι: παραλληλίζει την κυβέρνηση Μητσοτάκη με αυτήν του Νίξον, που έπεσε από το σκάνδαλο Watergate, φωτογραφίζει την πρώην εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κα Αδειλίνη για μπάζωμα της υπόθεσης, και επαναλαμβάνει πως η αποκλειστική ευθύνη της επιλογής των στόχων του κατασκοπευτικού του λογισμικού ανήκε στον τελικό χρήστη (δηλαδή την κυβέρνηση ή άλλους κρατικούς φορείς ασφαλείας, όπως έχει δηλώσει). Η κυβέρνηση συνεχίζει να κρύβεται πίσω από το αφήγημα της «ιδιωτικής υπόθεσης», και τα πορίσματα που δεν βλέπουν εμπλοκή της ΕΥΠ. Όμως ο κλοιός γύρω από το Μαξίμου στενεύει, και θα συνεχίσει να στενεύει αν επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες που θέλουν ορισμένους από τους παρακολουθούμενους (πιθανά και κάποιοι πολιτικούς-στόχους) να έχουν εκφράσει την πρόθεση να καταθέσουν μήνυση για περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης.
ΟΠΕΚΕΠΕ: Διερεύνηση με όρια
Αναφερόμενη μεταξύ άλλων και στις υποθέσεις που διερεύνησε στη χώρα μας (βλ. ΟΠΕΚΕΠΕ κ.ά.), η Ευρωπαία Εισαγγελέας κα Λάουρα Κοβέσι, λίγο πριν εκπνεύσει η θητεία της, σημειώνει εμφατικά σχετικά με τη λειτουργία της δικαιοσύνης πως «πουθενά αλλού τα όρια δεν είναι πιο εμφανή από ό,τι στην Ελλάδα» – αποκαλύπτοντας ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο θεσμικών εμποδίων κατά τη διερεύνηση υποθέσεων. Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ παραμένει ανοιχτή, παρά τη σπουδή της κυβέρνησης να κουκουλώσει τις κυβερνητικές ευθύνες μέσα από εξεταστικές-πλυντήρια. Σύμφωνα με δηλώσεις της ίδιας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, και δημοσιεύματα, νέες υποθέσεις έρχονται προς διερεύνηση. Αυτές αφορούν μεταξύ άλλων και γαλάζια στελέχη, αποδεικνύοντας ένα καλά οργανωμένο, καθοδηγούμενο από το Μαξίμου δίκτυο διασπάθισης κονδυλίων σε βάρος της πραγματικής αγροτοκτηνοτροφικής παραγωγής.
Τέμπη: Καθεστώς συγκάλυψης
Την ίδια στιγμή η έναρξη της δίκης για το έγκλημα στα Τέμπη επιβεβαιώνει, σύμφωνα με συγγενείς θυμάτων και νομικούς εκπροσώπους, μια πορεία γεμάτη εμπόδια, καθυστερήσεις και αμφιλεγόμενες επιλογές. Από την ακαταλληλότητα της αίθουσας μέχρι τον περιορισμό της φυσικής παρουσίας συγγενών, η διαδικασία καταγγέλλεται ως ασφυκτικά ελεγχόμενη, ενώ κρίσιμα ζητήματα της υπόθεσης –όπως οι συνθήκες της πυρκαγιάς και η πλήρης διερεύνηση ευθυνών πολιτικών προσώπων– παραμένουν εκτός κάδρου. Και εδώ η κοινή δράση των θεσμικών και παραθεσμικών μηχανισμών, της δικαιοσύνης, των ΜΜΕ, αποκαλύπτει ένα ενιαίο καθεστώς που κάνει ό,τι μπορεί για να συγκαλύψει την υπόθεση.
Θεσμική εκτροπή σε επικίνδυνους καιρούς
Το μοτίβο είναι κοινό: κεντρικός έλεγχος από το Μαξίμου, ενεργοποίηση εκλεκτών υπουργών που «καθαρίζουν» τις υποθέσεις (Βορίδης, Γεραπετρίτης, Δημητριάδης κ.ά.), ΜΜΕ που συσκοτίζουν την αλήθεια, δικαστική εξουσία που ντύνει την παρακρατική λειτουργία με νομιμοφανή μανδύα, και μια άφωνη αντιπολίτευση που ψελλίζει μικροδιαφωνίες αντί να συγκρουστεί με το καθεστώς και να το καταγγείλει. Και αν για μια στιγμή υπάρξουν ρωγμές αλήθειας, παραγόμενες είτε από τις εσωτερικές αντιθέσεις του συστήματος, είτε από τη δράση δημοσιογράφων που τιμούν το επάγγελμά τους, σπεύδουν όλοι μαζί να καταγγείλουν δάκτυλο αποσταθεροποίησης και να καταδικάσουν τους «φορείς του λαϊκισμού».
Σε μια ταραγμένη εποχή, η κυβέρνηση επιβάλλεται στο εσωτερικό μέτωπο ως μοναδική δύναμη που μπορεί να εγγυηθεί σταθερότητα. Το «επιτελικό κράτος» διαχειρίζεται τα κονδύλια, μοιράζει τα μεγάλα πακέτα, κρατάει ισορροπίες μεταξύ αντικρουόμενων συμφερόντων, ντόπιων και ξένων, και υπόσχεται στα αφεντικά από τις ΗΠΑ και την Ε.Ε. ότι μπορούν να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους, να συνεχίζουν τις μπίζνες και τα ντιλ, να διατηρήσουν ένα ελάχιστο επίπεδο κοινωνικής ηρεμίας παρά την ογκούμενη κοινωνική δυσαρέσκεια.
Και όμως, αυτή δεν είναι ηγεσία μιας κανονικής χώρας. Μπορεί το πρόσφατα αποκτηθέν τραμπικό προφίλ να δείχνει πυγμή και ισχύ (πιθανά «λογικό» με βάση τον εσωτερικό συσχετισμό), όμως αποκρύπτει μια κυβέρνηση πολλαπλά ελεγχόμενη και εκβιαζόμενη. Μια τέτοια ηγεσία, διαπλεκόμενη, στηριζόμενη σε παρακρατικές μεθόδους, σε σκοτεινά συμφέροντα, είναι η εγγύηση μιας χώρας περιορισμένης κυριαρχίας, όπως ακριβώς αυτή που οικοδομούν τα τελευταία χρόνια οι εγχώριες ελίτ. Μια τέτοια ηγεσία αρμόζει σε «κόμβο» στρατιωτικό και ενεργειακό, σε «μεντεσέ» στα γεωπολιτικά σχέδια τρίτων, και όχι σε μια χώρα που θέλει να χαράξει τη δική της πορεία σε έναν ταραγμένο κόσμο.
Ελεγχόμενοι και εκβιαζόμενοι
Γιατί τόσες σιωπές; Έχουμε μια υπόθεση που και με τη βούλα της δικαιοσύνης αφορά παράνομες παρακολουθήσεις σημαντικών στόχων. Η λογική λέει πως οι Ντίλιαν, Λαβράνος και σία, δεν παρακολουθούσαν μόνοι τους τη μισή κυβέρνηση και άλλους στόχους για προσωπική ευχαρίστηση. Με τι έχουμε να κάνουμε; Είτε με μια υπόθεση κατασκοπείας οργανωμένης από εχθρική (ή παρουσιαζόμενη ως φιλική) προς τη χώρα δύναμη (βλ. Ισραήλ, απ’ όπου και η προέλευση του ίδιου του Predator). Είτε πιο πιθανά –με βάση τα στοιχεία– με μια συνεργασία κύκλων του καθεστώτος (Μαξίμου, μερίδα της ΕΥΠ κ.ά.) με ξένες υπηρεσίες (Mossad) και ιδιώτες για την παρακολούθηση στόχων στο εσωτερικό της χώρας, με στόχο την εδραίωση της εξουσίας τους.
Το ερώτημα είναι, γιατί μετά τις τόσο σοβαρές δηλώσεις του κ. Ντίλιαν κρύβονται οι άμεσα εμπλεκόμενοι; Γιατί ο λαλίστατος κατά τ’ άλλα κ. Μητσοτάκης (με τα διαγγέλματα και τις ανασκοπήσεις στο facebook) δεν μιλάει για την υπόθεση; Γιατί σιωπούν τα κυβερνητικά στελέχη που αποδεδειγμένα ήταν θύματα παρακολούθησης; Ποιος κρατάει τους κ. Γεωργιάδη, Δένδια, Γεραπετρίτη; Πώς συνδέεται η υπόθεση της παρακολούθησής τους με τις αποφάσεις που καλούνται να λάβουν λόγω της κυβερνητικής τους θέσης; (ειδικά για τους υπουργούς Άμυνας και Εξωτερικών το παραπάνω ερώτημα αποκτά επείγουσα εθνική σημασία). Γιατί παραμένουν χλιαρές, και απολύτως «θεσμικές», οι καταγγελίες των αντιπολιτευόμενων στόχων; (ίσως με εξαίρεση τον κ. Σαμαρά, που κατά καιρούς ανεβάζει τους τόνους). Γιατί σιωπούν τα μη πολιτικά πρόσωπα –επιχειρηματίες, δημοσιογράφοι, στρατιωτικοί– και ποιες συναλλαγές με το Μαξίμου κρύβονται πίσω από τη σιωπή τους;
Μέσα σε αυτό το πλέγμα σχέσεων και εξαρτήσεων, η εικόνα μιας πανίσχυρης κυβέρνησης αρχίζει να αντιστρέφεται. Πίσω από την επίφαση σταθερότητας, διακρίνεται ένα σύστημα που λειτουργεί μέσα από αλληλεξαρτήσεις, ισορροπίες φόβου και μηχανισμούς αμοιβαίας κάλυψης. Όσο περισσότερο συσσωρεύονται υποθέσεις και εκκρεμότητες, τόσο αυξάνεται και η ευαλωτότητα της ίδιας της εξουσίας, που καλείται να διαχειριστεί όχι μόνο την κοινωνική δυσαρέσκεια, αλλά και τις εσωτερικές της αντιφάσεις.
Καθεστώς μαφίας
Η κυβέρνηση εμφανίζεται να έχει θετικό μομέντουμ. Αξιοποιεί τη γεωπολιτική αστάθεια σαν εργαλείο ηγεμονίας επί της κοινωνίας, εκβιάζοντας βασισμένη στην αναξιοπιστία της αντιπολίτευσης με το «Μητσοτάκης ή χάος». Και όμως, σε όλες τις μετρήσεις γνώμης η αποδοχή της πολιτικής της, από την ακρίβεια μέχρι τα σκάνδαλα, και από την εξωτερική πολιτική ως τους θεσμούς, βρίσκεται κολλημένη στο 30%. Ένα καθεστώς του 30% (μέρους της Δεξιάς και των πελατειακών δικτύων του συστήματος Μητσοτάκη) επιβάλλεται επί της κοινωνίας και διαιωνίζει τον έλεγχο της χώρας!
Ένα σαφώς μειοψηφικής αποδοχής καθεστώς, μεταχειρίζεται όλο και πιο αυταρχικές μεθόδους στήνοντας –πέρα από τα κλασικά πελατειακά δίκτυα– και τις ειδικές σχέσεις με οικονομικά και διαπλεκόμενα συμφέροντα, και ένα ολόκληρο παρακράτος, σε διασύνδεση με το οργανωμένο έγκλημα και μυστικές υπηρεσίες (ντόπιες και ξένες). Είναι ερώτημα αν η εποχή όξυνσης της γεωπολιτικής έντασης και του πολέμου, στην οποία έχουμε εισέλθει, θα επεκτείνει την κυριαρχία αυτού του καθεστώτος, ή θα εντείνει τις αντιθέσεις (εσωτερικές και εξωτερικές στη διαπλοκή τους) που το αποσταθεροποιούν.
Σε κάθε περίπτωση, η διεύρυνση του χάσματος μεταξύ κοινωνικής δυσαρέσκειας και πολιτικής κυριαρχίας εντείνει την κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, και τροφοδοτεί μια αίσθηση δημοκρατικού ελλείμματος που παίρνει πρωτοφανείς διαστάσεις. Σε αυτό το περιβάλλον, η απαίτηση για διαφάνεια, λογοδοσία και ουσιαστικό έλεγχο της εξουσίας αναδεικνύεται σε κεντρικό διακύβευμα για την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας, και για τη συνοχή και βιωσιμότητα της χώρας σε ταραγμένους καιρούς.





































































