Το θέμα των πυρηνικών άνοιξε εκ νέου στην Ευρώπη, και στη χώρα μας, μέσα σε ένα περιβάλλον κλιμακούμενων γεωπολιτικών εντάσεων και ενεργειακής αβεβαιότητας. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η νέα ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή και η κλιμακούμενη επίθεση ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν, αλλά και η συνολική αναδιάταξη των στρατηγικών ισορροπιών, επαναφέρουν στο προσκήνιο τόσο την πυρηνική αποτροπή όσο και την πυρηνική ενέργεια. Σε αυτό το πλαίσιο η Γαλλία προωθεί τη συζήτηση για μια «ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική πυρηνικής αποτροπής», ενώ παράλληλα αναζητά συμμάχους για να επαναφέρει την πυρηνική ενέργεια ως βασικό εργαλείο της ευρωπαϊκής ενεργειακής στρατηγικής στην πορεία απεξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο.
Η Ελλάδα εμφανίζεται να εμπλέκεται και στα δύο επίπεδα. Από τη μία πλευρά βρίσκεται, σύμφωνα με δημοσιεύματα, μεταξύ των χωρών που εξετάζουν στενότερη συνεργασία με τη γαλλική στρατηγική αποτροπής (σε συνέχεια άλλων αμυντικών και εξοπλιστικών συμφωνιών), με ερωτηματικό αν θα κληθεί να φιλοξενήσει και η ίδια γαλλικά συστήματα στο έδαφός της, σε μια περίοδο που η Ανατολική Μεσόγειος και η Κύπρος αποκτούν ιδιαίτερη σημασία ως κόμβοι στρατιωτικών και ενεργειακών σχεδιασμών.
Από την άλλη, η κυβέρνηση ανοίγει για πρώτη φορά συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια. Μιλώντας στη Σύνοδο για την Πυρηνική Ενέργεια στο Παρίσι, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε ότι η Ελλάδα θα συστήσει διυπουργική επιτροπή που θα εξετάσει την ανάπτυξη μικρών πυρηνικών αντιδραστήρων (SMRs). «Έχει έρθει η ώρα για τη χώρα μας να εξερευνήσει αν η πυρηνική ενέργεια και ειδικά οι αρθρωτοί αντιδραστήρες μπορούν να διαδραματίσουν ρόλο», δήλωσε, προσθέτοντας ότι «σε καιρούς μεγάλων αναταραχών όλες οι επιλογές πρέπει να είναι στο τραπέζι».
Οι εξελίξεις αυτές δείχνουν ότι η ενεργειακή στρατηγική και η γεωπολιτική ασφάλεια συνδέονται όλο και περισσότερο. Σε μια εποχή διεθνούς ανταγωνισμού, η πυρηνική τεχνολογία επιστρέφει ως εργαλείο ισχύος, τόσο στρατιωτικής όσο και ενεργειακής, ανοίγοντας την όρεξη σε μερίδα των ελίτ για νέους τυχοδιωκτικούς πειραματισμούς και μπίζνες και στα δύο πεδία.
Γαλλική πυρηνική ομπρέλα
Η συζήτηση για τη λεγόμενη «γαλλική πυρηνική ομπρέλα» δεν επανέρχεται σε ουδέτερο χρόνο. Η πρωτοβουλία του Παρισιού επιταχύνεται σε μια περίοδο έντονων τριγμών στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ, αβεβαιότητας για τη μακροπρόθεσμη δέσμευση των ΗΠΑ στην ευρωπαϊκή άμυνα, και αυξανόμενων γεωπολιτικών εντάσεων από την Ουκρανία έως τη Μέση Ανατολή. Παράλληλα, η Γαλλία επιχειρεί να ενισχύσει τον ρόλο της ως βασικός πυλώνας ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, αξιοποιώντας το γεγονός ότι παραμένει η μοναδική χώρα της Ε.Ε. με πυρηνικό οπλοστάσιο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η Ελλάδα και η Κύπρος βρίσκονται στο σταυροδρόμι ενεργειακών διαδρόμων, στρατιωτικών υποδομών και περιφερειακών συγκρούσεων. Η στρατηγική τους θέση τις καθιστά κρίσιμες για τους σχεδιασμούς της Δύσης στην περιοχή, είτε πρόκειται για επιχειρησιακή υποστήριξη είτε για ευρύτερη στρατηγική παρουσία. Η εμπειρία δεν είναι εντελώς νέα. Κατά τα προηγούμενα χρόνια, πυρηνικά όπλα των ΗΠΑ φυλάσσονταν στη ΝΑΤΟϊκή βάση του Αράξου στην Ελλάδα, ενώ η βρετανική βάση στο Ακρωτήρι της Κύπρου αποτέλεσε επίσης τμήμα της πυρηνικής αρχιτεκτονικής της Δύσης.
Σήμερα, όμως, το περιβάλλον είναι διαφορετικό. Σε μια εποχή όπου πυρηνικές εγκαταστάσεις μετατρέπονται σε στρατηγικούς στόχους –από τις επιθέσεις στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν μέχρι τις μάχες γύρω από το εργοστάσιο της Ζαπορίζια– κι ενώ όλο και συχνότερα εμφανίζονται στον δημόσιο διάλογο απειλές για χρήση «τακτικών» πυρηνικών όπλων, η εμπλοκή σε τέτοιες αρχιτεκτονικές ασφαλείας συνεπάγεται και αυξημένους κινδύνους, παρά τις υποσχέσεις για ασπίδα προστασίας.
Επανεξετάζοντας την πυρηνική ενέργεια
Μια φράση του κ. Μητσοτάκη ήταν αρκετή για να επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση την πυρηνική ενέργεια. Μια επιλογή που δεν προκύπτει τόσο από ενεργειακές ανάγκες, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή αναδιάταξη πολιτικών και τεχνολογικών προτεραιοτήτων. Μετά την ενεργειακή κρίση που ακολούθησε τον πόλεμο στην Ουκρανία, η Ευρωπαϊκή Ένωση επανεξετάζει το ενεργειακό της μείγμα, με αρκετές χώρες να προωθούν την πυρηνική ενέργεια ως εργαλείο «ενεργειακής ασφάλειας» και σταθερής παραγωγής ηλεκτρικής ισχύος. Σε αυτή τη συζήτηση η Γαλλία διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο, επιδιώκοντας να διατηρήσει την τεχνολογική και βιομηχανική της πρωτοκαθεδρία στον πυρηνικό τομέα και να δημιουργήσει νέες αγορές για την τεχνογνωσία της.
Η προώθηση των μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων (SMRs) αποτελεί κεντρικό στοιχείο αυτής της στρατηγικής. Οι αντιδραστήρες αυτοί παρουσιάζονται ως πιο ευέλικτες μονάδες παραγωγής, κατάλληλες για μικρότερες χώρες ή περιφερειακά ενεργειακά συστήματα. Παράλληλα, διεθνώς εξετάζονται εφαρμογές τους σε τομείς όπως η βαριά βιομηχανία ή ακόμη και η ναυτιλία, πεδία στα οποία η Ελλάδα διαθέτει ισχυρή παρουσία. Ωστόσο η τεχνολογία αυτή βρίσκεται ακόμη σε στάδιο ανάπτυξης και συνοδεύεται από σημαντικές οικονομικές και τεχνολογικές αβεβαιότητες. Για μια χώρα με έντονη σεισμικότητα και σημαντικό δυναμικό ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η συζήτηση για πυρηνικές εγκαταστάσεις δεν αποτελεί απλώς τεχνικό ζήτημα ενεργειακής πολιτικής, αλλά επιλογή με ευρύτερες περιβαλλοντικές, γεωπολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις.
Να είμαστε επιφυλακτικοί όταν ακούμε για ευκαιρίες
Σε περιόδους πολέμου και διεθνούς αστάθειας, οι μεγάλες γεωπολιτικές ανακατατάξεις παρουσιάζονται συχνά ως «ευκαιρίες». Ευκαιρίες για αναβαθμίσεις ρόλων, για νέες στρατηγικές συμμαχίες ή για μεγάλα τεχνολογικά άλματα. Στην πραγματικότητα, τέτοιες στιγμές είναι συχνά περίοδοι επικίνδυνων πειραματισμών. Η εμπλοκή σε αρχιτεκτονικές πυρηνικής αποτροπής ή η βιαστική υιοθέτηση πυρηνικών ενεργειακών τεχνολογιών δεν αποτελούν ουδέτερες τεχνικές επιλογές. Αφορούν τον στρατηγικό προσανατολισμό μιας χώρας και τις μακροχρόνιες συνέπειες για την ασφάλεια, το περιβάλλον και την οικονομία της. Σε μια περιοχή ήδη επιβαρυμένη από πολεμικές εντάσεις, η μετατροπή της Ελλάδας σε πεδίο πυρηνικών πειραματισμών –στρατιωτικών ή ενεργειακών– μόνο ως «ευκαιρία» δεν μπορεί να παρουσιαστεί.
Γιατί να πούμε όχι στην πυρηνική ενέργεια;
Η επαναφορά της συζήτησης για την πυρηνική ενέργεια στην Ελλάδα παρουσιάζεται από ορισμένους ως ένδειξη «εκσυγχρονισμού» και προσαρμογής στις νέες ενεργειακές ανάγκες. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για μια επιλογή που δεν ανταποκρίνεται ούτε στις πραγματικές ανάγκες της χώρας ούτε στις δυνατότητές της.
Πρώτα απ’ όλα, η πυρηνική ενέργεια συνοδεύεται από κινδύνους που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Ακόμη και αν τα μεγάλα ατυχήματα είναι σπάνια, οι συνέπειές τους είναι καταστροφικές και μακροχρόνιες (ακόμη και για πιο εξελιγμένες τεχνολογικά χώρες, όπως η Ιαπωνία, πόσο μάλλον για μια μικρή και πυκνοκατοικημένη περιοχή όπως η Ελλάδα). Επιπλέον, το ζήτημα των πυρηνικών αποβλήτων παραμένει άλυτο διεθνώς: πρόκειται για υλικά που παραμένουν επικίνδυνα για χιλιάδες χρόνια και για τα οποία δεν υπάρχει ασφαλής και οριστική λύση διαχείρισης.
Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, με έντονη σεισμικότητα και περιορισμένο χώρο εγκατάστασης τέτοιων υποδομών, οι κίνδυνοι αυτοί αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα. Στα παραπάνω να προσθέσουμε και τη γεωπολιτική αβεβαιότητα, η οποία καθιστά την επένδυση σε ενεργειακά mega project (βλ. EastMed) παράγοντα επισφάλειας, όχι σταθερότητας. Παράλληλα, η εγκατάσταση πυρηνικών μονάδων θα δημιουργούσε νέα πεδία εξάρτησης από ξένες τεχνολογίες και προμηθευτές.
Το βασικότερο όμως είναι ότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται την πυρηνική ενέργεια. Η χώρα, λόγω και της γεωγραφικής ποικιλομορφίας της, διαθέτει σημαντικές εναλλακτικές επιλογές: τον εκσυγχρονισμό και την ορθολογική αξιοποίηση του δαιμονοποιημένου λιγνίτη (που αποσύρθηκε από το ελληνικό ενεργειακό μίγμα, για να μπορούν να τον εξάγουν οι Έλληνες «πράσινοι» ολιγάρχες στα γειτονικά Σκόπια!) και άλλων συμβατικών πηγών (υδροηλεκτρικά, γεωθερμία), την ανάπτυξη ήπιων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και την εξοικονόμηση ενέργειας.
Τέλος, η συζήτηση για πυρηνική ενέργεια συνδέεται συχνά με υπερβολικές προβλέψεις για εκτίναξη της ζήτησης ηλεκτρικής ισχύος, ιδιαίτερα λόγω ενεργοβόρων δραστηριοτήτων όπως τα μεγάλα data centers. Όμως η ενεργειακή πολιτική μιας χώρας δεν μπορεί να καθορίζεται από τεχνολογικές «φούσκες» ή από τις ανάγκες πολυεθνικών εταιρειών.
Όπως γίνεται κατανοητό, η επιλογή της πυρηνικής ενέργειας είναι βαθιά πολιτική. Και για μια χώρα με τα χαρακτηριστικά της Ελλάδας, η απάντηση θα πρέπει να είναι σαφής: δεν είναι ούτε αναγκαία ούτε συνετή.
Αναζητώντας προστάτες
Προτεκτοράτο: πολιτικό καθεστώς κατά το οποίο ένα κράτος διατηρεί τυπικά την εσωτερική του διοίκηση, αλλά η εξωτερική πολιτική, η άμυνα ή βασικές στρατηγικές επιλογές του καθορίζονται ουσιαστικά από μια ισχυρότερη δύναμη που εμφανίζεται ως «προστάτης».
Αν ψάχνεις διαρκώς προστάτες, μάλλον είσαι προτεκτοράτο.
Η Κύπρος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας χώρας που, μέσα σε ένα περίπλοκο γεωπολιτικό περιβάλλον, αναζητά διαρκώς προστασία από τρίτους: Από τις βρετανικές βάσεις και τη στρατιωτική παρουσία μεγάλων δυνάμεων μέχρι τη μετατροπή σε στρατηγικό βάθος για το Ισραήλ και τις νέες ευρωπαϊκές και ΝΑΤΟϊκές εγγυήσεις ασφαλείας. Και φτάσαμε σήμερα, εν καιρώ πολέμου, να καθίσταται στόχος και κόμβος ανεφοδιασμού για την επιτιθέμενη Δύση.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την Ελλάδα. Για δεκαετίες η στρατηγική της χώρας βασίστηκε στην «ομπρέλα» του ΝΑΤΟ και κυρίως των ΗΠΑ, ως παράγοντα υποτίθεται αποτροπής απέναντι στην Τουρκία. Σήμερα η ίδια λογική φαίνεται να επεκτείνεται, με την αναζήτηση νέων εγγυήσεων και από ευρωπαϊκές δυνάμεις, όπως η Γαλλία, που μοιάζει να διεκδικεί τα «ιστορικά» της δικαιώματα στον χώρο της Ν.Α. Μεσογείου και της Μ. Ανατολής.
Όλα αυτά τη στιγμή που οι ίδιες οι μεγάλες δυνάμεις αδυνατούν να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους σε έναν πόλεμο που οι ίδιες ξεκίνησαν, με τις βάσεις τους σε μια σειρά χώρες (πολλές από αυτές, όπως η Σαουδική Αραβία και το σιωνιστικό Ισραήλ, παραδοσιακά σημαντικότερες από την Ελλάδα ή την Κύπρο) να γίνονται στόχος, μετατρέποντας την υπερεπέκταση σε αδύναμο σημείο.
Είναι φανερό. Η διαρκής αναζήτηση «προστατών» συνοδεύεται σχεδόν πάντα από περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας και από μετατροπή χωρών σε εξαρτήματα ευρύτερων στρατηγικών σχεδιασμών. Σε μια εποχή όπου οι ανταγωνισμοί και οι εσωτερικές αντιθέσεις στο δυτικό στρατόπεδο εντείνονται, μια τέτοια επιλογή μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα επικίνδυνη.
Έστω και στο και πέντε, να αναζητηθεί μια διαφορετική πολιτική: περισσότερη αυτονομία, μεγαλύτερη ισορροπία στις διεθνείς σχέσεις, και στρατηγικές επιλογές που να υπηρετούν πρωτίστως τα συμφέροντα των ίδιων των κοινωνιών της περιοχής.







































































