Τρία χρόνια μετά το έγκλημα των Τεμπών, η υπόθεση δεν έχει κλείσει, παρά το κυβερνητικό μπάζωμα, παρά το πλυντήριο ευθυνών από βουλή και κόμματα. Δεν έχει κλείσει ούτε δικαστικά, ούτε κοινωνικά, ούτε πολιτικά, επειδή γέννησε κάτι πολύ βαθύτερο: ένα ρήγμα όσον αφορά τον τρόπο που λειτουργεί η χώρα, οι θεσμοί, το πολιτικό σύστημα, η ίδια η δημοκρατία. Ένα ρήγμα που δεν δημιουργήθηκε από κόμματα ή μηχανισμούς, αλλά μέσα από την ίδια την κοινωνία. Μια κοινωνία που, κόντρα στην κόπωση, τον φόβο και την απαξίωση, αρνήθηκε να αποδεχτεί τη συγκάλυψη ως κανονικότητα, στήριξε τις προσπάθειες των συγγενών των θυμάτων να αποκαλυφθεί η αλήθεια, στοχοποίησε ως ένοχο το ίδιο το πολιτικό σύστημα.

Οι μεγάλες κινητοποιήσεις του προηγούμενου χρόνου, η καθολική στήριξη στην απεργία πείνας του Πάνου Ρούτσι, και τόσα άλλα, έδειξαν ότι υπάρχει ακόμη μια βαθιά ανάγκη για δικαιοσύνη, αλήθεια, συμμετοχή. Έδειξαν ότι μπορεί να συγκροτηθεί ξανά ένα συλλογικό «εμείς», όχι ως σύνθημα, αλλά ως εμπειρία, βασισμένη στην κοινή μας μοίρα, στο κοινό αίσθημα ανασφάλειας και ασφυξίας, στην κοινή πεποίθηση ότι τα πράγματα πρέπει να πάνε τελείως αλλιώς. Αυτή ακριβώς η δυνατότητα είναι που σήμερα απειλείται. Όχι μόνο από την κυβερνητική αλαζονεία και τις μεθοδεύσεις συγκάλυψης, αλλά και από τα γνώριμα «κόλπα» του πολιτικού συστήματος: τον έλεγχο, την οικειοποίηση, το στένεμα του νοήματος, τον διχασμό.

Από τη μία, είναι η προσπάθεια να παρουσιαστεί η υπόθεση ως λήξασα. Είναι οι εξοργιστικοί χειρισμοί της δικαστικής εξουσίας, με λειψές δικογραφίες, που αφήνουν στο απυρόβλητο ένοχα πολιτικά πρόσωπα. Είναι η εκστρατεία λάσπης απέναντι στους συγγενείς, καθώς και η απ’ όλες τις πλευρές συκοφάντηση και οι επιθέσεις κατά της Μαρίας Καρυστιανού από τη στιγμή που ανακοίνωσε την πρόθεσή της για ένα πολιτικό εγχείρημα. Είναι η προσβλητική απόφαση για εκταφή κάποιων θυμάτων, για να γίνουν μόνο κάποιες εξετάσεις (και σίγουρα όχι αυτές που θα έδειχναν τα πραγματικά αίτια του θανάτου τους), παρά την αντίθεση των συγγενών.

Από την άλλη, είναι η τάση να εγκλωβιστεί η όλη υπόθεση σε έτοιμα σχήματα, σε ασφαλείς αντιπολιτευτικές ρητορικές, σε κλασικά συνθήματα που φωτίζουν μόνο μία πλευρά ενός πολύ ευρύτερου προβλήματος. Ξεχνώντας πως το κίνημα των Τεμπών δεν γεννήθηκε για να επιβεβαιώσει πολιτικές ταυτότητες. Αντιθέτως, φούντωσε παρά την απραξία και την αδράνεια της αντιπολίτευσης, των κομμάτων, των θεσμικών συνδικαλιστικών φορέων, μιλώντας μια γλώσσα πιο ανθρώπινη και αληθινή, ενώνοντας ανθρώπους διαφορετικών διαδρομών, ηλικιών, πολιτικών εμπειριών, μετατρέποντας έστω και για κάποιες στιγμές την ίδια την κοινωνία (και όχι μόνο τους ήδη πεισμένους) σε πρωταγωνιστή.

Η δύναμη αυτού του κινήματος βρίσκεται ακριβώς στον ακηδεμόνευτο χαρακτήρα του. Στο ότι δεν ελέγχεται, δεν ανατίθεται, δεν «τακτοποιείται». Στο ότι αντλεί αντοχή από την ενότητα της ίδιας της κοινωνίας και όχι από οργανωτικές περιχαρακώσεις. Στο ότι χωρά περισσότερα από ένα αιτήματα: δικαιοσύνη για τα Τέμπη, αλλά και δικαιοσύνη παντού, για τις υποδομές που καταρρέουν, για την εργασία που απαξιώνεται, για ένα κράτος που συστηματικά αποτυγχάνει να προστατεύσει τη ζωή, για την αξιοπρέπεια και την ηθική που απειλούνται.

Μπροστά στην 28η Φεβρουαρίου και λίγες εβδομάδες πριν την έναρξη της βασικής δίκης, το ζητούμενο δεν είναι να συμφωνήσουμε όλοι σε όλα. Το ζητούμενο είναι να κρατήσουμε ανοιχτό το ρήγμα. Να μην επιτρέψουμε να κλείσει είτε με τη λήθη είτε με τον διχασμό. Να αναγνωρίσουμε ότι μπορεί να υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις, αλλά ο κοινός στόχος παραμένει: αλήθεια, δικαιοσύνη, δημοκρατία.

Η κοινωνική συμμετοχή που γεννήθηκε μέσα από τα Τέμπη κρίνει σε μεγάλο βαθμό αν θα δεχτούμε να συνεχίσουμε σε μια χώρα όπου η απαξίωση της ζωής θεωρείται αναπόφευκτη, ή αν θα επιμείνουμε ότι μπορεί να υπάρξει άλλος δρόμος. Αυτό το στοίχημα δεν κερδίζεται με ανάθεση, ούτε με ηγεμονισμούς. Κερδίζεται μόνο αν πάμε όλοι μαζί.

Στις 28 Φεβρουαρίου, όλοι μαζί.

Ενωτικά. Ακηδεμόνευτα.

Για δικαιοσύνη και δημοκρατία.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!