Τρία χρόνια μετά την τραγωδία των Τεμπών, με τους 57 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες, η χώρα μπαίνει επιτέλους στην κύρια δικαστική διαδικασία. Η δίκη αναμένεται να ξεκινήσει στις 23 Μαρτίου στη Λάρισα, μετά από μια μακρά και δύσκολη ανακριτική διαδικασία που διήρκεσε περίπου δυόμισι χρόνια.
Η έρευνα δεν θα είχε φτάσει ως εδώ χωρίς την επίμονη πίεση των συγγενών των θυμάτων. Με εκατοντάδες αιτήματα και παρεμβάσεις ανάγκασαν τη δικαστική διερεύνηση να ανοίξει περισσότερα μέτωπα από όσα αρχικά φαινόταν διατεθειμένο το σύστημα να εξετάσει. Σε όλη αυτή τη διαδρομή, συγγενείς των θυμάτων καταγγέλλουν κενά στην ανακριτική διαδικασία, εμπόδια από τον αρμόδιο εφέτη ανακριτή Σ. Μπακαΐμη, διαρκείς παρεμβάσεις «άνωθεν» στο έργο των αρχών. Κι όμως, ακόμη και τώρα, η δίκη ξεκινά με σημαντικά κενά.
Η δίκη
Στο εδώλιο θα καθίσουν 36 κατηγορούμενοι χωρίς πολιτική ιδιότητα: ο σταθμάρχης της Λάρισας, εργαζόμενοι στον σιδηρόδρομο και στελέχη του κρατικού μηχανισμού και των εταιρειών που διαχειρίζονταν το δίκτυο. Στελέχη του ΟΣΕ, της ΕΡΓΟΣΕ, της Hellenic Train και της Ρυθμιστικής Αρχής Σιδηροδρόμων καλούνται να λογοδοτήσουν για ένα σύστημα ασφαλείας που αποδείχθηκε διάτρητο. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν είναι βαριές και για πολλούς κακουργηματικές. Αφορούν εγκληματικές παραλείψεις, έργα ασφαλείας που δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ, προειδοποιήσεις που αγνοήθηκαν και ένα σιδηροδρομικό δίκτυο που λειτουργούσε επί χρόνια με όρους επικίνδυνης κανονικότητας.
Η πρώτη μεγάλη απουσία: Η πυρόσφαιρα
Από την κύρια δίκη απουσιάζει ουσιαστικά ένα κρίσιμο ζήτημα: Η πυρόσφαιρα που ακολούθησε τη σύγκρουση. Η έκρηξη και η φωτιά που ξέσπασαν μετά τη σύγκρουση είναι βέβαιο από τα πειστήρια, ότι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στον αριθμό των θυμάτων. Παρ’ όλα αυτά, η διερεύνηση των αιτίων της –και το τι ακριβώς προκάλεσε αυτή την καταστροφική ανάφλεξη– δεν βρίσκεται στον πυρήνα της δίκης που ξεκινά. Άλλωστε από την πρώτη στιγμή (ήδη από τις επιχειρήσεις διάσωσης) δόθηκε η εντολή, το δυστύχημα να αντιμετωπιστεί σαν ένα τροχαίο, με ό,τι κι αν σημαίνει αυτό για τα πρωτόκολλα της έρευνας.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν υπάρξουν καταδίκες, η πλήρης αλήθεια για το πώς πέθαναν πολλοί από τους ανθρώπους εκείνο το βράδυ μπορεί να μην αποκαλυφθεί ποτέ. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και οι αποκαλύψεις για διαγραμμένα βίντεο (που γίνονται τις μέρες αυτές στη δίκη για τα βίντεο που βρίσκεται σε εξέλιξη στην Λάρισα) δεν φαίνεται να αλλάζουν την πεποίθηση των δικαστικών αρχών για την μη ύπαρξη παράνομου φορτίου, πεποίθηση βασισμένη αποκλειστικά στα βίντεο Καπερνάρου.
Η δεύτερη μεγάλη απουσία: Τα πολιτικά πρόσωπα
Όπως ήδη αναφέραμε η κύρια δίκη αφορά αποκλειστικά μη πολιτικούς κατηγορουμένους. Οι πολιτικές ευθύνες εξετάζονται σε χωριστές διαδικασίες, με βάση τον νόμο περί ευθύνης υπουργών, έναν νόμο που διαχρονικά λειτουργεί περισσότερο ως φίλτρο προστασίας παρά ως εργαλείο λογοδοσίας. Στο πλαίσιο αυτών των διαδικασιών ερευνάται ο τότε υπουργός Μεταφορών Κώστας Αχ. Καραμανλής για παράβαση καθήκοντος, ενώ η ανάκριση αφορά επίσης σειρά γενικών γραμματέων του υπουργείου από το 2016 έως το 2023. Η διαδικασία κινείται αργά και, αν φτάσει σε ειδικό δικαστήριο, αυτό δεν αναμένεται πριν από το 2027.
Οι επόμενες δίκες για το μπάζωμα
Ένα ακόμη σκοτεινό κεφάλαιο αφορά την αλλοίωση του χώρου του δυστυχήματος, το γνωστό πλέον «μπάζωμα». Ο χώρος όπου συγκρούστηκαν τα τρένα. καθαρίστηκε και μετακινήθηκαν υλικά πριν ολοκληρωθεί η διερεύνηση, παρά τα διεθνή πρωτόκολλα που επιβάλλουν τη διατήρηση ενός τέτοιου τόπου ανέπαφου.
Για την υπόθεση αυτή ελέγχονται ποινικά ο τότε υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ Χρήστος Τριαντόπουλος, ο πρώην περιφερειάρχης Θεσσαλίας Κώστας Αγοραστός και στελέχη κρατικών υπηρεσιών. Το αν θα παραπεμφθούν σε Ειδικό Δικαστήριο αναμένεται να κριθεί τους επόμενους μήνες.
Το πολιτικό ζήτημα
Η δίκη των Τεμπών είναι αναμφίβολα μια κρίσιμη στιγμή για τη δικαιοσύνη. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Είναι μια δοκιμασία για το αν ένα κράτος μπορεί να αναμετρηθεί με τις ευθύνες του. Με ένα σύστημα υποδομών που λειτουργούσε με καθυστερήσεις, ελλείψεις και προειδοποιήσεις που αγνοούνταν. Με πολιτικές επιλογές που επί χρόνια άφηναν τον σιδηρόδρομο να λειτουργεί χωρίς τα στοιχειώδη συστήματα ασφάλειας.
Η δικαιοσύνη μπορεί να αποδώσει ποινές σε ορισμένους. Δεν είναι όμως βέβαιο ότι θα απαντήσει σε όλα τα ερωτήματα που παραμένουν ανοιχτά στην κοινωνία.
Για πολλούς συγγενείς των θυμάτων, αλλά και για ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, το βασικό ερώτημα παραμένει το ίδιο: Αν τελικά θα αποκαλυφθεί όλη η αλήθεια ή αν ένα μέρος της θα μείνει για πάντα στα αζήτητα για να μην θιγούν τα συμφέροντα και οι εξουσίες που φέρουν ευθύνη για το έγκλημα.




































































