Μπόνους 2.000 ευρώ σε 25.000 υπαλλήλους του Δημοσίου και των ΟΤΑ σχεδιάζει να δώσει η κυβέρνηση στις αρχές του 2026. Σύμφωνα με δημοσιεύματα και διαρροές του ΥΠΕΣ, το μπόνους αυτό –που ψευδώς βαφτίζεται ως αποκατάσταση του 13ου μισθού– συνδέεται με συγκεκριμένους δείκτες παραγωγικότητας και αποτελεσματικότητας. Συγκεκριμένα, με την ψηφιοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών, την άμεση ανταπόκριση στα αιτήματα των πολιτών, αλλά και την προώθηση άμεσων ξένων και εγχώριων επενδύσεων, που με τη σειρά τους συμβάλλουν στην επίτευξη θετικών ρυθμών ανάπτυξης.
Στα ψιλά περνάει και η είδηση πως η επιλογή-αξιολόγηση των δικαιούχων θα γίνει με τη χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης και της μεθόδου SMART. Πάλι η ΤΝ έρχεται ως μαγική λύση για να νομιμοποιήσει πολιτικές επιλογές και να κανονικοποιήσει τη μισθολογική ανισότητα. Και μάλιστα όχι με όρους τιμωρίας, αλλά με όρους επιβράβευσης, ώστε να χρυσώσουν το χάπι.
Ο χαμένος 13 μισθός
Η κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού στο Δημόσιο ήταν μια βαθιά μνημονιακή πολιτική επιλογή, που σημάδεψε μόνιμα τις εργασιακές σχέσεις στον δημόσιο τομέα. Αποτέλεσε μορφή συλλογικής τιμωρίας, απαξίωσης του Δημόσιου και των λειτουργών του, και εγκαθίδρυσε μια διαρκή ανισότητα σε σχέση με εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα. Αντί η πολιτεία να προχωρήσει σε μια καθολική αποκατάσταση αυτού του χαμένου δικαιώματος, επιλέγει σήμερα έναν άλλο δρόμο: την επιλεκτική επιστροφή ενός «υποκατάστατου» μισθού με τη μορφή μπόνους.
Με τον τρόπο αυτό, ένα συλλογικό μισθολογικό δικαίωμα μετατρέπεται σε ατομική ανταμοιβή, εξαρτημένη από αξιολογήσεις και δείκτες. Η κυβέρνηση διατηρεί έτσι έναν μόνιμο μοχλό πειθάρχησης και χειραγώγησης, καλλιεργώντας κοινωνικό αυτοματισμό τόσο εντός του Δημοσίου όσο και απέναντι στην κοινωνία. Το μήνυμα είναι σαφές: δεν υπάρχει συλλογικό δικαίωμα, μόνο επιβράβευση για τους «καλούς», με την μισθολογική πολιτική να γίνεται εργαλείο πολιτικού ελέγχου και πελατειακών σχέσεων.
Αξιολόγηση με ποιους στόχους
Η σύνδεση της αξιολόγησης με μπόνους παραγωγικότητας εισάγει μια στρεβλή λογική στο εσωτερικό των δημόσιων υπηρεσιών. Αντί να ενισχύεται η συλλογική λειτουργία και η συνεργασία, καλλιεργείται ανταγωνισμός μεταξύ υπαλλήλων και τμημάτων. Οι εργαζόμενοι ωθούνται να «κυνηγούν» στόχους, όχι απαραίτητα να εξυπηρετούν καλύτερα τον πολίτη. Η ποιοτική διάσταση της δημόσιας υπηρεσίας υποχωρεί μπροστά στην ποσοτική επίτευξη δεικτών και προθεσμιών.
Η πραγματική εργασία της στοχοθεσίας και της υλοποίησης βαραίνει κυρίως τις κατώτερες ιεραρχικά βαθμίδες (τμηματάρχες και υπαλλήλους πρώτης γραμμής). Την ίδια στιγμή, τα αποτελέσματα και η «καλή εικόνα» κεφαλαιοποιούνται από ανώτερα στελέχη, διευθυντές και γενικούς διευθυντές, που εμφανίζονται ως επιτυχημένοι διαχειριστές. Επιπλέον, η αξιολόγηση αγνοεί τις άνισες αφετηρίες μεταξύ φορέων: διαφορετικά επίπεδα στελέχωσης, υποδομών και χρηματοδότησης εξισώνονται αυθαίρετα. Έτσι συγκρίνονται υπηρεσίες που λειτουργούν με εντελώς άνισους όρους, μετατρέποντας την αξιολόγηση σε μηχανισμό αδικίας αντί βελτίωσης.
Τεχνητή Νοημοσύνη δια πάσα νόσο
Η επίκληση της Τεχνητής Νοημοσύνης λειτουργεί για μια ακόμη φορά ως ιδεολογικό άλλοθι. Η κυβέρνηση παρουσιάζει την αξιολόγηση μέσω αλγορίθμων ως αντικειμενική, ουδέτερη και απαλλαγμένη από ανθρώπινες σκοπιμότητες. Στην πράξη, όμως, κάθε αλγόριθμος ενσωματώνει τις επιλογές, τις προτεραιότητες και τις πολιτικές στοχεύσεις εκείνου που τον σχεδιάζει και τον χρησιμοποιεί. Η ΤΝ δεν καταργεί την εξουσία, τις κυβερνητικές στοχεύσεις, την διευθυντική αυθαιρεσία, την γραφειοκρατία και το εργασιακό ρουσφέτι, αλλά τα καθιστά αόρατα.
Ο αλγόριθμος αναλαμβάνει τον ρόλο ενός «αόρατου διευθυντή», που δεν λογοδοτεί, δεν εξηγεί, δεν δέχεται ενστάσεις με όρους πολιτικούς ή κοινωνικούς. Έτσι συσκοτίζεται η ευθύνη και αποπολιτικοποιούνται κρίσιμες αποφάσεις που αφορούν μισθούς και συνθήκες εργασίας. Η χρήση ΤΝ εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλέγμα ψηφιακών πρακτικών που, χωρίς δημόσια συζήτηση, βαφτίζονται «εκσυγχρονισμός»: gov.gr, ψηφιακές συναλλαγές, αυτοματοποιημένοι έλεγχοι. Το πραγματικό ερώτημα που έχουμε μπροστά μας είναι πόση ελευθερία, έλεγχο και δημοκρατία εκχωρούμε στο όνομά της. Και αυτό μας αφορά όλους, ατομικά και συλλογικά. Στην προκειμένη περίπτωση, η αφωνία συνδικαλιστικών φορέων και άλλων θεσμικών παραγόντων για τη συγκεκριμένη χρήση της ΤΝ και τις πολιτικές σκοπιμότητες που υπηρετεί είναι πραγματικά εκκωφαντική. Και επικίνδυνη.
À la ελληνικά…
Στην ελληνική εκδοχή του «εκσυγχρονισμού», η Τεχνητή Νοημοσύνη έρχεται να συγκαλύψει τα τόσα δομικά προβλήματα της δημόσιας διοίκησης. Εφαρμόζεται πάνω σε υπηρεσίες υποστελεχωμένες, χωρίς επαρκείς υποδομές, με παρωχημένες διαδικασίες και συσσωρευμένη γραφειοκρατία, και παρουσιάζεται ως ουδέτερο εργαλείο αντικειμενικότητας. Στην πράξη, λειτουργεί ως τεχνολογικός φερετζές για παλιές παθογένειες.
Η ΤΝ δεν καταργεί το ρουσφέτι, τη διευθυντική αυθαιρεσία ή την άνιση μεταχείριση, αλλά τα μεταφέρει σε αλγοριθμικό επίπεδο, καθιστώντας τα λιγότερο ορατά και άρα δυσκολότερα αμφισβητήσιμα. Οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται πια «από τον προϊστάμενο», αλλά από «το σύστημα», το οποίο όμως έχει σχεδιαστεί και ρυθμιστεί με πολιτικά κριτήρια. Έτσι, η ευθύνη διαχέεται και εξαφανίζεται. Και όλα αυτά με το αζημίωτο, καθώς ένα πλέγμα εταιρειών και συμβούλων απορροφά μεγάλο μέρος των κονδυλίων για να μας… εκσυγχρονίσει.
Την ίδια στιγμή, υπουργοί και κυβερνητικά στελέχη κορδώνονται ως φορείς προόδου, μιλώντας για «ψηφιακή επανάσταση» και «σύγχρονο κράτος», ενώ αποφεύγουν κάθε συζήτηση για στελέχωση, μισθούς, συνθήκες εργασίας και πραγματική λογοδοσία. Ο εκσυγχρονισμός περιορίζεται σε πλατφόρμες και αλγόριθμους, χωρίς κοινωνικό περιεχόμενο. Έτσι, η Τεχνητή Νοημοσύνη, αντί να λειτουργεί ως εργαλείο βελτίωσης όπως διαφημίζεται, καθίσταται μηχανισμός συγκάλυψης, με τη διαιώνιση του προβλήματος να βαφτίζεται λύση.
Πόσο νόμιμη είναι η χρήση ΤΝ;
Τι προβλέπει η νομοθεσία για τη χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης και για τα προσωπικά δεδομένα, και πόσο νόμιμη (ή έστω νομότυπη) είναι η χρήση ΤΝ για την αξιολόγηση του μισθού (έστω του bonus) ενός εργαζόμενου;
Η χρήση συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης στην αξιολόγηση εργαζομένων και στη διαμόρφωση αμοιβών αγγίζει τον πυρήνα δύο κεντρικών ευρωπαϊκών κανονιστικών πλαισίων: του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (GDPR) και του νέου Κανονισμού για την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI Act). Και τα δύο αντιμετωπίζουν τέτοιες πρακτικές με αυξημένη επιφύλαξη, ακριβώς επειδή επηρεάζουν άμεσα θεμελιώδη δικαιώματα και την οικονομική κατάσταση των εργαζομένων:
- Ο GDPR θέτει ως βασική προϋπόθεση τη νομιμότητα, τη διαφάνεια και τον σκοπό της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων. Η αξιολόγηση εργαζομένων μέσω ΤΝ προϋποθέτει σαφή νομική βάση (π.χ. ρητή πρόβλεψη νόμου), πλήρη ενημέρωση των υποκειμένων για τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται και τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος, καθώς και σεβασμό στο άρθρο 22 του GDPR. Το άρθρο αυτό απαγορεύει αποφάσεις που βασίζονται αποκλειστικά σε αυτοματοποιημένη επεξεργασία όταν αυτές έχουν σημαντικές συνέπειες, όπως οικονομικές απολαβές, εκτός αν προβλέπεται ουσιαστική ανθρώπινη παρέμβαση και δικαίωμα ένστασης. Επιπλέον, τέτοιες πρακτικές απαιτούν Αξιολόγηση Αντικτύπου (DPIA), λόγω του υψηλού κινδύνου για τα δικαιώματα των εργαζομένων.
- Ο AI Act έρχεται να συμπληρώσει το πλαίσιο αυτό, κατατάσσοντας τα συστήματα ΤΝ που χρησιμοποιούνται στην εργασία και στην αξιολόγηση προσωπικού ως «υψηλού κινδύνου». Για αυτά απαιτούνται αυστηρές εγγυήσεις: ανθρώπινη εποπτεία, διαφάνεια, τεκμηρίωση, έλεγχος μεροληψίας και δυνατότητα αμφισβήτησης των αποτελεσμάτων. Η χρήση ΤΝ ως «ουδέτερου» κριτή δεν αίρει την πολιτική και νομική ευθύνη του εργοδότη ή του κράτους.
Συμπερασματικά, η χρήση ΤΝ για την αξιολόγηση μισθού ή bonus δεν είναι εκ προοιμίου παράνομη, αλλά είναι απολύτως νομότυπη μόνο εφόσον πληροί αυστηρές προϋποθέσεις. Χωρίς διαφάνεια, ανθρώπινο έλεγχο και θεσμικές εγγυήσεις, μια τέτοια πρακτική κινδυνεύει να παραβιάζει τόσο τον GDPR όσο και το πνεύμα και το γράμμα του AI Act. Η ύπαρξη ανθρώπου-επόπτη που βάζει την τελική υπογραφή στο υπό συζήτηση μπόνους, δίνει μια επίφαση νομιμότητας. Συνεχίζουμε να κινούμαστε όμως επικίνδυνα εντός μιας γκρίζας ζώνης, όσο δεν διασφαλίζονται στοιχεία διαφάνειας και συγκατάθεσης-τεκμηρίωσης των ίδιων των ενδιαφερόμενων.






































































