του Φίλιππου Νικολόπουλου*
Σε μια εποχή κατάπτωσης αξιών, υγροποίησης ή και νέκρωσης συνειδήσεων, αναζήτησης τυφλού χυδαίου ευδαιμονισμού και αποκορύφωσης ανεξέλεγκτου ατομικισμού, το να θυμόμαστε και να τιμούμε ανθρώπους που κράτησαν «Θερμοπύλες», αντιστάθηκαν και αρνήθηκαν το κατεστημένο της αδικίας και τυραννίας, ρίσκαραν ζωή και καριέρα, δεν είναι απλώς μεγάλη παρηγοριά αλλά και εκπλήρωση καθήκοντος. Και να τους τιμούμε ανεξάρτητα από επετειακές εκδηλώσεις, ακριβώς γιατί για τους σημαντικούς, με αυτά τα χαρακτηριστικά, ανθρώπους η μνήμη είναι διαχρονική και οφείλει κάθε στιγμή να είναι παρούσα. Στρεφόμαστε προς αυτούς ανεξάρτητα χρονικής στιγμής και συγκυρίας και θα πρέπει να νοιώθουμε βαθιά ηθική ικανοποίηση αν νοερά πλησιάζουμε προς αυτούς για να πάρουμε σκυτάλη αγώνων.
Μιλώ για τον Αντώνη Κακαρά που ανήκε ακριβώς στην κατηγορία ανθρώπων που ανέφερα πιο πάνω. Υπάρχει ένας ακόμη λόγος να θυμηθούμε την πνευματική και αγωνιστική προσωπικότητά του, προσωπικότητα απ’ τις λίγες που αψήφησαν την επταετή χούντα, με ασυμβίβαστη στάση που είχε τα δικά της ειδικά χαρακτηριστικά. Γιατί ο Αντώνης αποτέλεσε μια ισχυρή και εκρηκτική αμφισβήτηση «απ’ τα μέσα», δηλ. μέσα από τους ίδιους τους κύκλους των στρατιωτικών. Εκρηκτικός στις συγκρούσεις του, χαρακτηρίστηκε από ορισμένους «καθώς πρέπει» κάπως «δυσπροσάρμοστος», χαρακτηριστικό που είναι τίτλος τιμής για όλους τους γνήσιους επαναστάτες. Η καταχρηστική έννοια της «προσαρμογής» αποτελεί θεωρητικό καταφύγιο για όσους οσφυοκάμπτες σκύβουν, κολακεύουν και επιδιώκουν την αναρρίχησή τους σ’ οποιοδήποτε ανελεύθερο καθεστώς. Ο Αντώνης ως στρατιωτικός δεν «προσαρμόστηκε», επαναστάτησε και με τον τρόπο του «ξεφτίλισε» εκπροσώπους του χουντικού καθεστώτος.
Τα βάσανά του άρχισαν από τον Οκτώβρη του 1971 όταν αντέδρασε βίαια σε χαφιέ που τον ενόχλησε καθώς τραγουδούσε τραγούδια του Μ. Θεοδωράκη. Αργότερα υπέβαλε την παραίτησή του, δικάστηκε από το Ναυτοδικείο για «περιύβριση αρχής και προσβολή του στρατού» (σωστά πρόσβαλε ένα στρατό εθνικομειοδοτών προδοτών και ηλιθίων!) και του επιβλήθηκε ποινή πάνω από δύο χρόνια, που επικυρώθηκε αργότερα κι απ’ το Αναθεωρητικό Δικαστήριο. Θα αφεθεί ελεύθερος το καλοκαίρι του 1973 με εκείνη την αμνηστία του δικτάτορα Παπαδόπουλου. Ύστερα από τη μεταπολίτευση αποκαταστάθηκε στο ΠΝ και το 1990 συνταξιοδοτήθηκε ως αξιωματικός του ΠΝ.
Υπήρξε συνεπής αγωνιστής του ΚΚΕ μέχρι τέλος (κι αυτό έχει την ιδιαίτερη σημασία του, γιατί υπηρετούσε στις Ένοπλες Δυνάμεις), της Κίνησης για την Εθνική Άμυνα (ΚΕΘΑ) και διακεκριμένος συνάδελφος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και ιδιαίτερα της παράταξης της ΑΠΕΛ-Σ. Πέρα από άλλα του βιβλία με λογοτεχνικό περιεχόμενο, σημαντικά έργα του από πλευράς ιστορίας των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας ήταν: «Το Πολεμικό Ναυτικό στη Δικτατορία 1967-1974» και το τρίτομο «Οι Έλληνες Στρατιωτικοί», που στηριζόταν στο διδακτορικό του.
Για τον Αντώνη Κακαρά μου μιλούσε με τα θερμότερα λόγια ο αείμνηστος φίλος, διακεκριμένος Kαθηγητής και Αγωνιστής Βασίλης Φίλιας, αντιστασιακός και αυτός ενάντια στη δικτατορία των Συνταγματαρχών. Και τον εκτιμούσε πέραν των άλλων ως αντιστασιακό στρατιωτικό που είχε τη δύναμη να διαφοροποιηθεί απ’ τους συμβιβασμένους ή απλώς ανεχόμενους άλλους αξιωματικούς.
Αυτό που θα πρέπει να υπογραμμισθεί είναι ότι αν στις Ένοπλες Δυνάμεις υπήρχαν πολλοί αξιωματικοί σαν τον Αντώνη Κακαρά, τότε πραγματικά θα υπήρχε ελπίδα η πτώση της στρατιωτικής χούντας να πραγματοποιηθεί με επαναστατική ανατροπή (μέσω δηλ. στρατιωτικής ή ακόμη και στρατιωτικολαϊκής επανάστασης) και όχι να παραδοθεί η εξουσία απ’ την ίδια τη χούντα, μετά την κατάρρευση της κυβέρνησης Ανδρουτσόπουλου, στους παλαιούς πολιτικούς, με τη συγκατάθεση φυσικά των ΗΠΑ. Γιατί δυστυχώς η λεγόμενη μεταπολίτευση έγινε «ελεγχόμενα» και όχι επαναστατικά και μάλλον πολλά απ’ τα αρνητικά χαρακτηριστικά της πολιτικής περιόδου που ακολούθησε (αδυναμία για βαθιές θεσμικές και δομικές κοινωνικές αλλαγές, πέρα απ’ την εγκαθίδρυση της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας) οφείλεται ακριβώς σε αυτό το είδος της «ελεγχόμενης μετάβασης».
Το παράδειγμά σου Αντώνη, ως Αντιστασιακού αξιωματικού, μας κάνει να σκεφτούμε τι άλλες ελπιδοφόρες επαναστατικές προοπτικές (κάτω από άλλες προϋποθέσεις) θα μπορούσαν να διανοιγούν για μια Ελλάδα πραγματικά πολιτικά και εθνικά αυτοπροσδιοριζόμενη, με ριζικές τομές στο κοινωνικό καθεστώς. Τελικά βέβαια το παράδειγμά σου δεν πάει χαμένο, παραμένει διαχρονικό και φωτίζει στο μέλλον τις νέες γενιές!
* Ο Φίλιππος Νικολόπουλος είναι Δρ Κοινωνιολογίας, Νομικός – πρ. Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφικής Σχολής Παν/μίου Κρήτης, πρ. Αναπληρωτής Καθηγητής Παν/μίου Ινδιανάπολης, Γραμματέας των Σχολών και της Κοσμητείας του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» και επιστημονικός υπεύθυνος του Ελεύθερου Πανεπιστημίου.






































































