του Λουκά Αξελού

Δεν αρκεί να έχεις ιδέες, πρέπει να έχεις και χαρακτήρα

Αν η φράση του Σολωμού «με λογισμό και όνειρο», μας φέρνει στον νου κάποιους ανθρώπους που όπως ο εθνικός μας ποιητής άφησαν το στίγμα τους μέσα από συνεχή σχεδιάσματα, α-συνέχειες, αναιρέσεις αλλά και άλματα, τότε ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης θα μπορούσε να ενταχθεί στην κατηγορία αυτή.

Αυτό κατ’ αρχήν φυσικά, χωρίς γενικεύσεις και απολυτοποιήσεις. Και το ίδιο θα ισχυριστώ για τον χαρακτηρισμό του από μέρους μου ως ιδαλγού.

Διότι αναλύοντας περισσότερο τα όσα, τέλος πάντων εμπεριέχει ο χαρακτηρισμός του ιδαλγού, καθ’ υπέρβασιν του τίτλου του Ισπανού ευγενούς, ως «προσώπου που υπηρετεί μιαν ιδέα με ανιδιοτέλεια και αφοσίωση, αλλά και πολλές φορές και “ως αιθεροβάμων”, σύμφωνα με τις αντιλήψεις των περισσότερων “ρεαλιστικά σκεπτόμενων”», ο Χαραλαμπίδης πράγματι προσεγγίζει το παραπάνω «πρότυπο», υπερβαίνοντάς το όμως όσον αφορά αυτό που αποτελούσε (θετικοαρνητικά) το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του, ως ανθρώπου όχι μόνο πλούσιου σε ιδέες, πίστη και οράματα, αλλά –κυρίως– όπως θα το διατύπωνε και ο Αλέξανδρος Δελμούζος, ως ανθρώπου με ισχυρό χαρακτήρα.

Ίσως αυτό, το τελευταίο αποτελούσε την αθέατη πλευρά αυτού που για τέσσερεις δεκαετίες μας έφερνε, παρ’ όλες τις διαφωνίες, στην ίδια –πάντα– πλευρά «του πεζοδρομίου».

Γιατί αποτελεί γεγονός ότι η συνεργασία μας, μακρά και πολλαπλή, ξεκινάει από την εγκατάστασή του στην Ελλάδα από την Ιταλία μετά την πτώση της δικτατορίας, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, και αποτυπώθηκε αρχικά στην έκδοση των δυο πρώτων βιβλίων του Για την αυτοδιαμόρφωση-επαναθεμελίωση της Ελληνικής Αριστεράς και Πώς μπορεί να κυβερνά η Αριστερά, που εκδόθηκαν από τον «Στοχαστή», για να συνεχιστεί στην ιδεολογική, πολιτιστική και πολιτική σφαίρα, με ιδέες, κινήσεις και πρακτικές εμποτισμένες από τις αρχές και τις αξίες του Δημοκρατικού Πατριωτισμού και του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού.

Σταθερό ζητούμενο ήταν η επιδίωξη ενός νέου πλαισίου άσκησης της πολιτικής, στο οποίο η πολιτική θα ήταν πάντα υπόλογη στην ηθική και όπου το να λέμε την αλήθεια στην πολιτική θα ήταν το κεντρικό κριτήριο ότι βρισκόμασταν στον σωστό δρόμο ακολουθώντας πιστά τα ίχνη του δασκάλου μας Αντόνιο Γκράμσι.

Ορισμένες χαρακτηριστικές πτυχές της οπτικής του Μιχάλη Χαραλαμπίδη

Οι απόψεις, θέσεις και πρακτικές του Χαραλαμπίδη απλώνονται σε ένα ευρύ πεδίο και είναι αδύνατο να περικλειστούν σε ένα περιορισμένης εκτάσεως κείμενο σαν το παρόν.

Οι θέσεις του για τον Ποντιακό Ελληνισμό, αλλά και τον Ελληνισμό ευρύτερα, οι συγκεκριμένες προτάσεις του, στοιχημένες με την μακραίωνη ιστορία μας, για επανεποικισμό της Θράκης (δημιουργία της Ρωμανίας, κ.λπ.), η αντιμεταπρατική οπτική του σε σχέση με το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα, η συνειδητοποίηση της ιδιαιτερότητας του ιστορικού χώρου της Ανατολικής Λεκάνης της Μεσογείου, αλλά και η υπέρβαση του εγχώριου επαρχιωτισμού με την πρόταξη ενός πατριωτικού περιφερειακού διεθνισμού γαριβαλδινής έμπνευσης, η βαθύτερα αποκεντρωτική, αμεσοδημοκρατική, οικολογική λογική (μιας ξεχωριστής «Αγροφιλίας»), και ένα σύνολο άλλων απόψεων και ιδεών που βρήκαν την ατελή –αντιφατική απόπειρα έκφρασης– υλοποίησής τους σε εγχειρήματα όπως το περιοδικό «Λαοί» στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων ως «Ένωση για τα δικαιώματα και την Απελευθέρωση των Λαών», το περιοδικό «Συμβούλια για τον Εργατικό Έλεγχο και την Αυτοδιαχείρηση» στο πλαίσιο της παρουσίας του στο «Ίδρυμα Μεσογειακών Μελετών», άπαντα ως επιμέρους παρεμβάσεις στην γενικότερη κριτική του στάση και εναλλακτική πρόταση για την εξέλιξη του ΠΑΣΟΚ την δεκαετία του ’80, ως και οι ποικίλες απόπειρες γείωσης και δράσης στην ευρύτερη ελληνική περιφέρεια, παραμένουν ως ισχυρά ζητούμενα.

Τούτων δοθέντων θα σταθώ, λοιπόν, αναγκαστικά και με ένα σύντομο και αξιωματικό τρόπο, στα σημεία εκείνα που αναδεικνύουν ορισμένες χαρακτηριστικές αλλά και ουσιαστικές πτυχές της οπτικής του Μιχάλη Χαραλαμπίδη.

Άλλωστε και ο ίδιος θίγοντας τα ζητήματα αυτά μέσα από άρθρα και πολιτικές παρεμβάσεις, είχε συνείδηση ότι ανοίγει την πόρτα για τις αίθουσες του πύργου, η λειτουργική χρήση των οποίων ταυτίζεται με μιαν ευρείας κλίμακας προσπάθεια για την συγκρότηση ενός συνεκτικού και συνεπούς επανασχεδιασμού της καθόλου εθνικής μας στρατηγικής.

Ας μην μας διαφεύγει ότι βασική προϋπόθεση για κάθε σου βήμα είναι η γνώση του πού βρίσκεσαι και η επίγνωση των ορίων και δυνατοτήτων σου ως δρώντος ιστορικού υποκειμένου.

Σε αυτό το κεντρικό ερώτημα η απάντηση που δίνει ο Χαραλαμπίδης είναι αρνητική. Με επίπονο τρόπο επισημαίνει το μορφωτικό μας έλλειμμα, την μορφωτική μας ανεπάρκεια.

Αυτό θα μπορούσε να είναι μια απλή κοινότοπη διαπίστωση αν δεν εντοπιζόνταν σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια αυτή και ποιες είναι οι αιτίες της.

Γιατί η Κύπρος, το Αιγαίο, η Ίμβρος, η Τένεδος, η Θράκη, ο Ιωνικός και Ποντιακός Ελληνισμός, ο Ελληνιστικός Κόσμος, όταν δεν αγνοούνται κατέχουν μια περιθωριακή θέση στην συνείδηση, στην πολιτική θεωρία και πρακτική των ελλαδικών και ελληνοκυπριακών πολιτικών κομμάτων, αλλά και μεγάλου τμήματος της κοινής γνώμης;

Γιατί αυτή η παρασιώπηση, συγκάλυψη, στρέβλωση, παραχάραξη ή άγνοια των θεμελιακών στοιχείων που συνιστούν την μακρόχρονη ιστορική μας διαδρομή και συγκροτούν την όποια σημερινή εθνική μας ταυτότητα;

Ασφαλώς δεν αποτελεί μοναδικό λόγο και αιτία η κυρίαρχη λογική των ποικίλων ρωσοαγγλογάλλων που οι Ανώνυμοι μαθητές του Ρήγα των αρχών του 19ου αιώνα σφοδρά καυτηρίασαν είναι όμως η μεταπρατική ιδεολογία, αναμφίβολα, ένας βασικός κρίκος στην ερμηνεία για την επί δεκαετίες ολόκληρες εθνική σιωπή γι’ αυτό που υπήρξε για τρεις και πλέον χιλιετίες, ο ίδιος μας ο εαυτός.

Αποτέλεσμα αυτής της ανεπάρκειας είναι η σημερινή έλλειψη υποβάθρου που χαρακτηρίζει όχι μόνο την σκέψη και δράση των πολιτικών, στρατιωτικών και δημοσιογραφικών κύκλων, αλλά και της ίδιας της επιστημονικής και καλλιτεχνικής κοινότητας, που αδυνατεί, στην συντριπτική της πλειοψηφία, να διατυπώσει μιαν αξιόπιστη και επαρκή επιστημονικά αντίληψη σχετικά και με τα ζητήματα ιστορικού παρελθόντος, αλλά και με τα σημερινά προβλήματα που οργανικά αναδεικνύονται ως πλευρές του νέου Ανατολικού Ζητήματος.

Χαρακτηριστικό της καθόλου ανεπάρκειας είναι η κρίση ταυτότητας ακόμα και γεωπολιτικής, ο προσδιορισμός του πού ανήκουμε.

Γιατί ο καθείς γνωρίζει πλέον, ότι η διαχρονική στάση μερίδας του Ελληνισμού, με την από Βυζαντίου αποδοχή της «παπικής τιάρας», βρήκε την σύγχρονη έκφρασή του στο μεταπολιτευτικό «ανήκομεν εις την Δύσιν» (προέκταση κατ’ ουσίαν της Μικρασιατικής Καταστροφής και του ψυχροπολεμικού μετά την Γιάλτα διπολισμού), τεχνητά προσπαθεί να αποκόψει τον Ελληνισμό από τον ένα πνεύμονά του, που είναι ο επέκεινα του Αιγαίου χώρος της καθ’ / ημάς Ανατολής, με δύο λόγια ο Ελληνικός Κόσμος της Κύπρου και της Ελληνιστικής Ανατολής (καυχιέται η Αντιόχεια που είναι πόλις παλαιόθεν ελληνίς του Άργους συγγενής).

Δεν έχει άδικο ο Χαραλαμπίδης, μιλώντας για την αναγκαιότητα της «ελληνοποίησης του κράτους», όταν στρέφει τα πυρά του στο ελληνικό κράτος, στο κορυφαίο αυτό σύμβολο νεοελληνικής παραμόρφωσης και παρακμής, θεωρώντας το ως το πρώτο μεγάλο εθνικό μας ζήτημα, ως τον πραγματικά Μεγάλο Ασθενή

Σωστά λοιπόν ο Χαραλαμπίδης επισημαίνει όλα αυτά υπερασπιζόμενος το τουλάχιστον πολιτισμικά ενιαίο του ιστορικού αυτού χώρου, αφού ο Ελληνισμός με κέντρο τον σημερινό ελλαδικό χώρο εκτεινόνταν ανατολικά ως τον Καύκασο, την Ιωνία, την Εγγύς Ανατολή και την Κύπρο και δυτικά ως το νότιο Τυρρηνικό Πέλαγος.

Είναι, νομίζω, προφανές πού μπορεί να οδηγήσει μια λογική κλειστών οριζόντων, μια λογική αποκοπής, περιχαράκωσης, αυτοπαραίτησης και αυτοακρωτηριασμού, όπως συνέβη και συμβαίνει και σήμερα με την καθημερινά διαπιστούμενη πρωτοφανή ολιγωρία του Ελληνικού Κράτους (αλλά και του κυρίαρχου συγκροτήματος εξουσίας και της πλειοψηφικής Αριστεράς), να υπερασπιστεί με συνέπεια και αξιοπρέπεια τον εκτός ελλαδικών συνόρων Ελληνισμό, αλλά και τα ίδια του τα σύνορα.

Γι’ αυτό και είναι κατ’ ουσίαν σωστή η αυστηρή κριτική που ο Χαραλαμπίδης ασκεί στο σύγχρονο αθηνοκεντρικό ελληνικό κράτος, επισημαίνοντας σε πολλά άρθρα του την τραγική απροθυμία και ανεπάρκειά του.

Πράγματι αυτό το απρόθυμο Πεδεμόντιο, όπως το αποκαλεί, παραλληλίζοντάς το με το αντίστοιχο ιταλικό του 19ου αιώνα, στάθηκε ανίκανο να γίνει φορέας ενός ολοκληρωμένου ελληνικού Risorgimento, μιας εφαρμογής της Μεγάλης Ιδέας, που θα ένωνε τις ιστορικές περιοχές του Ελληνισμού και θα προστάτευε τους εκτός επικράτειας ελληνικούς πληθυσμούς.

Είναι αναγκαίο να συνειδητοποιήσουμε πού μας οδήγησε και πού μας οδηγεί η φοβική, ενίοτε εθελόδουλη, πρακτική περιχαράκωσης και απραξίας στα συγκεκριμένα όρια που όρισαν και επιβάλλουν τρίτοι επικυρίαρχοι και στους δύο σύγχρονους ελληνικούς κρατικούς σχηματισμούς. Διότι και τα δύο ελληνικά κράτη είναι αποδεδειγμένα κατώτερα των απαιτήσεων του ελληνικού έθνους, κράτη που είτε ως Πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1830, είτε ως Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου το 1959, εκφράζουν την ανάπηρη ανεξαρτησία, την υπαγωγή των Ελλήνων σε διαρκή έλεγχο και περιορισμό.

Με αυτή λοιπόν την έννοια δεν έχει άδικο ο Χαραλαμπίδης, μιλώντας για την αναγκαιότητα της «ελληνοποίησης του κράτους», όταν στρέφει τα πυρά του στο ελληνικό κράτος, στο κορυφαίο αυτό σύμβολο νεοελληνικής παραμόρφωσης και παρακμής, θεωρώντας το ως το πρώτο μεγάλο εθνικό μας ζήτημα, ως τον πραγματικά Μεγάλο Ασθενή.

Αρκετές όμως είναι και οι νύξεις, επισημάνσεις και τοποθετήσεις του για μια σειρά ζητημάτων που κατέχουν μια σημαντική θέση στον εθνικό και κοινωνικό μας ορίζοντα. Θα σταθώ σε δύο από τα ζητήματα αυτά, εκεί που, κατά την γνώμη μου, η συμβολή-συμμετοχή του, αλλά και επίδρασή του είναι, ίσως, πιο χαρακτηριστική, αφού η επισήμανση και ανάδειξή τους ζευγάρωσε και με ορισμένες πολιτικές πρωτοβουλίες που ξεπέρασαν τα όρια της απλής τοποθέτησης ή αρθρογραφίας.

Πρόκειται για το Ποντιακό και το Κουρδικό Ζήτημα, που για πολλούς και όχι πάντοτε τους ίδιους λόγους απουσίαζαν ολοκληρωτικά ή εν μέρει από την προβληματική της καθόλου Αριστεράς μέχρι και την δεκαετία του 1980 και αντιμετωπίστηκαν ή και αντιμετωπίζονται με μια προκατάληψη ή και εχθρότητα πρωτοφανή για τον υποτιθέμενο πατριωτικό και διεθνιστικό της χαρακτήρα.

Σε αυτά λοιπόν τα ζητήματα ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης έδωσε τον καλύτερο εαυτό του, συμβάλλοντας –κατά το μέρος του λόγω και έργω– στην ανάδειξη και σωστή τοποθέτησή τους, και είναι ίσως τα σημεία εκείνα που η πολιτική του παρέμβαση είναι, ασφαλώς, διακριτή και με απτά αποτελέσματα.

Ένα επόμενο, κομβικό θα έλεγα σημείο στην προβληματική του Χαραλαμπίδη και στο οποίο αξίζει να σταθούμε ιδιαίτερα είναι αυτό που άπτεται των ζητημάτων του εθνισμού, του πατριωτισμού και του διεθνισμού, τα οποία ουσιαστικά και κατ’ εξακολούθησιν θίγει στο έργο του, φτάνοντας ατελώς, είναι η αλήθεια, και σε εξειδικευμένες προσεγγίσεις όπως αυτή του περιφερειακού διεθνισμού.

Έχοντας δεκαετίες ασχοληθεί με το όλον ζήτημα είμαι σε θέση να υποστηρίξω την τραγική, αλλά και αληθινή συνάμα διαπίστωση ότι ολόκληρος σχεδόν ο χώρος που εκτείνεται από τους οπαδούς του τριτοδιεθνιστικού σοσιαλισμού μέχρι την σοσιαλδημοκρατία και τα υπερ-αριστερά και αναρχικά ρεύματα, αδυνατεί να κατανοήσει την πραγματικότητα ότι η πατριωτική-εθνική συνείδηση-ταυτότητα ήταν και είναι κάτι απτό, υλικό, που ήταν και είναι πολύ πιο σταθερό και ισχυρό από την μεταβλητή και ρευστή κοινωνική συνείδηση, πάνω στην οποία στηρίχθηκε μανιχαϊστικά η εσχατολογική αντίληψη για τους προλετάριους που δεν έχουν πατρίδα.

Για να το πω πιο απλά. Ενώ η εθνική σου ταυτότητα (στοιχείο καταγωγής που εμπερικλείει γλώσσα, θρησκεία και πολιτισμό) αποτελεί ένα αφετηριακό σταθερό στοιχείο που δεν αλλάζει ανεξάρτητα από το αν είσαι «πλούσιος ή φτωχός», η ταξική του ιδιότητα (εργάτης, αγρότης, αστός, μικροαστός) αποτελεί ένα μεταβλητό στοιχείο που μπορεί να αλλάξει ή να μετατραπεί στην διάρκεια του βίου σου.

Τι να πει λοιπόν κανείς όταν καθημερινά διαπιστώνει την πλήρη αδυναμία κατανόησης ενός τέτοιου φαινομένου και τα αρνητικά ή και εχθρικά αντανακλαστικά των κυρίαρχων δεξιών και ευωνύμων αθηναϊκών κύκλων σε κάθε έκφραση πατριωτικού στοχασμού;

Μια ερμηνεία, ιδιαιτέρως χαρακτηριστική-αποκαλυπτική του όλου φαινομένου, αποτελεί η θέση του Χαραλαμπίδη ότι «στην Αθήνα το μισό μυαλό είναι κεμαλικό και το άλλο μισό ευρωπαϊκό. Εθνικό μυαλό δεν υπάρχει».

Και αν πέρασεν ανθεί και φέρει κι’ άλλο

Η περιδιάβαση στην ζωή και το έργο του Χαραλαμπίδη είναι μια καλή ευκαιρία για να στοχαστούμε όχι μόνο στο Τις Πταίει;, αλλά και στο Πού Βαδίζουμε;.

Αυτό όμως είναι δύσκολο έως αδύνατο να πραγματοποιηθεί, χωρίς μια συστηματική αποναρκοθέτηση του ιδεολογικού και πολιτικού τοπίου, που έχει κυριολεκτικά αλωθεί από τον ιστορικό αναθεωρητισμό και την εν γένει woke ατζέντα.

Είναι εμφανές ότι τα πεδία που οι κυρίαρχοι έχουν ρίξει όλο το βάρος τους, δοκιμάζοντας όλα τα «οπλικά τους συστήματα», είναι τα πεδία της παράδοσης, του πολιτισμού, του εθνισμού και όλων των στοιχείων που συνιστούν την όποια εθνική ή θρησκευτική ταυτότητα.

Σε αυτό το πεδίο διεξάγεται ένας ανηλεής πόλεμος και είναι αυτό που διαχρονικά τα κείμενα του Χαραλαμπίδη προσπαθούν να θίξουν, ανεξάρτητα από τα επιμέρους κενά τους, ατέλειες, παραλείψεις ή υπερβολές.

Δεν μπορεί λ.χ. να παλεύεις σωστά για την λευτεριά του λαού σου και την ειρήνη, όταν στερείς το δικαίωμα αυτό από τους άλλους λαούς.

Θα πρέπει, λοιπόν, κάποτε να γίνει ένα ξεκαθάρισμα ανάμεσα στα εθνικά σύμβολα και την καπηλεία τους από την μεριά των πατριδοκάπηλων, όπως κάποτε θα πρέπει να γίνει και ένα ξεκαθάρισμα ανάμεσα στο λαθρεμπόριο του διεθνισμού και τον διεθνισμό τον ίδιο. Στον βαθμό που η προοπτική του να γίνουν οι άμεσοι παραγωγοί κύριοι των πεπρωμένων τους είναι ακόμη πολύ μακρινός στόχος, το κεφάλαιο, μπορεί, όπως έχω τονίσει, να μην έχει πατρίδα, αλλά οι υποτελείς τάξεις δυστυχώς έχουν ή ευτυχώς οφείλουν να έχουν.

Μια τέτοια θεώρηση έχει υποχρέωση να επανεξετάσει το σύνολο της οπτικής της και θέτοντας σε δοκιμασία τις ίδιες τις αρχές της να έρθει σε ρήξη με την ιδεολογία των επικυρίαρχων. Αυτό αποτελεί την λυδία λίθο για τον καθένα, αλλιώς η γνωστή μεσογειακή μας ρητορία εκφυλίζεται μοιραία σε σύγχρονο φτωχοπροδρομισμό.

Αυτόν τον φτωχοπροδρομισμό, τον διανοητικό αποικισμό, όπως τον αποκαλούσε, πολέμησε, είναι η αλήθεια, μέχρι τέλους ο Χαραλαμπίδης.

Ο αγώνας του άνισος και σε σημαντικό βαθμό αναποτελεσματικός. Και, δυστυχώς, όχι πάντα λόγω της υπεροπλίας και της πανουργίας των αντιπάλων.

Διότι –φευ– ο Χαραλαμπίδης ως αυθεντικός Έλλην Πόντιος, είχε μέσα του αρκετά αποθέματα αυτοκαταστροφής, αρνητικό –αναμφίβολα– στοιχείο, που σε καμία όμως περίπτωση δεν ανατρέπει τον τελικό θετικό απολογισμό.

Τελικά, ο πεισματάρης αυτός, όπως σωστά επισημαίνει ο Βασίλης Ασημακόπουλος, δεν κρατικοποιήθηκε, δεν ενσωματώθηκε, δεν εντάχθηκε σε επιρροές άλλων συμφερόντων. Ήθελε και έδωσε ένα άλλο έμπρακτο παράδειγμα στους Έλληνες μετά τις εκλογές του 1981 για το πώς πρέπει να κυβερνάται η χώρα, για το πως πρέπει να κυβερνά η Αριστερά.

Πόσους και πόσες πολιτικούς δεν ανέδειξε αυτό το περίφημο 1981 και τι απόμεινε τελικά;

Σχεδόν καμία, κανείς, πλην, ίσως, ελαχίστων.

Ο Χαραλαμπίδης δείχνει να περνά την Στενή Πύλη. Κι αυτό γιατί όπως έγραψε στον «Αποχαιρετισμό» του άλλος ένας κοινός φίλος και συνοδοιπόρος, ο Περικλής Νεάρχου:

«Ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης ήταν πέρα από την καθημερινή και συμβατική πολιτική. Ήταν ο άνθρωπος των μεγάλων οραμάτων και των ιδεών για μια βαθειά αλλαγή και επανασύνδεση των θραυσμάτων του μεγάλου μωσαϊκού του οικουμενικού Ελληνισμού. Αυτού, που το Ελληνικό κράτος απεδείχθη, δυστυχώς, ανάξιο να εκφράσει και να εκπροσωπήσει… μπορούσε να δώσει πολλά ακόμη, με τις ιδέες και τα οράματά του για μια άλλη Ελλάδα, επάξια της ιστορίας και του πολιτισμού της. Συνέδεε, με βαθυστόχαστο τρόπο, τον Αρχαίο Ελληνισμό και την Ορθοδοξία και αντιμετώπιζε με την ίδια συγκίνηση τα Ελευσίνια Μυστήρια και τον Επιτάφιο».

Ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης, έφυγε.

Ωστόσο οι νεκροί είναι πάντα παρόντες και για όλους όσοι τον γνωρίσαμε και περπατήσαμε από κοινού, θα ζει ως ένας, κατά πρώτο, λόγο ιδαλγός και οραματιστής.

Όμως, πέρα από αυτά, τα καθ’ ημάς, η Ελλάδα, η Κύπρος, ο Ελληνισμός και ο Ελληνικός Κόσμος θα του οφείλουν, πάντα, το γεγονός της αδιάκοπης πάλης του για την ανάδειξη του Ποντιακού Ζητήματος, της Ποντιακής Γενοκτονίας, γεγονός που το επικύρωσε το 1994 και η Βουλή των Ελλήνων, υιοθετώντας την πρότασή του για αναγνώριση της 19ης Μαΐου ως Ημέρας Μνήμης της Ποντιακής Γενοκτονίας.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!