Του Κώστα Γκιώνη
Στις 19 Οκτώβρη του 1960 ξεκινά το πρώτο εμπάργκο των ΗΠΑ εναντίον της Κούβας, το οποίο δεν συμπεριλάμβανε τρόφιμα και φάρμακα. Σχεδόν ενάμιση χρόνο αργότερα, στις 7 Φλεβάρη του 1962, με απόφαση του προέδρου Τζον Κένεντι, μετατρέπεται σε έναν απάνθρωπο πλήρη εμπορικό αποκλεισμό. Όσο υπήρχε η Σοβιετική Ένωση η κατάσταση δεν ήταν και τόσο αβάσταχτη. Αλλά όταν αυτή κατέρρευσε, τα πράγματα άρχισαν να χειροτερεύουν, με ίσως μια καλύτερη περίοδο επί προεδρίας Μπάρακ Ομπάμα.
Τους τελευταίους δύο μήνες οι ΗΠΑ έχουν επιβάλλει έναν ακόμα πιο σκληρό ναυτικό αποκλεισμό. Οι ελλείψεις σε τρόφιμα, φάρμακα, πρώτες ύλες, τεχνολογία, και ειδικά στην ενέργεια, είναι τεράστιες. Αν και οι Κουβανοί είναι μαθημένοι στις διακοπές ρεύματος, σε ορισμένες περιοχές αυτές υπερβαίνουν τις 18 ώρες ημερησίως, με αποκορύφωμα το γενικό μπλακάουτ της προηγούμενης εβδομάδας, που βύθισε στο σκοτάδι το νησί για 29 ολόκληρες ώρες!
Ο τουρισμός, που ήταν ένα σημαντικό κομμάτι της οικονομίας, δεν υπάρχει πλέον. Οι εξορύξεις νικελίου και κοβαλτίου έχουν σταματήσει λόγω της κρίσης στα καύσιμα. Οι γειτονιές στην Αβάνα έχουν γίνει ένας απέραντος σκουπιδότοπος, αφού τα απορριμματοφόρα δεν έχουν καύσιμα. Το ίδιο ισχύει και με τα φορτηγά, που δεν μπορούν να μεταφέρουν τα αγροτικά προϊόντα προς τα αστικά κέντρα.
Όλος αυτός ο βάρβαρος αποκλεισμός της Κούβας σκοπό έχει να στραγγαλίσει, μέσω της πείνας και της εξαθλίωσης, το φρόνημα του λαού, και να ωθήσει τους Κουβανούς να ρίξουν οι ίδιοι το καθεστώς – κάνοντας με αυτόν τον τρόπο και πάλι την Κούβα μια αμερικάνικη επιχείρηση τζόγου και πορνείας, δηλαδή επαναφέροντας στο νησί τα χαρακτηριστικά που είχε πριν την 1η Γενάρη του 1959.
Το να υπάρχει η Κούβα ως έχει, οφείλει να είναι ένα στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί πάση θυσία – είτε αρέσει το καθεστώς είτε όχι. Άλλωστε τη μοίρα του ο κάθε λαός την καθορίζει μόνος του. Οι αυτόκλητοι σωτήρες το μόνο που θέλουν είναι να εξασφαλίσουν νέα κέρδη για τις δικές τους παρτίδες.
Η ως συνήθως άξεστη και μπρουτάλ δήλωση του Τραμπ για τη Κούβα («Μπορώ να την πάρω ή να την απελευθερώσω, μπορώ να την κάνω ό,τι θέλω») υπονοεί ότι όλα είναι ιδιοκτησία του πιο δυνατού, που νομίζει ότι παίζει Μονόπολη και, ανάλογα με τι ζαριά θα φέρει, κατακτά ή αγοράζει τα πάντα. Πιθανότατα το μόνο που θα πετύχει θα είναι μια νέα αποτυχία, όπως και στο Ιράν τον περιμένει ένα καινούριο Βιετνάμ.
Ο Φιντέλ έλεγε: «Με ποια ηθική μπορούν οι ηγέτες [των ΗΠΑ] να μιλούν για τα ανθρώπινα δικαιώματα σε μια χώρα όπου υπάρχουν εκατομμυριούχοι και ζητιάνοι, όπου οι μαύροι αντιμετωπίζουν διακρίσεις, οι γυναίκες εκδίδονται, και οι μεγάλες μάζες των Τσικάνος, οι Πορτορικανοί και Λατινοαμερικάνοι, γίνονται αντικείμενα ταπείνωσης και εκμετάλλευσης;»






































































