Παιδικό
Τώρα η βραδιά,
γλυκειά που φτάνει,
θα μου γλυκάνει
και την καρδιά.
Ταστέρια εκεί
θα δω, θα νιώσω
οι άνθρωποι πόσο
είναι κακοί.
Κλαίοντας θα πω:
«Άστρα μου, αστράκια,
τάλλα παιδάκια
θα ταγαπώ.
Ας με χτυπούν
Πάντα κι ακόμα.
Θάμαι το χώμα
που το πατούν.
Άστρα, καθώς
άστρα και κρίνο,
έτσι θα γίνω
τώρα καλός».
Ύπνος
Θα μας δοθεί το χάρισμα και η μοίρα
να πάμε να πεθάνουμε μια νύχτα
στο πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας;
Γλυκά θα κοιμηθούμε, σαν παιδάκια
γλυκά. Κι απάνωθέ μας θε να φεύγουν,
στον ουρανό, τ’αστέρια και τα εγκόσμια.
Θα μας χαϊδεύει ως όνειρο το κύμα.
Και γαλανό σαν κύμα τόνειρό μας
θα μας τραβάει σε χώρες που δεν είναι.
Αγάπες θάναι στα μαλλιά μας οι αύρες,
η ανάσα των φυκιών θα μας μυρώνει
και κάτω απ’ τα μεγάλα βλέφαρά μας,
χωρίς να το γρικούμε, θα γελάμε.
Τα ρόδα θα κινήσουν απ’ τους φράχτες
και θάρθουν να μας γίνουν προσκεφάλι.
Για να μας κάνουν αρμονία τον ύπνο,
θ’ αφήσουνε τον ύπνο τους τ’αηδόνια.
Γλυκά θα κοιμηθούμε, σαν παιδάκια
γλυκά. Και τα κορίτσια του χωριού μας,
αγριαπιδιές, θα στέκουνε τριγύρω
και, σκύβοντας, κρυφά θα μας μιλούνε
για τα χρυσά καλύβια, για τον ήλιο
της Κυριακής, για τις ολάσπρες γάστρες,
για τα καλά τα χρόνια μας που πάνε.
Το χέρι μας κρατώντας η κυρούλα,
κι όπως αργά θα κλείνουμε τα μάτια,
θα μας δηγιέται – ωχρή – σαν παραμύθι
την πίκρα της ζωής. Και το φεγγάρι
θα κατεβεί στα πόδια μας λαμπάδα
την ώρα που στερνά θα κοιμηθούμε
στο πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας.
Γλυκά θα κοιμηθούμε σαν παιδάκια
που όλη τη μέρα εκλάψαν κι αποστάσαν.








































































