Η ραγισμένη καμπάνα

Πικρό είναι και γλυκό ν’ακούς σε νύχτες παγωμένες,
κοντά στο τζάκι που καπνούς αφήνει και σπινθίζει,
να σούρχονται σιγά σιγά θύμησες περασμένες,
με της καμπάνας τον αχό που την ομίχλη σκίζει.

Καλότυχη η καμπάνα αυτή με το γερό λαιμό της,
που χαρωπή κι όλο ζωή, όσο και να γερνάει
ρίχνει πιστά στον άνεμο τον ιερό σκοπό της,
σα στρατιώτης γέροντας που στη σκοπιά φυλάει.

Εμένα, ράγισε η καρδιά, κι όταν για να ξεσκάσει
τραγούδια πάει μεσ’ στις νυχτιές τις κρύες να σκορπίσει,
μοιάζει συχνά η πνιγμένη της φωνή που λες θα σβύσει,

με λαβωμένου ρογχασμό βραχνό, πούχουν ξεχάσει
μέσα σε λάκκο απ’ αίματα κι από νεκρούς γεμάτο,
και που χαροπαλαίοντας πεθαίνει εκεί από κάτω!

Η αιματορουφήχτρα

Εσύ που μπήκες σα μια μαχαιριά
μεσ’ στην καρδιά μου την θρηνοδαρμένη,
εσύ που, σα δαιμόνων μυρμηγκιά,
ήρθες φριχτή, τρελή και στολισμένη

στο πνεύμα μου που είχε ταπεινωθεί
κατοικία να κάνεις το και κοιτίδα.
–Άτιμη που μαζί σου έχω δεθεί
σαν ο κατάδικος στην αλυσίδα,

σαν ένας χαρτοπαίχτης στο χαρτί,
σαν ένας μεθύστακας στην μποτίλια,
σαν στο ψοφίμι σκουληκιών τα χείλια,
–Κατάρατη, κατάρατη εσύ!

Ικέτεψα το κοφτερό σπαθί
να μου χαρίσει την ελευθεριά μου,
κι είχα στο δολερό φαρμάκι πει
να βοηθήσει μου την ατολμιά μου.

Αλίμονο! Φαρμάκι και σπαθί
είπαν με περιφρόνηση σε μένα:
«Δεν πρέπει να ξεσκλαβωθείς εσύ,
απ’ τα δεσμά σου τα καταραμένα!

Άμυαλε! για να σπάσεις τη σκλαβιά
κι εμείς αν σε βοηθούσαμε ακόμα,
ξανά θ’ανάσταινες με τα φιλιά,
της αιματορουφήχτρας σου το πτώμα!»

Ο Δαιμονιζόμενος

Σε κρέπι ο ήλιος κρύφτηκε. Καθώς το φως αυτό,
φεγγάρι της ζωής μου εσύ, μεσ’ στη σκιά βυθίσου,
κοιμήσου αν θέλεις, κάπνιζε, σώπαινε, συλλογίσου,
και πέσε ολάκερη βαθιά στης πλήξης το βυθό.

Μ’αρέσεις έτσι! Μα αν θαρρείς απόψε πιο καλό,
–σαν ένα αστέρι πούλειπε κι απ’ το λυκόφως βγαίνει–
να πας στα μέρη να δεχτείς που η Τρέλα είναι λυμένη,
εμπρός ! Έβγα απ’ την θήκη σου, στιλέτο θελκτικό!

Ας λάμψουνε τα μάτια σου στο φως των πολυελαίων!
Άναψε την αποθυμιά στα μάτια των χυδαίων!
Όλα σου με σκοτώνουνε, σκορπώντας μου ηδονή.

Γίνου ό,τι θες, μαύρη νυχτιά, κόκκινη αυγή πιστεύω
δε θα βρεις μιαν αιμοσταλιά σ’ όλο μου το κορμί,
που να μην κράζει: Ω Βελζεβούλ γλυκέ μου, σε λατρεύω!

Μετάφραση: Γιώργος Σημηριώτης

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!