Η ελεγεία των αδελφών
Όταν βγαίνω το βράδυ στο ξάγναντο τούτο,
να προσμείνω τ’αδέλφια μου νάρθουν που φύγαν,
των βημάτων σου ακούω το περπάτημα
στο ρυθμό των δικών μου βημάτων.
Όταν μέσα στη νύχτα τ’αδέρφια μου κράζω,
που το ξέρω πως πια δεν μπορούν να μ’ακούσουν,
στην καρδιά μου η πικρή παρηγόρια μου μένει,
πως τουλάχιστο εσύ να μ’ακούσεις μπορείς.
Είσαι η σκεπή, που στεγάζει το σπίτι.
Είσαι η φωτιά, που πηδάει μες στο τζάκι.
Ο λύχνος, που τρώει το σκοτάδι.
Όμως δίχως τ’αδέρφια μου είναι άδειο το σπίτι.
Είναι άδειο. Είναι άδειο το σπίτι, Θεέ μου,
δίχως τ’αδέρφια μου, που έχουνε φύγει,
το ματωμένο κρατώντας μαχαίρι.
Το Πηγάδι
Όταν σκύβω σε τούτο το άνοιγμα
του σκοτεινού πηγαδιού,
διαπιστώνω περίτρομος
της ύπαρξής μου το δίχασμα.
Όταν με δέος αποστρέφω το πρόσωπο,
ξεμακραίνοντας από το κρίσιμο χάσμα,
ψαύω με το ένα μου χέρι
τον μισόν εαυτό μου μονάχα.
Ξαναγυρνώ κι η φωνή μου μισή
κατρακυλά στο πηγάδι
κι ενσωματώνεται
με την άλλη μισή μου φωνή
σε Λόγον ακέραιο.
Όμως
στον πυθμένα επιπλέει,
σ’αμετάκλητο δίχασμα,
η μια μονάχα φιγούρα
του χωρισμένου προσώπου μου.
Ως πότε θα γέρνω
το διχασμένο μου σώμα
στου πηγαδιού το κρηπίδωμα;
Ως πότε θ’απλώνω το χέρι βαθειά
το άλλο μου χέρι ν’αδράξω;




































































