Τουρκοκρατία

Δεν έφαγες ποτέ ψωμί ξερό και μουχλιασμένο,
στον ίδρωτα, στο δάκρυ σου, στο αίμα σου βρεμμένο.
Τη νύχτα δεν εξύπνησες να ιδής τον σύντροφό σου
γυμνόν να τόνε σέρνουνε μακρ’ από το πλευρό σου.
Δεν είδες το παιδάκι σου, δεν είδες τον πατέρα
στη φυλακή, στα σίδερα. Δεν είδες την μητέρα
ασθενημένη και γρηα να ψένεται, να βράζη
κι απελπισμένη να θρηνή, βοήθεια να σε κράζη.
Δεν είδες στο χωράφι σου τα στάχυα μεστωμένα
να τα θερίζουν τάλογα του τούρκου πεινασμένα
και να σ’αφίνουν τάχαρα τα ποδοπατημένα
για να χορτάσης τα παιδιά, που σκούζουν λιμασμένα.

Η προς την πατρίδα αγάπη μου

Δεν είναι διαβατάρικο πουλί, που για μια μέρα
σχίζει τα νέφη και περνά γοργό σαν τον αγέρα,
ούτε κισσός, π’ αναίσθητος την πέτρα περιπλέκει,
ουτ’ αστραπή, που σβήνεται χωρίς αστροπελέκι,
δεν είναι νεκροθάλασσα, βοή χωρίς σεισμό.
Νιώθω για σε, πατρίδα μου, στα σπλάχνα χαλασμό.

Ο Λαός

Αν εξεράθη το κλαρί, πάντα χλωρή ειν’ η ρίζα
και μένει πάντα ζωντανό ή ρόβη φάγ’ ή βρίζα
αυτό το βόδι το μανό π’όσο βαθιά ρουχνίζει,
τόσο εύκολα μυγιάζεται κι ανεμοστροβολίζει
και που το κράζουνε  Λ α ό. Θα σπάση το καρίκι
και θα προβάλη με φτερά μια μέρα το σκουλήκι.
Τότε, πουλί το σερπετό, ποιος ξέρει πού θα φτάση!
– Δείξε μου αυτό το λείψανο, που θα βρυκολακιάση.
Εγώ… ο φτωχός ο Φωτεινός, ο γέρος ο ξεσκλιάρης,
που ρίχνω εδώ το σπόρο μου, για να μου τόνε πάρης,
εγώ, που με τον ίδρωτα τα χώματα ζυμώνω,
για να τρώγη άλλος το ψωμί, που τρέχω να κεντρώνω
την αγριλίδα του βουνού και που δεν έχω λάδι
ν’ανάφτω το καντήλι μου και ζω μέσα στον Άδη.
Εγώ, που με τα νύχια μου αναποδογυρίζω
το λόγγο και τα ριζιμιά για να σας τα στολίζω
με κλήματα, που δεν τρυγώ, και που ποτέ δεν έχω
λίγο κρασί κεφαλιακό τη γλώσσα μου να βρέχω·
εγ’ ο φτωχός ο μυλωνάς, που ζω σ’αιώνια ζάλη
να παίρνω κέρδο, πληρωμή, προσφάγι την πασπάλη,
που δεν ορίζω το παιδί, που πάντα ζω με τρόμο,
και που δεν βρίσκω εδώ στη γη για να με κρίνη νόμο,
αυτός, αυτός είν’ ο  Λ α ό ς. Τ’άψυχο το κουφάρι,
αυτό ’ναι το καματερό, το ψόφιο το κριάρι.
Μη ρίξης άλλο φόρτωμα στην έρμη του την πλάτη…
– Συμμάζωξε τη γλώσσα σου τη φίδινη, χωριάτη,
μη μου ξανάφτης τη χολή. Γονάτισε μπροστά μου
και ζήτησε συχώρεση για τα λαγωνικά μου…
Δε θες, αντάρτη, δεν ακούς;…
– Καλύτερα το βρόχο
παρά τα γόνατα στη γη… Άρα κατάρα το’χω…
Θ’ άφηναν λάκκωμα βαθύ και θα ήταν μέγα κρίμα,
τιμή να θάψω κι όνομα μέσα σ’ αυτό το μνήμα…

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!