Η διαρκής ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή επαναφέρει με βίαιο τρόπο τη γεωπολιτική πραγματικότητα της Ανατολικής Μεσογείου. Η νέα επίθεση ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν τείνει να πάρει σε σύντομο χρόνο χαρακτηριστικά ευρύτερου περιφερειακού πολέμου, με την περιοχή να μετατρέπεται ξανά σε χώρο συγκέντρωσης στρατιών και ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων. Για την Ελλάδα και την Κύπρο, αυτό δεν είναι μια μακρινή γεωπολιτική εξέλιξη. Σημαίνει ότι δύο μικρά κράτη στην άκρη της Ευρώπης κινδυνεύουν να μετατραπούν σε κρίσιμους κόμβους μιας σύγκρουσης που δεν ελέγχουν. Με την εμπλοκή να μοιάζει με τυχοδιωκτική πρόσδεση σε έναν σχεδιασμό που χαράσσεται αλλού, την ώρα που το πολιτικό σύστημα μιλά για «γεωπολιτική αναβάθμιση».

Τα πρόσφατα γεγονότα στην Κύπρο, οι συναγερμοί, οι αναχαιτίσεις, και κυρίως το χτύπημα με drone στη βρετανική βάση στο Ακρωτήρι, λειτούργησαν ως μια βίαιη υπενθύμιση αυτής της πραγματικότητας. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, το ενδεχόμενο η Κύπρος να εμπλακεί έμμεσα σε μια πολεμική αναμέτρηση δεν φαντάζει μακρινό σενάριο, αλλά πιθανότητα που απασχολεί σοβαρά την κοινωνία και την πολιτική ηγεσία του νησιού.

Θωράκιση για ποιον;

Μέσα σε αυτό το κλίμα ανασφάλειας, η κυπριακή κυβέρνηση έκανε έκκληση σε ευρωπαϊκές χώρες για ενίσχυση της άμυνας του νησιού. Η Ελλάδα ανταποκρίθηκε άμεσα στέλνοντας τις φρεγάτες Κίμων και Ψαρά, καθώς και δύο ζεύγη F-16 για την αεροπορική κάλυψη της περιοχής, ενώ μετακίνησε και συστοιχίες Patriot στην Κάρπαθο, ενισχύοντας τη συνολική επιτήρηση της Ν.Α. Μεσογείου (και της βάσης στη Σούδα). Οι κινήσεις αυτές παρουσιάστηκαν με έντονο επικοινωνιακό περιτύλιγμα, ως «αναβίωση» του Κοινού Αμυντικού Δόγματος και απόδειξη του «πρωταγωνιστικού ρόλου» της Ελλάδας στις εξελίξεις.

Πίσω από αυτήν την εικόνα όμως κρύβεται μια πιο πολύπλοκη πραγματικότητα. Η Κύπρος βρίσκεται στο επίκεντρο πιέσεων και διπλωματικών παζαριών, καθώς η ολοένα και επεκτεινόμενη διεύρυνση του πολεμικού μετώπου καθιστά το έδαφός της (όχι μόνο τις βρετανικές βάσεις) κρίσιμο πεδίο για τη θωράκιση του Ισραήλ, και πιθανό μοχλό εμπλοκής των ευρωπαϊκών δυνάμεων στη σύγκρουση. Η κινητοποίηση πλοίων, μαχητικών και αντιαεροπορικών συστημάτων δεν αφορά μόνο την προστασία της Κύπρου, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη ανασύνταξη της ΝΑΤΟϊκής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο, με το βλέμμα στραμμένο στα επόμενα επεισόδια του πολέμου. Η προστασία της Κύπρου (του ανατολικότερου συνόρου της Ευρώπης, όπως λένε οι πολιτικοί μας) γίνεται μοχλός πίεσης για τη διεθνοποίηση του πολέμου. Το αίτημα για προστασία της Κύπρου είναι απολύτως εύλογο, ιδίως σε μια κοινωνία που κουβαλά ακόμη την εμπειρία της εισβολής και της κατοχής. Μόνο όμως κάποιος αφελής θα πίστευε ότι τέτοια δύναμη πυρός συρρέει στη Ν.Α. Μεσόγειο κινητοποιούμενη από αυτόν τον σκοπό.

Οι βρετανικές βάσεις

Ιδιαίτερα κρίσιμο είναι το καθεστώς των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο. Οι βάσεις στο Ακρωτήρι και τη Δεκέλεια λειτουργούν εδώ και δεκαετίες με όρους ουσιαστικά ανεξέλεγκτης χρήσης από το Λονδίνο, αποτελώντας στρατηγικό κόμβο για επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή, και όχι μόνο. Η ύπαρξη των βάσεων, σε συνδυασμό με την de facto χρήση της Κύπρου (στρατιωτικών και πολιτικών υποδομών όπως νοσοκομεία κ.ά.) ως μετόπισθεν του Ισραήλ, καθιστά σε συνθήκες πολέμου το νησί πολλαπλά εκτεθειμένο σε αντιδράσεις που δεν σχετίζονται με τις δικές του επιλογές.

Το περιστατικό με το drone φωτίζει ακριβώς αυτήν την εύθραυστη ισορροπία. Η προέλευσή του παραμένει αντικείμενο αντικρουόμενων εκδοχών. Η Βρετανία ανακοίνωσε ότι αποκλείει το ενδεχόμενο να προέρχεται από το Ιράν. Την ίδια ώρα κάποιοι μιλούν για εκτόξευση από τον Λίβανο και τη Χεζμπολά, ενώ άλλοι δεν αποκλείουν ακόμη και το ενδεχόμενο μιας προβοκάτσιας, μιας επιχείρησης false flag που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα για περαιτέρω στρατιωτική κλιμάκωση. Ανεξάρτητα από το ποια εκδοχή ισχύει, το γεγονός ότι τέτοια σενάρια συζητούνται σοβαρά δείχνει πόσο εύκολα ένα μεμονωμένο επεισόδιο μπορεί να μετατρέψει την Κύπρο σε ενεργό κομμάτι μιας ευρύτερης σύγκρουσης.

Ασφάλεια

Σε κάθε περίπτωση, η ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι σημαντική υπόθεση για να γίνεται εργαλείο τυχοδιωκτικών επιλογών και επικοινωνιακών χειρισμών. Η αγωνία της κυπριακής κοινωνίας είναι πραγματική, και θα έπρεπε να κινητοποιεί (θεσμικά, κοινωνικά, πολιτικά) το σύνολο του Ελληνισμού. Αυτό περιλαμβάνει και τις ένοπλες δυνάμεις.

Το ερώτημα όμως παραμένει ανοιχτό και επιτακτικό: ποια ακριβώς ασφάλεια οικοδομείται σήμερα για την Κύπρο; Μια ασφάλεια που στηρίζεται στην ενίσχυση της δικής της κυριαρχίας και στην αποτροπή απέναντι στις πραγματικές απειλές, ή μια ασφάλεια που μετατρέπει το νησί σε προκεχωρημένο φυλάκιο άλλων; Ποιος αποφασίζει τελικά για τη χρήση του κυπριακού εδάφους, των υποδομών και του εναέριου χώρου; Και μέχρι ποιο σημείο η «θωράκιση» της Ανατολικής Μεσογείου θα σημαίνει μεγαλύτερη προστασία για τους λαούς της, και όχι βαθύτερη εμπλοκή τους σε έναν πόλεμο που εξελίσσεται λίγες εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά; Σε μια περίοδο όπου οι ισορροπίες αλλάζουν με ταχύτητα, αυτά τα ερωτήματα παύουν να είναι θεωρητικά. Αφορούν άμεσα την κυριαρχία, την ασφάλεια και τελικά το μέλλον όχι μόνο της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά και της Ελλάδας.


Πολεμικός κόμβος: «Αναβάθμιση» ή εξάρτημα ΗΠΑ/Ισραήλ; 

Ελλάδα και Κύπρος εντάσσονται όλο και βαθύτερα σε ένα πλέγμα στρατιωτικών υποδομών, ενεργειακών διαδρόμων και «στρατηγικών συνεργασιών» που καθιστούν την Ανατολική Μεσόγειο κρίσιμο γεωπολιτικό κόμβο. Οι βάσεις, τα λιμάνια, τα ενεργειακά έργα και οι θαλάσσιες γραμμές μετατρέπουν τις δύο χώρες σε υποδομές ενός ανταγωνισμού που δεν ελέγχουν, και που πολλές φορές δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους.

Η μετατροπή της Ελλάδας και της Κύπρου σε «κόμβο» δεν αφορά μόνο τη στρατιωτική παρουσία. Συνδέεται με ένα ευρύτερο πλέγμα υποδομών, ενεργειακών διαδρομών και γεωοικονομικών σχεδιασμών που εκτείνονται από την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι τα Βαλκάνια. Λιμάνια, βάσεις, αγωγοί, πλωτοί σταθμοί LNG και ενεργειακοί διάδρομοι συγκροτούν ένα δίκτυο στο οποίο η περιοχή λειτουργεί ως κρίσιμος ενδιάμεσος χώρος για τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ (και το στρατηγικό βάθος του Ισραήλ). Σε αυτό το πλαίσιο, η στρατιωτική παρουσία δεν είναι απλώς ζήτημα ασφάλειας, αλλά και εργαλείο διασφάλισης αυτών των διαδρομών και υποδομών. Αυτή η «κομβική θέση» δεν μεταφράζεται σε στρατηγική ισχύ για τις δύο χώρες. Αντιθέτως, τις καθιστά αναλώσιμους κρίκους σε μια αλυσίδα σχεδιασμών που αποφασίζονται αλλού.

Την ώρα που η Αθήνα μιλά για «αναβάθμιση» της Ελλάδας, αποκρύπτει ότι σε αυτή τη χαοτική πολεμική διαδικασία η χώρα δεν ελέγχει σχεδόν τίποτα. Η τοποθέτηση στρατιωτικών δυνάμεων και υποδομών σε μια ευρεία γεωγραφία επιχειρήσεων μετατρέπει την Ελλάδα και την Κύπρο περισσότερο σε εξαρτήματα ενός ευρύτερου σχεδιασμού παρά σε δρώντες με δική τους στρατηγική. Σε περίπτωση κλιμάκωσης, αυτό σημαίνει ότι μπορούν να καταστούν, ακόμη και παρά την θέλησή τους (ή έστω με την τυχοδιωκτική συναίνεση των ελίτ τους), από παρατηρητές ή έστω διευκολυντές του δυτικού άξονα, ενεργητικοί κρίκοι μιας πολεμικής αλυσίδας.

Σε αυτό το περιβάλλον, η πραγματική θωράκιση της Ελλάδας και της Κύπρου δεν μπορεί να σημαίνει τυφλή πρόσδεση σε πολεμικούς σχεδιασμούς τρίτων. Χρειάζεται ψυχραιμία, ρεαλισμός και μια πολιτική που θα ενισχύει την κυριαρχία των δύο χωρών, αντί να τις μετατρέπει σε προκεχωρημένες βάσεις άλλων. Η ασφάλεια της Κύπρου (της ημικατεχόμενης από την Τουρκία, θυμίζουμε) είναι ζωτικό ζήτημα, αλλά δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην εμπλοκή της σε πολέμους που δεν ελέγχει. Και για την Ελλάδα, η πραγματική άμυνα δεν βρίσκεται στον ρόλο του «κόμβου», αλλά στην αντιμετώπιση των υπαρκτών απειλών της περιοχής, με πρώτη τον διαρκή επεκτατισμό της Άγκυρας. Σε στιγμές σαν τη σημερινή, η νηφαλιότητα, η εγρήγορση της κοινωνίας και η στρατηγική αυτονομία ίσως είναι το πιο πολύτιμο όπλο.


Και στο βάθος ΝΑΤΟϊκοί τυχοδιωκτισμοί

Προς ώρας, Ελλάδα και Κύπρος δηλώνουν επισήμως σε όλους τους τόνους ότι δεν συμμετέχουν στις πολεμικές επιχειρήσεις. Προφανώς το έδαφος και των δύο χωρών (Σούδα και βρετανικές βάσεις) χρησιμεύει ως βάση επιχειρήσεων (υποστήριξης ή άμεσων πληγμάτων), ενώ και στον εσωτερικό δημόσιο διάλογο ακούγονται φωνές που μιλούν για πιο ενεργητική εμπλοκή, ως ένδειξη υποτίθεται γεωπολιτικής αναβάθμισης. Ή, πιο απλά, σαν δείγμα εθελοδουλίας προς ΗΠΑ και Ισραήλ…

Η παρουσία στρατιωτικών δυνάμεων ως ομπρέλα προστασίας σε μια περιοχή που εκτείνεται από την Κύπρο μέχρι και τη Βουλγαρία (τον εναέριο χώρο της οποίας συμφώνησε να επιτηρεί η Ελλάδα με μια συστοιχία Patriot και δύο F-16) παρουσιάζονται ως κινήσεις προβολής ισχύος, ή και ως αντίβαρα στην επεκτατική Τουρκία. Στην πράξη, η επικίνδυνη κλιμάκωση και οι κίνδυνοι για την Κύπρο γίνονται ο μοχλός νομιμοποίησης και επιτάχυνσης της εμπλοκής Ελλάδας και Κύπρου στους αμερικανοΝΑΤΟϊκούς σχεδιασμούς, με δεδομένο τον προσαρτηματικό χαρακτήρα αυτής της εμπλοκής.

Κάποιοι βλέπουν την πολεμική όξυνση σαν ευκαιρία παρουσίασης των τυχοδιωκτικών τους επιλογών ως εθνική στρατηγική. Δεν είναι λίγοι οι θεσμικοί παράγοντες που τοποθετούνται στην κατεύθυνση αυτή. Ο υπάλληλος των Βρυξελλών κ. Μαργαρίτης Σχοινάς το είπε πιο ξεκάθαρα απ’ όλους: «Νομίζω ότι αυτή η στιγμή είναι μια εξαιρετική πολιτική ευκαιρία για τη Δημοκρατία να ζητήσει ένταξη στο ΝΑΤΟ. Και, ειλικρινά, δεν βλέπω ποιος θα μπορούσε να έχει αντίρρηση σε αυτήν την κίνηση». Έχουν σημασία και τα δύο μέρη της πρότασης, καθώς η επιδίωξη δεν είναι μόνο η προώθηση της ΝΑΤΟϊκής ατζέντας, αλλά και η φρονηματικού χαρακτήρα θωράκιση του εσωτερικού μετώπου απέναντι σε όσους αμφισβητούν την ατζέντα αυτή.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!