του Γιώργου Τάττη
Η επίθεση του Ιράν και της Χεζμπολά στις βρετανικές βάσεις ανέδειξε αρκετές παθογένειες του κυπριακού κράτους, ενώ ταυτόχρονα κατέστησε φανερές και ορισμένες κοινωνικές αντιφάσεις. Παρά το σοκ της πρώτης ημέρας ο κυπριακός λαός στην πλειονότητά του έδειξε ορθά αντανακλαστικά, χωρίς μεμψιμοιρία και, κυρίως, χωρίς να κλειστεί στο σπίτι παθαίνοντας κρίσεις πανικού. Αν υπήρξε αρχικά ένας πανικός, αυτός οφείλεται κυρίως στην ανεπάρκεια των κρατικών μηχανισμών, από την Πολιτική Άμυνα μέχρι την Αστυνομία και τα αρμόδια υπουργεία και σε μια ισχνή μειοψηφία λούμπεν στοιχείων που βρήκαν ευκαιρία για φαιδρότητες και «πλάκες» στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης.
Αυτό οδηγεί στο εξής συμπέρασμα: Παρά την τελευταία πεντηκονταετία μιας ψευδεπίγραφης ευμάρειας και επίπλαστης ασφάλειας, που οφειλόταν στη μη διεκδίκηση των δικαιωμάτων μας, ενυπάρχει ακόμη στο πολιτισμικό μας «DNA» μια αίσθηση της πραγματικότητας και της μοίρας μας, ως ένας λαός που «δεν έχει τίποτ’ ακριβό να παραδώσει, μον’ τη φλογίτσα που τσιρίζει στις κλειδώσες». Εξάλλου, η πρόσφατη ιστορία και η γεωγραφία μας δεν μας αφήνουν να ξεχνάμε εντελώς. Όπως το έθεσε και ένας μπάρμπας: «Το 1976 με το “Βυθίσατε το Χόρα”, ήμασταν επιφυλακή για ημέρες. Εμείς, η Εθνική Φρουρά, όχι άλλοι για εμάς». Και με το «άλλους» προφανώς δεν εννοεί τις ελληνικές φρεγάτες και τα F-16.
Αυτό, ωστόσο, ανοίγει μια άλλη συζήτηση. Η έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς και στο κράτος, αλλά και στην κυβέρνηση που δεν λέει να υπερασπιστεί την κυριαρχία μας από λογιών λογιών αποικιοκράτες και «συμμάχους», οδήγησε και στη μείωση του ηθικού του λαού. Είναι ανεπίτρεπτο, ως ένας ημικατεχόμενος τόπος, να έχουμε καταφύγια που –σύμφωνα με επίσημες δηλώσεις– καλύπτουν μόλις το 40-45% του πληθυσμού. Με όσα μάλιστα είδαμε, τα ποιοτικά καταφύγια δεν καλύπτουν ούτε το 20%.
Δεν γίνεται να μην υπάρχει Σύστημα Έγκαιρης Προειδοποίησης επειδή κολλά σε γραφειοκρατικές διαδικασίες και «διαγωνισμούς». Δεν γίνεται να μην υπάρχει σύστημα σειρήνων σε καίρια σημεία, όπως στα χωριά δίπλα από τις βάσεις ή στην πράσινη γραμμή. Όπως επίσης δεν γίνεται να μην υπάρχει σοβαρή επικοινωνιακή διαχείριση σε περιόδους κρίσης. Τόσο το πρώτο βράδυ όσο και το δεύτερο, ο κόσμος στη Λεμεσό και στη Λάρνακα έψαχνε ενημέρωση με τα κιάλια. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος «ξύπνησε» 3-4 ώρες μετά, η Πολιτική Άμυνα ακόμη δεν γνωρίζει να εκδίδει ανακοινώσεις, και οι κάτοικοι ενημερώνονταν από διαρροές μηνυμάτων των βρετανικών βάσεων προς τον κόσμο τους ή από τα ΜΜΕ του Ισραήλ και της Αγγλίας. Τέλος, καλή η στρατιωτική ενίσχυση τον τελευταίο καιρό, δεν λέμε. Αλλά δεν γίνεται να ενισχυόμαστε αμυντικά και να πρέπει να σηκωθούν F-16 για να καταρρίψουν ένα drone τρίτης διαλογής.
Αν κάτι, όμως, λειτούργησε θετικά, είναι η ουσιαστική αποτύπωση του Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος στην πράξη. Όχι, δεν τρώμε κουτόχορτο: η αποστολή έγινε και για την προστασία των Βρετανικών Βάσεων και των δυτικών συμφερόντων. Αλλά, τουλάχιστον, δόθηκαν απαντήσεις σε κάποιους που άκουγαν Ελλάδα και έβγαζαν σπυράκια. Και φαίνεται πως παραμένουν ισχνή μειοψηφία. Δεύτερον, ξανάνοιξε μια συζήτηση για την ανάγκη τερματισμού της παρουσίας των αναχρονιστικών και αποικιοκρατικών βάσεων. Θα γίνει άμεσα; Όχι. Αλλά φυτεύτηκε ακόμη ένας σπόρος αμφισβήτησης.





































































