Η ελληνική οικονομία από το 2017 μέχρι σήμερα χαρακτηρίζεται από: α) τη σταδιακή μείωση των λαϊκών εισοδημάτων σαν συνέπεια των εφαρμοζόμενων μνημονιακών πολιτικών, την άνοδο του πληθωρισμού από τα μέσα 2021 και τη συνεχιζόμενη υψηλή και ταυτόχρονα πληθωριστική φορολογία, β) τη σταδιακή αύξηση και διαχρονικά έως εκτίναξη της κερδοφορίας των επιχειρήσεων και τη γιγάντωση μεγάλων μονοπωλιακών ομίλων στους πλέον νευραλγικούς τομείς της οικονομίας που σχετίζονται με την κατανάλωση και την κερδοσκοπία σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων (αλυσίδες λιανικής, κυρίως Σούπερ Μάρκετ, τηλεπικοινωνίες, παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, τράπεζες, αποκρατικοποίηση μεγάλων κρατικών υποδομών κ.λπ.), γ) έναρξη επιτάχυνση της διαδικασίας αρπαγής της λαϊκής περιουσίας κυρίως από τα funds με την προστασία του κράτους. Όλα αυτά έχουν σαν αποτέλεσμα τη νέα αναδιανομή του εθνικού εισοδήματος σε βάρος των εργαζόμενων και των λαϊκών στρωμάτων και υπέρ του κεφαλαίου αλλά και της αρπαγής πλέον περιουσίας των λαϊκών στρωμάτων που δημιουργήθηκε τις προηγούμενες δεκαετίες. Το κράτος συνεχίζει να έχει υπερπλεονάσματα μέσω της πληθωριστικής φορολογίας και της συνέχισης εκποίησης της δημόσιας περιουσίας (λιμάνια, αυτοκινητόδρομοι, δημόσιες παραγωγικές μονάδες κ.λπ.).
Παράλληλα ο καθαρά παραγωγικός τομέας συρρικνώνεται με πρώτο και κύριο τον πρωτογενή γεωργικό-κτηνοτροφικό και τη βιομηχανία, η οποία κάπως «κρατά δυνάμεις» λόγω της ηλεκτροπαραγωγής. Ανθούν οι υπηρεσίες και ειδικότερα αυτές που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τον τουρισμό που αποτελούν χώρους πολύ χαμηλής παραγωγικότητας και ο κατασκευαστικός τομέας που εκσυγχρονίζει το παλαιό οικοδομικό απόθεμα. Φυσικά παρά τα παχιά λόγια του πολιτικού συστήματος και των κυβερνήσεων οι επενδύσεις είναι πάντοτε πολύ πιο χαμηλά από τους εκάστοτε τιθέμενους στόχους, παρά τις υψηλές επιδοτήσεις, ελληνικές και της Ε.Ε., οι οποίες είναι πάντοτε κατευθυνόμενες σε συγκεκριμένες κυβερνητικές επιλογές. Όσον αφορά δε τη δομή και την ποιότητά τους είναι άκρως προβληματική αφού συνδέονται κυρίως με την κτηματαγορά, τον τουρισμό και τις υπηρεσίες ενώ ελάχιστες κατευθύνονται στον άμεσα παραγωγικό τομέα.
Σε αυτή τη στρεβλή οικονομία, που κατά την κυβέρνηση όλα πάνε καλά και κατά τον Αδ. Γεωργιάδη «η Ελλάδα είναι ζάχαρη» τα στατιστικά μεγέθη αλλά και η ίδια η ζωή αποδεικνύουν μια τεράστια λεηλασία σε βάρος του λαού από τους ολιγάρχες και το ξένο κεφάλαιο.
Και άλλα κέρδη για τις επιχειρήσεις
«Καθρέφτης» της κερδοφορίας των επιχειρήσεων στην Ελλάδα είναι οι εισηγμένες εταιρείες στο Χρηματιστήριο της Αθήνας. Στον πίνακα που δημοσιεύουμε παρουσιάζεται η κερδοφορία τους για την περίοδο από το 2019 έως και το πρώτο εννιάμηνο του 2025 καθώς και οι αναλογούσες διανομές μερισμάτων στους μετόχους.
Όπως προκύπτει για την περίοδο που αναφέραμε έχουμε σταδιακή αύξηση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων και των διανεμόμενων κερδών για να φτάσουμε στην εκρηκτική άνοδο της περιόδου 2021 έως και σήμερα. Η εξέλιξη αυτής τηε κερδοφορίας συνοδεύεται από ακόμα μεγαλύτερη εκτίναξη των διανεμόμενων κερδών. Όπως φαίνεται σταδιακά η αύξηση των διανεμόμενων κερδών είναι συνεχής σαν τάση.
Μόνο το 2025 μοιράστηκαν κέρδη 6 δισ. ευρώ που ήταν αποτέλεσμα της κερδοφορίας του 2024.
Αν κάνουμε μία σύγκριση με την προ κρίσης περίοδο και το σύνολο των ζημιών στην περίοδο της κρίσης διαπιστώνουμε ότι: α) η όποια ζημιά στην περίοδο της κρίσης (τέσσερα χρόνια με σύνολο ζημιών 21,1 δισ. ευρώ) έχει υπερκαλυφθεί στο πολλαπλάσιο, β) η κερδοφορία και τα διανεμόμενα μερίσματα είναι πολύ υψηλότερη και γ) η φορολογία των μερισμάτων πολύ χαμηλότερη (-66,7%)! Την ίδια στιγμή για τα λαϊκά στρώματα οι συντάξεις είναι μικρότερες κατά 50%. Σύμφωνα δε με τη Eurostat, το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα των νοικοκυριών στην Ελλάδα συνεχίζει να είναι πολύ κατώτερο σήμερα (-15%, τελευταία στοιχεία 2024) συγκριτικά με την περίοδο πριν τα μνημόνια (2009).

Από τον πίνακα προκύπτουν επίσης κάποια σημαντικά συμπεράσματα γενικότερου χαρακτήρα για την οικονομία.
1) Καταρρίπτεται ο μύθος της κυβέρνησης αλλά και των προηγούμενων κυβερνήσεων ότι η αυξημένη κερδοφορία οδηγεί σε αυξημένες επενδύσεις. Εδώ η αυξημένη κερδοφορία σε βάρος της κοινωνίας οδηγεί σε ακόμα μεγαλύτερη διανομή κερδών και όχι φυσικά σε επενδύσεις.
2) Όπως προκύπτει αβίαστα η αύξηση τόσο της κερδοφορίας όσο και των διανεμόμενων κερδών, σε όλη την περίοδο αλλά ειδικά την τελευταία πενταετία, είναι πολύ υψηλότερη από τον πληθωρισμό και το ΑΕΠ. Αυτό σημαίνει ότι συντελείται τεράστια αναδιανομή εισοδήματος υπέρ των επιχειρήσεων, στη συγκεκριμένη περίπτωση υπέρ των εισηγμένων, σε βάρος των εργαζόμενων και των συνταξιούχων. Ήδη από την επεξεργασία των στοιχείων σε επίπεδο εθνικών λογαριασμών φαίνεται ότι στην περίοδο 2019-2023 μεταφέρθηκαν από τους μισθούς στα επιχειρηματικά κέρδη περίπου 20 δισ. ευρώ και φυσικά η μεταφορά συνεχίζεται.
3) Τα διανεμόμενα κέρδη έχουν ένα απόλυτα ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς. Τα μερίσματα φορολογούνται με συντελεστή μόλις 5%! Δηλαδή οι φόροι που εισπράχθηκαν από το Δημόσιο για τα 6 δισ. ευρώ που διανεμήθηκαν το 2025 (κέρδη 2024) ήταν μόλις 300 εκατ. Την ίδια στιγμή ο φορολογικός συντελεστής για τη συντριπτική πλειοψηφία των μισθωτών που πήραν το 2024 αύξηση 6,4% (αύξηση κατώτατου μισθού) είναι στο 22% (δεύτερο κλιμάκιο στο οποίο εντάσσεται η αύξηση για τη συντριπτική πλειοψηφία των μισθωτών και ανάλογα συμβαίνουν με τους συνταξιούχους που έλαβαν αύξηση 3,0% και μόνο στην κύρια σύνταξη). Δηλαδή ο φόρος «έφαγε» το 22% της αύξησης στη μεγάλη πλειοψηφία των εργαζόμενων ενώ τα κέρδη που διανεμήθηκαν, στη συγκεκριμένη περίπτωση 6 δισ. ευρώ φορολογήθηκαν με 5%!
4) Τα διανεμόμενα κέρδη αν και είναι εισόδημα που προκύπτει στην Ελλάδα μεταφέρονται ως εισόδημα στο εξωτερικό. Η συμμετοχή των ξένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών συνεχώς αυξάνεται. Τον Νοέμβριο 2025 η συμμετοχή των ξένων στο Χρηματιστήριο της Αθήνας ήταν 69,3%. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το 70% των κερδών δηλαδή 4.2 δισ. ευρώ δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα και τώρα βρίσκονται στο εξωτερικό με αποτέλεσμα την επιβάρυνση του εξωτερικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της χώρας.







































































